Του Παναγιώτη Κοκκόρη, Α΄ Υποδιοικητή e-ΕΦΚΑ
Σε πείσμα της περιφερειακής αστάθειας και της διεθνούς κρίσης η Ελλάδα αναδεικνύεται σε πυλώνα σταθερότητας και ανάπτυξης και η κυβέρνηση τηρεί τις δεσμεύσεις της και ανταμείβει στο βαθμό του εφικτού τους εργαζόμενους. Στο πλαίσιο της δέσμευσής της για τη στήριξη του εισοδήματος των εργαζομένων και τη διασφάλιση της αγοραστικής τους δύναμης, η κυβέρνηση προχωρά σε μια ακόμη αύξηση του κατώτατου μισθού.
Την ανακοίνωση έκανε η Υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, επισημαίνοντας τη συνέχιση της σταθερής ανοδικής πορείας των αποδοχών από το 2019. Από την 1η Απριλίου 2025, ο κατώτατος μισθός διαμορφώνεται στα 880 ευρώ από 830 ευρώ, ενώ αντίστοιχα το κατώτατο ημερομίσθιο αυξάνεται από 37,07 σε 39,30 ευρώ. Πρόκειται για τη φυσική συνέχεια μιας σταθερής ανοδικής πορείας που καταγράφεται από το 2019, με στόχο τη στήριξη των εργαζομένων και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Πρόκειται για την πέμπτη διαδοχική αύξηση μέσα σε έξι χρόνια, με συνολική αύξηση 35,4% από το 2019, όταν ο κατώτατος μισθός ανερχόταν στα 650 ευρώ. Η νέα αυτή αναπροσαρμογή ξεπερνά τον σωρευτικό πληθωρισμό της περιόδου, διασφαλίζοντας τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και ενισχύοντας το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Η αύξηση αυτή επιφέρει οικονομικά οφέλη για τους εργαζόμενους. Οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές αυξάνονται κατά 34 ευρώ για άτομα χωρίς τέκνα και κατά 43 ευρώ για όσους έχουν δύο ή περισσότερα παιδιά. Σε ετήσια βάση (14 μισθοί), αυτό μεταφράζεται σε 473 και 606 ευρώ αντίστοιχα. Συνολικά, από τον Δεκέμβριο του 2019, οι εργαζόμενοι χωρίς παιδιά λαμβάνουν ετησίως 2.730 ευρώ περισσότερα, ενώ όσοι έχουν παιδιά έως 3.010 ευρώ επιπλέον.
Τα πράγματα αργά, αλλά σταθερά αλλάζουν, οι συνθήκες βελτιώνονται. Η Ελλάδα πλέον κατατάσσεται 11η μεταξύ των 22 κρατών-μελών της ΕΕ που εφαρμόζουν κατώτατο μισθό, ενώ ως προς την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού βρίσκεται στην 13η θέση. Η αναπροσαρμογή αυτή επηρεάζει άμεσα περισσότερους από 1,6 εκατομμύρια εργαζόμενους, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Στους ωφελούμενους περιλαμβάνονται περίπου 575.000 εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό στον ιδιωτικό τομέα, δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι θα δουν αύξηση λόγω της σύνδεσης του κατώτατου μισθού με το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο του Δημοσίου, καθώς και δικαιούχοι επιδομάτων που εξαρτώνται από τον κατώτατο μισθό (μητρότητας, γάμου, γονικής άδειας, ανεργίας), αλλά και όσοι λαμβάνουν προσαυξήσεις τριετιών.
Η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού οδηγεί σε αύξηση των βασικών μισθών στον δημόσιο τομέα κατά 30 ευρώ μηνιαίως, τα οποία προστίθενται στα 70 ευρώ που δόθηκαν το 2024 – οι πρώτες αυξήσεις στο Δημόσιο ύστερα από 14 χρόνια. Συνολικά, οι μισθολογικές παρεμβάσεις για τους δημόσιους υπαλλήλους από το 2023 ανέρχονται σε επιπλέον 1,3 μισθούς ετησίως, συνολικού κόστους 2,1 δισ. ευρώ. Σημαντικές είναι και οι αυξήσεις στις αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 13% και 20%, στο πλαίσιο του γενικότερου εξορθολογισμού δαπανών και της αναβάθμισης των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των στελεχών.
Παράλληλα, η αγορά εργασίας συνεχίζει να βελτιώνεται, καθώς η ανεργία έχει μειωθεί στο 8,7%, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, με 500.000 νέες θέσεις εργασίας να έχουν δημιουργηθεί. Η αύξηση του μέσου μισθού κατά 28,3% τα τελευταία πέντε έτη, φτάνοντας τα 1.342 ευρώ, αποδεικνύει ότι η ελληνική αγορά εργασίας λειτουργεί με σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Η θεσμοθέτηση της απαγόρευσης μείωσης του κατώτατου μισθού και η προσαρμογή του από το 2028 με βάση αντικειμενικά κριτήρια (πληθωρισμός, αύξηση παραγωγικότητας) διασφαλίζουν τη σταθερότητα των εισοδημάτων. Παράλληλα, η κυβερνητική δέσμευση για περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ έως το 2027 παραμένει σε ισχύ, ενώ η θετική πορεία των δημόσιων οικονομικών δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για πρόσθετες ελαφρύνσεις πολιτών και επιχειρήσεων.
Παρά την πρόοδο, αναγνωρίζεται ότι το κόστος ζωής εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση για πολλά νοικοκυριά. Στόχος της πολιτείας είναι η σταδιακή βελτίωση των μισθών, ώστε ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι να αμείβονται με ποσά υψηλότερα από τον κατώτατο μισθό. Το ποσοστό των εργαζομένων με αποδοχές άνω των 1.000 ευρώ έχει αυξηθεί από 36,3% το 2019 σε 53,7% σήμερα, γεγονός που καταδεικνύει τη βελτίωση του εισοδηματικού επιπέδου των εργαζομένων.
Με δυναμισμό και σταθερότητα, με λογική και σύνεση, η ελληνική οικονομία χαράσσει πορεία σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη, ενισχύοντας τη δυναμική της ανάπτυξης. Η διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας παραμένει προτεραιότητα, με γνώμονα τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και την ουσιαστική αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των πολιτών.