Ο κορωνοϊός έχει μπει για τα καλά στην καθημερινότητά μας εδώ και περίπου έξι μήνες. Δεν έχει απλώς επηρεάσει τη ζωή μας, την έχει σχεδόν πλήρως καθορίσει. Οι περιορισμοί σε πολλές από τις καθημερινές μας συνήθειες είναι η πλέον αθώα επίπτωση διότι, στο μεταξύ, κάποιοι άνθρωποι έχουν χάσει τη δουλειά τους ή μέρος του εισοδήματός τους, άλλοι ταλαιπωρήθηκαν από τον ιό, ενώ υπάρχουν κι εκείνοι οι οποίοι έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα. Κι αυτή είναι η πλέον επώδυνη επίπτωση της πανδημίας. Υπάρχουν όμως κι άλλες...
Περνώντας ένα σαββατοκύριακο στην επαρχία, στον τόπο καταγωγής μου, συνειδητοποίησα πόσο μεγάλο ψυχολογικό βάρος σηκώνουν οι άνθρωποι οι οποίοι είχαν την ατυχία να νοσήσουν. Ακόμη και οι παντελώς ασυμπτωματικοί. Διότι, οι οργανικές συνέπειες από τον covid-19, βαρύτερες ή ηπιότερες, είναι το ένα θηρίο με το οποίο καλείται να αναμετρηθεί όποιος ασθενήσει. Το δεύτερο και ίσως το χειρότερο, καθώς διαρκεί πολύ περισσότερο από την ίδια την ασθένεια, είναι ο στιγματισμός τον οποίο υφίσταται, τόσο ο ίδιος, όσο και ο άμεσος περίγυρός του.
Είναι μια πτυχή της πανδημίας που έχει περάσει κάτω από τα ραντάρ της επικαιρότητας η οποία το μόνο που κάνει είναι να μετρά κρούσματα, διασωληνωμένους και θύματα. Σπανίως καταμετρούνται όσοι ανάρρωσαν και σπανιότερα, για να μην πω σχεδόν ποτέ, δεν φωτίζονται οι κοινωνικές επιπτώσεις για τους ανθρώπους που νόσησαν. Και δεν αναφέρομαι στην εύλογη επιφυλακτικότητα με την οποία αντιμετωπίζονται κατά το κρίσιμο διάστημα των 14 ημερών. Άλλωστε και οι ίδιοι οι ασθενείς φροντίζουν από μόνοι τους να προστατεύσουν τον άμεσο περίγυρό τους από τη διασπορά του ιού.
Προϊόντος του χρόνου όμως, η επιφυλακτικότητα παραχωρεί τη θέση της στην καχυποψία, στην απόσταση, οδηγώντας σε περιθωριοιποίηση τους ανθρώπους οι οποίοι, παρότι έχουν απαλλαγεί από τον ιό, εξακολουθούν να είναι δακτυλοδεικτούμενοι και αποσυνάγωγοι. Όχι μόνον οι ίδιοι, αλλά και ο άμεσος συγγενικός τους περίγυρος.
Ένα πέπλο ιδιότυπου κοινωνικού ρατσισμού απλώνεται στις τοπικές κοινωνίες, κυρίως της ελληνικής επαρχίας όπου τίποτε δεν μπορεί να μείνει κρυφό. Αλλά ούτε και θα μπορούσε, καθώς στην περίπτωση του covid-19 η επιβεβλημένη διαδικασία ιχνηλάτησης δεν διαφυλάσσει την τήρηση του ιατρικού απορρήτου.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όσοι ασθένησαν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως οι λεπροί κατά το μακρινό παρελθόν, ή να τους αποδίδονται από το λαϊκό δικαστήριο, κατηγορίες ακόμη και περί έκθεσης ατόμων σε κίνδυνο, έστω εξ αμελείας. Βεβαίως το θέμα θα λυθεί de facto όταν θα βιώσουμε κάποια στιγμή, συνθήκες ανοσίας αγέλης· όταν δηλαδή θα έχει προσβληθεί από τον ιό το 60% με 70% του πληθυσμού.
Έως τότε, όμως, δεν μπορούμε να παραμένουμε αδιάφοροι και απαθείς απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές. Για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου έχουν γίνει ελάχιστα· απ' όλους μας. Από την πολιτεία, από τους επιστήμονες, από τα ΜΜΕ, από τον καθένα. Είναι επιτακτική ανάγκη αυτό να αλλάξει. Να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας ώστε οι επιπτώσεις της πανδημίας να περιοριστούν στο υγειονομικό και οικονομικό σκέλος. Αρκετό δηλητήριο πότισε τα τελευταία χρόνια, για άλλους λόγους βεβαίως, τις τοπικές κοινωνίες. Δεν χρειάζεται να χυθεί κι άλλο.