Οι πρόσφατες συγκρούσεις στο Κοινοβούλιο και η διάχυτη αίσθηση απαξίωσης των θεσμών αναδεικνύουν μια επικίνδυνη παρεξήγηση που τείνει να παγιωθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η αντίληψη ότι το Κράτος Δικαίου -και κατ’ επέκταση οι ισχυροί λειτουργικοί θεσμοί - είναι μια «πολυτέλεια» για εποχές ευμάρειας ή, ακόμα χειρότερα, ένα δευτερεύον ζήτημα μπροστά στις πιεστικές ανάγκες της καθημερινότητας και της οικονομίας είναι ένα ιστορικό και δομικό λάθος. Η αποσύνδεση των θεσμών από την ευημερία είναι και πολιτική αστοχία αλλά και επικίνδυνη ατραπός προς μια πολυεπίπεδη υποβάθμιση. Όταν αντιμετωπίζουμε την ποιότητα και τη λειτουργία των θεσμών ως ένα ζήτημα αποκλειστικά πολιτικής αντιπαράθεσης, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με την καθημερινή ευημερία της κοινωνίας εκπαιδεύουμε και εθίζουμε τους πολίτες σε απλοϊκά σχήματα και ενισχύουμε τον κυνισμό.
Δήθεν οικονομισμός, απλοϊκός λαϊκισμός
«Εδώ ο κόσμος δεν τα βγάζει πέρα, θα μιλήσουμε τώρα για το Κράτος Δικαίου»; «Έλα μωρέ ποιον αφορά αυτό το ζήτημα, όλοι νοιάζονται μόνον για τα λεφτά». «Ο κόσμος δεν έχει να βγάλει τον μήνα, το Κράτος Δικαίου θα τον σώσει»; Σίγουρα θα έχετε ακούσει από πολλούς -και δυστυχώς και από πολιτικούς- να υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις. Είτε συμπολιτεύονται και κυβερνούν είτε αντιπολιτεύονται, υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα που υποτιμούν συστηματικά την συζήτηση αυτή. Κάνουν λάθος και μάλλον δεν το κάνουν από άγνοια. Είτε ως πλάνη του οικονομισμού είτε ως ευκολία του λαϊκισμού –το λάθος παραμένει λάθος. Λάθος ανεπίτρεπτο και σχεδόν επικίνδυνο. Παρουσιάζεται το ζήτημα αυτό σαν να πρόκειται για μια πολυτέλεια, για ένα θέμα που αφορά νομικούς κύκλους και όχι την καθημερινότητα της κοινωνίας. Είναι όμως έτσι;
Η απάντηση, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και όχι βολικοί, είναι αρνητική. Και μάλιστα κατηγορηματικά. Το Κράτος Δικαίου, όπως και οι θεσμοί, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποδομή –αυτό που στην οικονομία θα ονομάζαμε «θεσμικό κεφάλαιο». Η ιστορική εμπειρία και η πολιτική επιστήμη διδάσκουν πως η οικονομική ανάπτυξη δεν συμβαίνει στο κενό. Στο εμβληματικό τους έργο «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη», οι Daron Acemoglu και James Robinson καταδεικνύουν ότι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ πλούσιων και φτωχών κρατών δεν είναι το κλίμα, η γεωγραφία ή η κουλτούρα, αλλά οι θεσμοί. Τα έθνη ευημερούν όταν διαθέτουν συμπεριληπτικούς (inclusive) θεσμούς, όταν δηλαδή το Κράτος Δικαίου εγγυάται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, την αμεροληψία της δικαιοσύνης και τον υγιή ανταγωνισμό. Αντίθετα, διολισθαίνουν στην παρακμή όταν κυριαρχούν οι εκμεταλλευτικοί (extractive) θεσμοί, όπου μια κλειστή ελίτ νέμεται τους πόρους, απαξιώνοντας τους κανόνες και τη διαφάνεια. Οι πρώτοι (inclusive), που περιλαμβάνουν την προστασία της ιδιοκτησίας, το κράτος δικαίου και την ανεξάρτητη δικαιοσύνη, επιτρέπουν στην πλειονότητα του πληθυσμού να συμμετέχει στις οικονομικές δραστηριότητες, διαχέουν την ευημερία και αποτρέπουν αυθαίρετες συμπεριφορές και καταχρήσεις εξουσίας. Αντιθέτως, οι δεύτεροι (extractive) θεσμοί, που χαρακτηρίζονται από έλλειψη κράτους δικαίου, διαφθορά και ανισότητα, οδηγούν σε φτωχότερες κοινωνίες, εκφυλίζουν τα κράτη και επιτρέπουν στον λαϊκισμό και τον φανατισμό να θεριεύουν. Ακόμη και αν κάποιος υποστηρίξει ότι η ανάλυση αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από απλουστεύσεις και παραλείπει πολύπλοκους παράγοντες, όπως πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, το κεντρικό της συμπέρασμα παραμένει ισχυρό. Η θεσμική ποιότητα και το κράτος δικαίου είναι συστατικά στοιχεία της ανάπτυξης, όχι διακοσμητικά εξαρτήματα.
Στην Ελλάδα
Στην ελληνική δημόσια συζήτηση, όμως, το ζήτημα τίθεται ανάποδα. Το Κράτος Δικαίου αντιμετωπίζεται ως «ηθικό αίτημα» ή ως «πολιτική καταγγελία» και όχι ως παράγοντας ευημερίας. Αντιμετωπίζεται ως συζήτηση μεταξύ τύρου και αχλάδου και όχι ως βασική παράμετρος ανάπτυξης, ευημερίας και κοινωνικής συνοχής. Η ένταση στη Βουλή, η απαξίωση του λόγου, η ευκολία με την οποία θεσμικά ζητήματα μετατρέπονται σε επικοινωνιακά επεισόδια, δεν είναι μόνο εικόνα πολιτικής φθοράς αλλά και ένδειξη μιας βαθύτερης μετατόπισης. Από κοινός τόπος το Κράτος Δικαίου γίνεται αντικείμενο πολιτικής σχετικοποίησης –και αυτό είναι ιστορικά επικίνδυνο.
Η συζήτηση για το Κράτος Δικαίου σχεδόν συστηματικά αποσυνδέεται από την οικονομική πραγματικότητα. Αυτή όμως η ροπή παράγει πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα. Από την κρίση των θεσμών ο δρόμος είναι μονόδρομος και κατηφορικός προς την κρίση των αξιών. Η απαξίωση των θεσμών που παρατηρούμε σήμερα δεν αφορά μόνο τα κόμματα, τη Βουλή και την Κυβέρνηση αλλά απλώνεται σαν καρκίνος σε όλο το κοινωνικό – πολιτικό και οικονομικό σώμα. Ταυτόχρονα είναι μια βαθιά πολιτισμική οπισθοχώρηση. Όταν το Κράτος Δικαίου αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο και όχι ως το αναγκαίο πλαίσιο της δημοκρατίας, τότε ο δρόμος προς τον αυταρχισμό και τον λαϊκισμό και την οικονομική ολιγαρχία ανοίγει διάπλατα.
Αυτό που λένε οι Acemoglu & Robinson είναι ότι οι «εκμεταλλευτικοί ή εξορυκτικοί θεσμοί» στην Ελλάδα δεν είναι απαραίτητα μια δικτατορία ή μια αυταρχική διακυβέρνηση, αλλά η αδιαφάνεια, η ευνοιοκρατία και η απαξίωση της διαδικασίας στη Βουλή. Αυτά «εξορύσσουν» τον πλούτο και την ελπίδα από τη βάση της κοινωνίας και τα μεταφέρουν σε όσους έχουν πρόσβαση στο «σύστημα». Συνεπώς το Κράτος Δικαίου δεν είναι μια «νομικίστικη εμμονή», αλλά η προϋπόθεση για να μη γίνει η Ελλάδα μια οικονομία χαμηλών προσδοκιών.
Μονόδρομος η ανάταξη θεσμών
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που απώλεσε το 1/3 του ΑΕΠ της – απώλεια πολεμική- λόγω της χρεοκοπίας προ 17 ετών, ο δρόμος προς την ανάπτυξη δεν κρύβεται ούτε στο υπέδαφος ούτε στους υδρογονάνθρακες, ούτε στις πιθανές σπάνιες γαίες και στην ηλιοφάνεια που μετατρέπεται σε ενέργεια, ούτε στην μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, ούτε στη ριαλ-εστεϊτικοποίηση όλης της οικονομίας της.
Η χώρα χρειάζεται ένα πολυεπίπεδο θεσμικό step up που θα της επιτρέψει να αξιοποιήσει όλα τα ανωτέρω αλλά ταυτόχρονα να απελευθερώσει δημιουργικές δυνάμεις, πόρους και ευκαιρίες σε πολλά και διαφορετικά πεδία. Ένα step up που θα την καταστήσει ξανά θελκτική επιλογή για τους Έλληνες που έφυγαν και ταυτόχρονα χώρα που θα θέλει κάποιος να μεγαλώσει παιδιά.
Δηλαδή
Δηλαδή να ξαναδούμε τις Ανεξάρτητες Αρχές, να τις ενισχύσουμε, να συμφωνήσουμε στον τρόπο ανάδειξης των διοικήσεων. Στη Δικαιοσύνη –ταχύτητα και θεσμική θωράκιση, χρονικά όρια στην απονομή δικαιοσύνης, ψηφιοποίηση διαδικασιών και πλήρης διαφάνεια στα στάδια υποθέσεων, αλλαγή στον τρόπο επιλογής ανώτατων δικαστών. Να ξαναδούμε τη λειτουργία της Βουλής και να αποκαταστήσουμε τη θεσμική της σοβαρότητα –ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος, υποχρεωτική παρουσία υπουργών με σαφή χρονικά όρια απαντήσεων, περιορισμός της πρόχειρης fast-track νομοθέτησης και δημόσια αξιολόγηση των νόμων για το τι λειτούργησε και τι όχι. Να επαναθεμελιώσουμε τη Δημόσια Διοίκηση με κανόνες και όχι με πρόσωπα, με καθολική αξιοκρατία, ψηφιακή ιχνηλασιμότητα αποφάσεων και σταθερή αξιολόγηση δομών. Να διασφαλίσουμε πλήρη διαφάνεια σε χρηματοδοτήσεις και δημόσιες συμβάσεις, με ανοικτά δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και αυστηρούς ελέγχους. Και να κατοχυρώσουμε ένα πραγματικά πλουραλιστικό και ισορροπημένο μιντιακό περιβάλλον, με διαφανή κατανομή πόρων, ισχυρή εποπτεία και καθαρούς κανόνες λειτουργίας. Και πολλά άλλα ακόμη καλύτερα και πιο ώριμα παρουσιασμένα.
Επίλογος
Όποιος πολυεπίπεδος εκσυγχρονισμός και αν εξαγγελθεί, όποιος λειτουργικός εκσυγχρονισμός και αν υλοποιηθεί, ο πυρήνας του ελληνικού προβλήματος θα παραμείνει άθικτος. 52 χρόνια από την Μεταπολίτευση χρειαζόμαστε θεσμική ανάταξη – μετεξέλιξη – συγχρονισμό. Αυτό είναι το στοίχημα και με αυτό πιστεύω ότι πρέπει να ασχοληθούν όλα τα κόμματα στο άμεσο μέλλον.