Skip to main content

Κρίκοι και υποκλοπές: Του Λευτέρη μάς ελευθερώνουν, του Αρείου Πάγου μάς παγώνουν

Η απόφαση του Αρείου Πάγου να βάλει στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών είναι τέτοια που ενστικτωδώς δημιουργεί αλγεινή εντύπωση για τη Δικαιοσύνη εν γένει και χαρακτηρίζεται το λιγότερο λυπηρή και το περισσότερο επικίνδυνη

Τουλάχιστον περήφανους μας έκανε γι’ άλλη μια φορά ο Λευτέρης Πετρούνιας, ο Ολυμπιονίκης μας και απόλυτος άρχοντας του αθλήματος των κρίκων. Μας απελευθέρωσε αυθόρμητα ένα χαμόγελο στο στόμα, ένα δάκρυ στα μάτια κι ένα φτερούγισμα χαράς στην καρδιά. Η μακρά προσπάθειά του τόσα χρόνια, από τα μετάλλια στους Ολυμπιακούς του Ρίο και του Τόκιο, τα μετάλλια επίσης στα τόσα παγκόσμια και πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα, δεν γράφει μόνο χρυσές σελίδες στην ελληνική, παγκόσμια και Ολυμπιακή ιστορία, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί πυξίδα και απόδειξη όλων των ρήσεων για τους κόπους που επιβραβεύονται. Αυτούς που γίνονται με προγραμματισμό, με σχεδιασμό, χωρίς να αφήνεται τίποτα στην τύχη. Το ότι ο Πετρούνιας γυρίζει από το Παρίσι με το χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, πίσω από τους δύο Κινέζους -λαμπροί αθλητές και οι δύο-, είναι αναμφισβήτητα γεγονός. Από αυτά που μας κάνουν να υψώνουμε ανάστημα. Αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς πως όλη η Ελλάδα μαζί είναι σε μέγεθος όσο ένα επαρχιακό λιμάνι της Κίνας των 1,5 δισ. κατοίκων, αυτή η σύγκριση δείχνει και το μέγεθος της επιτυχίας. Ο Πετρούνιας από όπου περνά σαρώνει. Όμως δεν σαρώνει μόνο με τη συγκομιδή των μεταλλίων του. Σαρώνει με το ήθος του, τη στάση ζωής του. Σαρώνει επίσης με τον δημόσιο λόγο του: σεμνός, ταπεινός και ουσιαστικός. Δεν κρύβει την όρεξή του για ζωή, τον σεβασμό του για όσους είναι δίπλα του, τη διάθεσή του να συνεχίσει να αγωνίζεται. Και μάλιστα μην κρύβοντας τα 33 χρόνια του, έχει το σθένος να κλείνει το μάτι στους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2028, στο Λος Άντζελες. Εν ολίγοις ο Λευτέρης με τους κρίκους του μας απελευθερώνει από μύρια όσα βλέπουμε καθημερινά και γίνεται παράδειγμα ζωής. Κάποιοι μάλιστα δεν διστάζουν να πουν πως ο βίος και η προσπάθεια ενός τέτοιου αθλητή ίσως θα ήταν μια καλή ιδέα να διδάσκεται ή να παρουσιάζεται οργανωμένα στις νέες γενιές. Γιατί στον αγώνα για τη δημιουργία προτύπων ο Λευτέρης ίσως αποτελεί μια καλή λύση, ίσως και μια ιδανική περίπτωση. Αυτή που σε ανυψώνει, αυτή που σε κάνει να ελπίζεις. Και ευτυχώς υπάρχουν πολλά που μας κάνουν να ελπίζουμε ακόμη σε αυτήν τη χώρα…

Υπάρχουν όμως κι άλλα που δυστυχώς βάζουν την ελπίδα στον πάγο. Ίσως ένα από αυτά -δεκάδες άλλα στέκονται στη σειρά- είναι και η απόφαση του Αρείου Πάγου για την υπόθεση των υποκλοπών. Με ή χωρίς εισαγωγικά θα λέγαμε πως πάγωσε πολλούς από αυτούς που λένε καθημερινά πως έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Από αυτούς που πιστεύουν στη δικαιοσύνη, που τη θεωρούν τυφλή και της έχουν και τυφλή εμπιστοσύνη. Κλονίστηκαν. Πάγωσαν όπως θα λέγαμε πολύ απλά. Η απόφαση του Αρείου Πάγου να βάλει στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών είναι τέτοια που ενστικτωδώς δημιουργεί αλγεινή εντύπωση για τη Δικαιοσύνη εν γένει και χαρακτηρίζεται το λιγότερο λυπηρή και το περισσότερο επικίνδυνη. Κι αυτό γιατί εάν κλονιστεί -έχει ξανασυμβεί με μεγάλες υποθέσεις- η εμπιστοσύνη του καθενός από εμάς απέναντί της, δημιουργεί ρωγμές σε αυτό που λέμε «κράτος δικαίου», μεγάλο πλήγμα για μια δημοκρατική κοινωνία.

Το να αρχειοθετήσει μια τέτοια πολύκροτη υπόθεση, σημαντική για τη Δημοκρατία, ουσιαστική για τη λειτουργία των θεσμών, την προάσπιση των ατομικών ελευθεριών, την ανεμπόδιστη δημοσιογραφία, δεν είναι κάτι που περνά απλώς στην ιστορία. Γράφει αντιθέτως ιστορία αυτές τις μέρες ο Άρειος Πάγος και δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει πως σίγουρα ο ιστορικός του μέλλοντος θα ασχοληθεί με την απαιτούμενη ψυχραιμία -λόγω της χρονικής απόστασης από το σήμερα- ενδελεχώς με την υπόθεση.

Μέχρι όμως να φτάσουμε στον ιστορικό του μέλλοντος, ας ρίξουμε μια ματιά στο σήμερα. Αλήθεια, πώς κλείνει μια υπόθεση που αφορά παρακολουθήσεις πολιτικών, όπως ο κ. Ανδρουλάκης, και υπουργών, όπως ο κ. Χατζηδάκης, ανώτατων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως ο κ. Φλώρος, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων και ποιος ξέρει ποιανού άλλου; Πώς γίνεται στο τέλος να λέμε δεν έγινε και τίποτα; Πόσα αυτονόητα ερωτήματα έχουν προσπεραστεί, του τύπου γιατί έγιναν οι παρακολουθήσεις – υποκλοπές, ποιον εξυπηρετούσαν και γιατί δεν κλήθηκαν τουλάχιστον τα θύματα αυτών και βάλαμε την υπόθεση στο αρχείο; Δεν όφειλε η Δικαιοσύνη να αναζητήσει κατ΄ ελάχιστον αυτές τις απαντήσεις; Εδώ, σε αυτήν την περίπτωση η τυφλή δικαιοσύνη σαν να βρίσκει μερικώς το… φως της και βλέπει ό,τι θέλει. Μόνο που όλα αυτά τα βλέπει κι ο τελευταίος πολίτης. Αυτός που – και καλώς υποτίθεται ότι κάνει – έχει τυφλή εμπιστοσύνη σε αυτήν. Εφόσον αυτή κλονίζεται, ο πολίτης τα χάνει, δεν έχει αποκούμπι.

Τις τελευταίες ημέρες έχουν μπει στον δημόσιο διάλογο, τόσο από την πλειονότητα των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά και από σημαντική μερίδα των ΜΜΕ σωρεία ερωτημάτων που αφορούν στον χειρισμό της υπόθεσης των υποκλοπών της ΕΥΠ και του Predator και απαντήσεις δεν δίνονται. Προσπερνιούνται. Σαν να πρόκειται για κάποιο φαγητό που πάγωσε και δεν ξαναζεσταίνεται. Ίσως κάποιοι να σκέφτονται πως αφού ο Άρειος Πάγος την… πάγωσε την υπόθεση, βάζοντάς την στο αρχείο, δεν υπάρχει κιόλας! Και πόσο εύκολο να μην υπάρχει τελικά κάτι που δεν μετρήσαμε, δεν είδαμε, δεν ακούσαμε, δεν άγγιξε τις ζωές μας πρακτικά, παρά μόνο τον υπέρτατο θεσμό της Δικαιοσύνης…