Skip to main content

Το μέγα θαύμα: ο ΟΟΣΑ, η Eurostat και οι Έλληνες που δουλεύουν παραπάνω, αλλά πατώνουν στην ευημερία

Το λογικό ερώτημα που γεννιέται έχει να κάνει με το προφανές: Πώς καταφέρνουμε και τα… καταφέρνουμε! Λίγο πριν βγει ο μήνας δεν υπάρχει ούτε σεντ από τον μισθό, για αποταμίευση ούτε λόγος, ούτε και για την ακρίβεια και πώς την αντιμετωπίζουμε ως θαυματοποιοί!

Άλλο οι κουβέντες στο καφενείο με πρέφα, τάβλι και καφέ, όπως λέει και το τραγούδι, κι άλλο να έρχονται έρευνες από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς που να μας δείχνουν πως σίγουρα κάτι δεν κάνουμε καλά σαν χώρα, σαν πολίτες και μάλιστα διαχρονικά. Συνήθως βέβαια τις αντιμετωπίζουμε χαλαρά, λέγοντας «πού να ξέρουν αυτοί» και συνεχίζουμε. Διαβάζουμε και κρατάμε μόνο ό,τι μας συμφέρει.

Είναι άξιον (ελαφράς) απορίας το πώς καταφέρνουμε να έχουμε κάποιες πρωτιές, σχεδόν διαχρονικά, που έχουν αρνητικό πρόσημο. Κάθε τρεις και λίγο έρχονται έρευνες - καμπανάκια κι εμείς κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου. Άλλο ένα τέτοιο καμπανάκι που αφορά τον χρόνο εργασίας μάς χτυπά ο ΟΟΣΑ, δηλ. ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης που εδρεύει στο Παρίσι και παρακολουθεί τις 38 αναπτυγμένες χώρες-μέλη του, οι οποίες εκ προοιμίου υποστηρίζουν τις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς.

Συγκεκριμένα, στις 29 Νοεμβρίου, η Neuer Zürcher Zeitung (ΝΖΖ),η ελβετική γερμανόφωνη εφημερίδα με έδρα τη Ζυρίχη, δημοσίευσε στοιχεία του ΟΟΣΑ τα οποία δείχνουν πως οι Γερμανοί εργάζονται λιγότερο από όλους τους Ευρωπαίους, ενώ αντιθέτως πιο σκληρά εργαζόμενοι είναι οι Πολωνοί και οι Έλληνες, ενώ επισημαίνεται πως σε όλες τις χώρες οι ώρες εργασίας έχουν μειωθεί σε σχέση με το 2000. Η εφημερίδα, παρουσιάζοντας την έκθεση, αναφέρεται σε «μειούμενη διάθεση εργασίας» των Ευρωπαίων και φωτογραφίζει τους Γερμανούς ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού οι ώρες εργασίας τους ετησίως έχουν περιοριστεί το 2022 σε 1.301, κατά 176 δηλαδή λιγότερες από ό,τι πριν από 23 χρόνια. Στην Αυστρία οι ώρες εργασίας έχουν μειωθεί το ίδιο διάστημα κατά 151 και στην Ελβετία κατά 131, ενώ στην Ελλάδα κατά 80 και αγγίζουν τις 1.700. Προσέξτε όμως τη λεπτομέρεια: οι ώρες εργασίας των Ελλήνων εργαζομένων παραμένουν κατά σχεδόν 400 περισσότερες από των Γερμανών! Και το κερασάκι στην τούρτα για το Βερολίνο δείχνει πως οι Γερμανοί είναι επίσης «πρωταθλητές» στις αναρρωτικές άδειες, με 25 μέρες ετησίως, πολύ περισσότερες από τις 14 του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τις 9 των Ελβετών και τις 6 των Βρετανών!

Το ρεπορτάζ της ΝΖΖ ξεδιπλώνει και μια άλλη αξιοσημείωτη πτυχή του εργασιακού βίου. Έτσι, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) καταγράφηκε το εξής ενδιαφέρον δεδομένο:  κατά τη διάρκεια της πανδημίας οι Γερμανοί εργαζόμενοι απουσίασαν κατά μέσο όρο 20 ημέρες ετησίως, μετά όμως την πανδημία και την επάνοδο στην κανονικότητα, οι ημέρες αναρρωτικής άδειας, αντί να περιοριστούν, αυξήθηκαν! Ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου έχει και η παράμετρος που προκύπτει από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ ότι στην Ευρώπη είναι εμφανής η αλλαγή γενικότερα της κουλτούρας, με στροφή προς τον προσωπικό ελεύθερο χρόνο και τις φιλοδοξίες εκτός εργασίας. Μάλιστα, η εφημερίδα της Ζυρίχης σημειώνει το παρακάτω: πιστώνεται ως δείγμα ευημερίας το γεγονός ότι, για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος στην Ελβετία έχει την άνεση να εργάζεται κατά 40% λιγότερο από έναν εργαζόμενο στην Πολωνία. Ε, κοντά στους Πολωνούς κι εμείς όπως φαίνεται.

Όμως αφού μιλάμε για δείκτες ευμάρειας και κατά πόσο τους προσπερνούμε ασυλλόγιστα, ας θυμηθούμε και πάλι στοιχεία έρευνας του ΟΟΣΑ, τα οποία δημοσιεύτηκαν πριν από λίγους μήνες και πάλι έχουν τη δυναμική… χαστουκιού.  Κι αυτό γιατί ο Οργανισμός εξετάζοντας 11 συνιστώσες (εισόδημα και πλούτος, στέγαση, εργασία και ποιότητα απασχόλησης, υγεία, γνώση και δεξιότητες, ποιότητα περιβάλλοντος, υποκειμενική ευημερία, ασφάλεια, ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, κοινωνικές σχέσεις και συμμετοχή στα κοινά) έβγαζε αβίαστα το συμπέρασμα πως το απογοητευτικό είναι ότι η χώρα μας έχει αρνητικές επιδόσεις, δηλαδή κάτω από τον μέσο όρο των μελών του ΟΟΣΑ σε τουλάχιστον έναν υπο-δείκτη από κάθε συνιστώσα. Ξεχωρίζουμε μόνο στις κοινωνικές -ανέξοδες οικονομικά- αλληλεπιδράσεις αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως είμαστε εξωστρεφείς, δηλαδή έξω καρδιά. Η Ελλάδα μας, έλεγε και πάλι ο ΟΟΣΑ, έχει από τις χειρότερες επιδόσεις σε μισθολογικά θέματα, με τον τρίτο χειρότερο μισθό ανάμεσα στις δεκάδες χώρες-μέλη του.

Τον περασμένο Ιούνιο, ένας ακόμη Οργανισμός μάς φαρμάκωσε και πάλι με τα στοιχεία του. Τότε η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) -θυμίζω είναι υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εδρεύει στο Λουξεμβούργο- μας κατέταξε στην τελευταία ζώνη χωρών της ΕΕ  για το 2023 σε ό,τι έχει να κάνει με την κατά κεφαλήν πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC) εκφρασμένη σε πρότυπα αγοραστικής δύναμης, η οποία και κυμάνθηκε από 70% έως 138% του μέσου όρου της ΕΕ στις 27 χώρες της ΕΕ.

Τι σημαίνει αυτό σύμφωνα με τη Eurostat; Η Ελλάδα κατέγραψε επίσης και το δεύτερο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2023, το οποίο κινήθηκε κατά 33% κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, μια επίδοση χειρότερη μόνο από τη Βουλγαρία, που έχει 36% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Με απλά λόγια η πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC) θεωρείται μέτρο της υλικής ευημερίας και σχετίζεται με όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες που καταναλώνονται πράγματι από τα νοικοκυριά.

Πριν από τέσσερις ημέρες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου με τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), Mathias Cormann, οπότε κι ο τελευταίος του παρουσίασε την τακτική Οικονομική Επισκόπηση του Οργανισμού για την Ελλάδα. Μετά από αυτό, ο κ. Μητσοτάκης με μια δήλωσή του 2.151 λέξεων αναφέρθηκε στις επιτυχίες της κυβέρνησής του την τελευταία πενταετία με εκτενείς αναφορές στη μείωση της ανεργίας, την απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, τον μετασχηματισμό της χώρας μας στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, την αύξηση της παραγωγικότητας, την πάταξη της φοροδιαφυγής, την αντιμετώπιση των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή, αλλά και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και της καινοτομίας. Όλα αυτά στον δημόσιο λόγο, με ανοιχτά μικρόφωνα. Το τι διημείφθη στη συνάντηση δεν μπορώ να το ξέρω με βεβαιότητα, αλλά υποψιάζομαι πως θα μπήκαν στο τραπέζι τουλάχιστον οι δύο προηγηθείσες εκθέσεις!

Το πώς γίνεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ και κατ΄ επέκταση τη Eurostat, να έχει από τις χειρότερες επιδόσεις σε μισθολογικά θέματα και περιμένει το 2027 να έχει κατώτατο μισθό τα 950 ευρώ -κλειδωμένα μάλιστα με τον ασφαλή αλγόριθμο της Κεραμέως-, ενώ πληρώνει τα 31 τετραγωνικά σε οικοδομή του ’60 στην Κασσάνδρου με 340 ευρώ χατιρικώς, αγοράζει το λίτρο λάδι σε προσφορά 12 ευρώ και πληρώνει τον καφέ καθήμενος με τα κουλουράκια δωρεάν κοντά στο πεντάευρο, παρακαλώ να μου το εξηγήσετε…

Το λογικό ερώτημα που γεννιέται έχει να κάνει με το προφανές. Πώς καταφέρνουμε και τα… καταφέρνουμε. Λίγο πριν βγει ο μήνας δεν υπάρχει ούτε σεντ από το μισθό, για αποταμίευση ούτε λόγος, ούτε και για την ακρίβεια και πώς την αντιμετωπίζουμε ως θαυματοποιοί. Θα μου πείτε, δουλεύουμε πιο πολύ από όλους, δεν… αρρωσταίνουμε τόσο συχνά, «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου» (ή το κορίτσι μου ή ό,τι άλλο θέλετε) που λέει η Μαρινέλλα μάς φτάνουν, κι από δω παν κι άλλοι (δείκτες διεθνών  οργανισμών).