Skip to main content

Μηχανάκια στα πεζοδρόμια: Το… αθέατο πρόβλημα του δημόσιου χώρου στη Θεσσαλονίκη (φωτο)

Οι κανόνες κίνησης και στάθμευσης είναι οι ίδιοι για όλα τα τροχοφόρα, χωρίς καμία εξαίρεση και χωρίς καμία δικαιολογία για την καταστρατήγηση τους

Όποιος περπατάει στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης αποκομίζει την αίσθηση της παρακμιακής, περιφερειακής, βαλκανικής πόλης, κυρίως λόγω της απόλυτης περιφρόνησης που υπάρχει στον δημόσιο χώρο και εκφράζεται σε όλα τα επίπεδα. Αν -για παράδειγμα- ρωτήσει κανείς τους ξενοδόχους της Θεσσαλονίκης ποια είναι τα βασικά «παράπονα» που κάνουν οι πελάτες τους κατά τη διαμονή τους στη Θεσσαλονίκη -στην πραγματικότητα ποιες είναι οι αρνητικές παρατηρήσεις τους για την πόλη- θα σου απαντήσουν ότι συχνά ακούνε για την προβληματική καθαριότητα, για το κυκλοφοριακό, αλλά και για τη μαζική και συστηματική παρουσία των δίκυκλων επάνω στα πεζοδρόμια, όπου κατά βάσιν παρκάρουν. Ενίοτε κινούνται κιόλας. Κι επειδή σχεδόν πάντα ένας… τρίτος κάνει σωστές παρατηρήσεις, διότι η ματιά του και η κρίση του δεν έχουν φθαρεί από την καθημερινότητα στο συγκεκριμένο περιβάλλον, οι επισημάνσεις των επισκεπτών της Θεσσαλονίκης είναι κατά κανόνα -και ως μέσος όρος- σωστές.

Image

Άλλωστε με λίγη προσπάθεια στιγμιαίας αποστασιοποίησης και ο κάθε κάτοικος της πόλης μπορεί να καταγράψει με ακρίβεια -και πλέον να φωτογραφίσει- τα συγκεκριμένα προβλήματα. Κι αν η αποκομιδή των απορριμμάτων είναι ιστορία δεκαετιών, την οποία μόνος αρμόδιος για να παλέψει είναι ο δήμος -φυσικά με τη συνδρομή των δημοτών-, και το κυκλοφοριακό «περιμένει» τη δρομολόγηση του μετρό, η ιστορία με τα δίκυκλα, κυρίως μηχανάκια, που παρκάρουν στα πεζοδρόμια είναι διαφορετική. Το μόνο που εκφράζει είναι η απροθυμία των δικυκλιστών να αναζητήσουν πάρκινγκ μακριά από το σπίτι τους, τη δουλειά τους ή το σημείο προορισμού τους. Διότι αυτή είναι η νοοτροπία με την οποία κινούνται οι δικυκλιστές. Στον μεν δρόμο εκμεταλλεύονται την ευελιξία και οδηγούν συχνά επικίνδυνα και με μεγάλες ταχύτητες ανάμεσα στα αυτοκίνητα, στη δε στάθμευση παρατάνε τη μηχανή όπου να’ ναι, σε όποιο πεζοδρόμιο και όποιο σημείο τους βολεύει.

Image

Η αλήθεια είναι ότι η Θεσσαλονίκη έχει πολλά δίκυκλα, κάτι που οφείλεται σε διάφορους λόγους, ορισμένοι εκ των οποίων έχουν -κατά κάποιο τρόπο- τοπικά χαρακτηριστικά. Οι μικρές σε γενικές γραμμές αποστάσεις, σε συνδυασμό με την «ανάπηρη» αστική συγκοινωνία συντελούν στην επιλογή δίκυκλου για τις μετακινήσεις. Το πρόβλημα, μάλιστα, παραμένει ουσιαστικά αθέατο και εκτός δημόσιας συζήτησης, σε αντίθεση -για παράδειγμα- με τα τραπεζοκαθίσματα που -σωστά- αίρουν όλες τις αμαρτίες κατάληψης πεζοδρομίων και άλλων δημοσίων χώρων. Μόνο που σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αλλά και με τους στοιχειώδεις κανόνες κοινωνικής και πολιτισμένης συμπεριφοράς, οι δυνατότητες που σε πρακτικό επίπεδο παρέχουν οι δύο τροχοί δεν μπορεί να εξαντλούνται καταχρηστικά. Διότι όντως ένα μηχανάκι -σε αντίθεση με ένα αυτοκίνητο- μπορεί να κινηθεί και να παρκάρει σε πεζοδρόμια, πλατείες και άλλους ανοιχτούς χώρους, όπως είναι η παραλία. Μόνο που δεν δικαιούται να τα κάνει όλα αυτά, για την ακρίβεια τίποτε από αυτά. Οι κανόνες κίνησης και στάθμευσης είναι οι ίδιοι για όλα τα τροχοφόρα, χωρίς καμία εξαίρεση και χωρίς καμία δικαιολογία για την καταστρατήγηση τους. Ειδικά για το παρκάρισμα, η πιο συνηθισμένη δικαιολογία των δικυκλιστών της Θεσσαλονίκης είναι ότι οι ειδικά διαμορφωμένοι χώροι που υπάρχουν στο κέντρο είναι λίγοι και πάντοτε πλήρεις. Πέραν του ότι αυτό δεν ισχύει σε απόλυτο βαθμό είναι δεδομένο ότι στο πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης όποιος θέλει να παρκάρει οποιοδήποτε τροχοφόρο κατά κανόνα θα ταλαιπωρηθεί. Πιθανόν θα βρεθεί να το αφήνει μακρύτερα από τον προορισμό του, ίσως θα αναγκαστεί να πληρώσει σε κάποιο ιδιωτικό ή δημοτικό πάρκινγκ. Πρόκειται για δεδομένα που είναι αυτονόητα και κοινώς παραδεκτά για τα αυτοκίνητα, αλλά αποτελούν παντελώς άγνωστες έννοιες για τα δίκυκλα και τους οδηγούς τους, οι οποίοι στις σχετικές συζητήσεις επαναλαμβάνουν μονότονα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς θέσεις νόμιμης στάθμευσης, αλλά και ότι υπάρχουν λόγοι ασφαλείας, επειδή τα δίκυκλα είναι ευκολότερο να κλαπούν.

Image

Όλα αυτά μπορεί να ισχύουν, αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν (μπορεί να) βρίσκεται πάνω από την ευταξία και το κοινωνικό συμφέρον. Είναι προβλήματα που οι δικυκλιστές καλούνται να λύσουν. Όπως ακριβώς και όσοι κινούνται με τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα και γυρνούν σαν τις… άδικες κατάρες για να βρουν θέση στάθμευσης, ενώ ταυτόχρονα κινδυνεύουν να… εισπράξουν κλήση. Αλλά και όσοι στη Θεσσαλονίκη κινούνται με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, δηλαδή με τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ, έχουν να ξεπεράσουν τα δικά τους προβλήματα και να προσαρμοστούν στις συνθήκες. Επειδή τα λεωφορεία περνούν αραιά και που. Επειδή στο εσωτερικό τους οι επιβάτες στοιβάζονται σαν παστές σαρδέλες. Επειδή οι στάσεις είναι αραιές και για τον προορισμό συνήθως χρειάζεται αρκετό περπάτημα με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Έτσι όπως κινούνται οι δικυκλιστές τίποτε απ’ όλα αυτά (θεωρούν ότι) δεν τους αγγίζει, ούτε τους αφορά. Πηγαίνουν από πόρτα σε… πόρτα ή για την ακρίβεια από πεζοδρόμιο σε… πεζοδρόμιο αδιαφορώντας για τους πεζούς και τις ανάγκες τους, ενώ ούτε λόγος, ούτε καν υποψία, για αισθητική και σεβασμό δημόσιου χώρου. Ίσως επειδή η ανοχή της τροχαίας και της Δημοτικής Αστυνομίας απέναντι στα δίκυκλα είναι μεγάλη, στα όρια του ανέλεγκτου.

Υ.Γ. Η φωτογραφία που δημοσιεύεται στη βάση αυτού του κειμένου έχει τραβηχτεί τις τελευταίες ημέρες έξω από το Δημοτικό Ωδείο, που βρίσκεται στην οδό Κουντουριώτη, ακριβώς απέναντι από το κτήριο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στο λιμάνι. Το πεζοδρόμιο είναι στενό και το έχουν καταλάβει κάποιες μηχανές, που εμποδίζουν τη διέλευση. Ακριβώς έξω από ένα δημοτικό κτίριο.   

Image