Skip to main content

Τo μπαλάκι ευθυνών για τα Τέμπη, η ΕΕ και η ρήτρα διαφυγής

Σκηνές αρχαίου δράματος θυμίζουν όσα έχουν δει τα μάτια μας -και συνεχίζουν να βλέπουν- από το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου έως τώρα

Σε πέπλο λύπης είναι σκεπασμένη η ελληνική κοινωνία από τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, με άλλους χωμένους πιο βαθιά κι άλλους λιγότερο. Οι οικογένειες κι οι συγγενείς των θυμάτων σηκώνουν τον μαρτυρικό σταυρό του θρήνου χωρίς ημερομηνία λήξης. Όλοι όσοι με  τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδέονταν με τα θύματα, σηκώνουν μικρότερο φορτίο και στην… περίμετρο εμείς, συγκλονισμένοι αρκούντως για τον χαμό των 57 στα Τέμπη, μια από τις πλέον μαύρες σελίδες της σύγχρονης σιδηροδρομικής ιστορίας μας. 

Το τι έχουν δει τα μάτια μας -και συνεχίζουν να βλέπουν- από το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου έως τώρα, θυμίζει σκηνές τουλάχιστον αρχαίου δράματος. Ή ακόμη καλύτερα, παλιού καλού ελληνικού σινεμά. Το ’59 ο Σακελλάριος  έγραψε και σκηνοθέτησε την αριστουργηματική ταινία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο». Εκεί, στη μνημειώδη σκηνή με το μαλλλιοτράβηγμα των μαθητριών, «έπαιξε» κι η περίφημη ατάκα: «Εγώ κοιτούσα τη Γιαδικιάρογλου που κοιτούσε την Πετροπούλου, που κοιτούσε την Πετροβασίλη». Σήμερα, 64 χρόνια μετά, βλέπουμε επανάληψη της σκηνής, με το μπαλάκι των ευθυνών να πηγαινοέρχεται σε ένα δράμα απολύτως σύγχρονο, μην πω διαχρονικό. Καμωνόμαστε πως ζούμε σε ένα σύγχρονο κράτος, αλλά -ας είμαστε ρεαλιστές- τα λεφτά που ρίξαμε δεν έπεσαν ποτέ στις ράγες κι έχουμε πολύ δρόμο ακόμη μέχρι να κάνουμε πράξη αυτό που είναι  αυτονόητο για τους άλλους Ευρωπαίους συγκατοίκους μας.
Την ώρα, πάντως, που τρέχουν αυτά τα δραματικά εντός, στο ευρωπαϊκό χωριό μας συμβαίνουν εξαιρετικά σημαντικά πράγματα, που λόγω της θλίψης ή και του λοξοκοιτάσματός μας προς τις εκλογές μας διαφεύγουν. Ας κάνουμε ζουμ σε μια απόφαση που πέρασε την προηγούμενη εβδομάδα στην ΕΕ και δείχνει τον άλλο δρόμο που θα ακολουθήσουμε τα επόμενα χρόνια: πρόκειται για τη λεγόμενη ρήτρα διαφυγής. Από το 2024, όπως ανακοίνωσε η Κομισιόν, η ρήτρα διαφυγής θα απενεργοποιηθεί, οπότε και θα ξεκινήσει μία περίοδος αποκλιμάκωσης του χρέους, το οποίο έχει αυξηθεί πάνω από το όριο του 60% του ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Η απενεργοποίησή της σημαίνει πως τα όποια περιθώρια αναζητούνταν (και βρίσκονταν) για την περιβόητη αύξηση των δημόσιων δαπανών πλέον θα είναι σαφώς μικρότερα. 

Σημειώστε πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε ήδη και τις κατευθυντήριες γραμμές, ορίζοντας ένα γενικό πλαίσιο για τη δημοσιονομική πολιτική μας από το επόμενο έτος. Και βέβαια, σε δύο μήνες από τώρα θα… ράψει το κουστούμι για κάθε χώρα-μέλος ξεχωριστά, με ειδικές συστάσεις για τους προϋπολογισμούς του ’24. Γιατί οι Βρυξέλλες ακολουθούν αυτήν τη γραμμή; Γιατί, θυμίζω, η Κομισιόν χαράσσει νέα γραμμή ισορροπίας, ώστε, σύμφωνα με την ίδια, να λαμβάνεται υπόψη η  νέα οικονομική πραγματικότητα μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση.
Εμείς προφανώς έχουμε το υψηλότερο χρέος στην ΕΕ -πάνω από το 170% του ΑΕΠ- και η δημοσιονομική προσαρμογή μας ήδη ξεκίνησε. Θυμίζω πως με τον τρέχοντα προϋπολογισμό να προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ, οι αναλυτές λένε πως από του χρόνου ο στόχος είναι για μεγαλύτερο πλεόνασμα, κάτι που θα ωθήσει στην αποκλιμάκωση του χρέους.

Όλα αυτά όμως θα πρέπει να γίνουν μέρος και της πολιτικής ατζέντας ενόψει των εκλογών. Να μας καταθέσουν δηλαδή τα κόμματα ευθαρσώς πώς προσεγγίζουν τέτοιου είδους περιορισμούς, για να μην βομβαρδιζόμαστε μετά με «θέλαμε να κάνουμε το ένα ή το άλλο, αλλά η ΕΕ και το χρέος βλέπετε…». Να μας πουν πόσο θα είναι το αναγκαστικό «ψαλίδι» στις δημόσιες δαπάνες μας, με άλλα λόγια τι θα μπορέσουν να κάνουν για τις δημόσιες υποδομές μας σε τεχνολογίες, προσωπικό και ό,τι άλλο. Μπορούν να «ρίξουν» κονδύλια στους σιδηροδρόμους μας, για παράδειγμα, ή έχουμε μόνο για ποντικοφάρμακο στους σταθμούς ελέγχου; Μπορούν να επενδύσουν στα αεροδρόμιά μας ή θα περιμένουμε άλλες τραγωδίες, για να το ξαναπάρουμε φτου κι απ’ την αρχή;