Skip to main content

Ο Άλκης, η Γεωργία και η θολούρα για τη Θεσσαλονίκη ως πόλη με... ειδικές ανάγκες

Η στρέβλωση της πραγματικότητας, η διόγκωση των αρνητικών και η δημιουργία κλίματος κοινωνίας σε... αποδρομή δεν αξίζει στην πόλη.

Είχα γράψει πριν από χρόνια μια αντίστοιχη άποψη ότι η Θεσσαλονίκη δεν είναι πόλη με ειδικές ανάγκες, ούτε η μύγα μέσα στο γάλα για να ξεχωρίζει για τα θετικά της ή τα αρνητικά της από τις άλλες μεγαλουπόλεις της χώρας και ειδικά από την Αθήνα, τηρουμένων των αναλογιών στα μεγέθη.

Με αφορμή τη δολοφονία του 19χρονου Άλκη Καμπανού στη Χαριλάου και την περίπτωση της 24χρονης Γεωργίας Μπίκα, που κατήγγειλε ότι έπεσε θύμα βιασμού, όπως μια σειρά άλλων γεγονότων, επανέρχομαι, διότι και πάλι δημιουργείται από πολλούς εντός και εκτός πόλης ένα κλίμα, το οποίο δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.

Πέρα από τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, που την κάνουν να έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, η Θεσσαλονίκη κατοικείται από πολίτες, οι οποίοι σε τίποτα δε διαφέρουν από τους κατοίκους της Αθήνας, της Λάρισας, της Πάτρας, του Ηρακλείου και των Ιωαννίνων. Τουλάχιστον σε επίπεδο νοοτροπίας και καθημερινής συμπεριφοράς.

Όποιοι καλλιεργούν ένα κλίμα «ιδιαιτερότητας» και «ειδικών αναγκών» πρώτα πρέπει να κατανοήσουν πως αυτή η λογική είναι κοντόφθαλμη. Δεν είμαστε σε αυτή την πόλη κάτι... σπέσιαλ. Είμαστε κάτι... νορμάλ κι όσο δεν θέλουν κάποιοι να το αντιληφθούν τόσο θα πολλαπλασιάζονται οι στρεβλώσεις στην κοινωνική συμπεριφορά, που έχει σημαντικό αντίκτυπο συνολικά στην εξέλιξη της περιοχής.

Η αγωνία μου (που ελπίζω να μην είναι μόνο δική μου) είναι μην τυχόν και τέτοιες συμπεριφορές, τέτοιες νοοτροπίες που ορισμένοι προσπαθούν να εδραιώσουν, αποτελέσουν στην πορεία της πόλης στο χρόνο, τροχοπέδη στην ανάπτυξή της και βαρίδιο, που θα την κρατήσει πίσω. Το έχουμε δει να συμβαίνει στο παρελθόν. Τέτοιες νοοτροπίες διαταράσσουν (ή και χειρότερα) την εύθραυστη λόγω των συγκυριών κοινωνική συνοχή, δημιουργούν άγονες αντιπαλότητες, πολώνουν μια θυμωμένη κοινωνία και εκτονώνουν τη λαϊκή οργή για τις πάσης φύσεως αρνητικές εξελίξεις. Κυρίως στρεβλώνουν την πραγματικότητα της Θεσσαλονίκης.

Σε τι διαφέρουν τα ευρήματα της Αστυνομίας στους συνδέσμους των οπαδών του ΠΑΟΚ και του Άρη από τα ευρήματα σε αντίστοιχους συνδέσμους των υπολοίπων ομάδων; Πόσες φορές έχουμε εμπρησμούς στεκιών των οπαδών στη Θεσσαλονίκη και πόσες στην Αθήνα; Πόσες συγκρούσεις οπαδών σε δημόσιο χώρο με εισαγόμενους μάλιστα χούλιγκαν καταγράφονται στην Αττική και πόσες στη Θεσσαλονίκη; Πόσες περιοχές της Αθήνας είναι απροσπέλαστες τις νύχτες από οπαδούς αντίπαλων ομάδων, διότι θεωρούνται «έδρες» - φέουδα οπαδών μιας ομάδας; Πόσες αντίστοιχες περιοχές έχουμε στη Θεσσαλονίκη; Πόσα «ραντεβού θανάτου» δίνονται στην Αθήνα και πόσα στη Θεσσαλονίκη; Τόσο εύκολα ξεχνάει κανείς τον θάνατο του Μιχάλη Φιλόπουλου, οπαδού του Παναθηναϊκού, σε τέτοιο ραντεβού μίσους; Θα πει κανείς ότι η δολοφονία του Άλκη, στη Χαριλάου, επειδή απλώς τόλμησε να πει το αυτονόητο για εκείνον, ότι είναι Άρης, δεν έγινε σε οπαδικό ραντεβού και θα έχει δίκιο. Γιατί ξεχνάμε τον θάνατο δύο επίσης ανυποψίαστων φιλάθλων του ΠΑΟΚ οι οποίοι κάηκαν ζωντανοί όταν έπεσε βόμβα μολότοφ στο αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν, στην Εθνική Οδό, στην Αττική, κατά την επιστροφή τους τον Απρίλιο του 1991 από αγώνα της ομάδας τους στην Αθήνα;

Ήταν ο Γιάννης Μπουτάρης το πρώτο ή το μόνο θύμα επίθεσης από «οργισμένους» πολίτες (κι αυτό το παράδειγμα κυκλοφορεί ευρέως); Δηλαδή ξεχάσαμε τον Χατζηδάκη ή τον Κουμουτσάκο έτσι εύκολα; Έχει εξετάσει κάποιος κατ' αναλογία πόσα εγκλήματα διαπράττουν ανήλικοι ή νεαροί στην Αττική και πόσα στη Θεσσαλονίκη προτού καταλήξει ότι η δεύτερη είναι μια... σκοτεινή και επικίνδυνη πόλη, τα σχολεία της οποίας ελέγχονται από φανατικούς; Για να μην περάσουμε στους βιασμούς, στα πάρτι, στη νύχτα και στα κυκλώματα, όπου κοντεύουμε να καταντήσουμε τη Θεσσαλονίκη έδρα του διεθνούς σωματεμπορίου, άφιλη πόλη για τις γυναίκες, με νύχτα βουτηγμένη στα ναρκωτικά, στα όπλα και στην παρανομία... Ξεχνάμε τις δεκάδες δολοφονίες για ξεκαθάρισμα λογαριασμών, το «συνδικάτο του εγκλήματος» και δεκάδες άλλα παρόμοια περιστατικά, που συγκλονίζουν συχνά πυκνά το πανελλήνιο και δεν έχουν έδρα τη Θεσσαλονίκη... Ξεχάσαμε τόσο γρήγορα τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ μέρα μεσημέρι και θυμόμαστε τη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ...

Όλη αυτή η υπερβολή, την οποία σε κάθε ευκαιρία ευαγγελίζεται ο κάθε... πικραμένος, επειδή βρήκε ένα βήμα στα social media δεν προσφέρει και δεν προσθέτει τίποτα στην πόλη. Αφαιρεί, υποβαθμίζει και δημιουργεί μια αλλοιωμένη πραγματικότητα. Κάποιοι προφανώς αρέσκονται σε αυτό το παιχνιδάκι. Με όπλο την περιπτωσιολογία βρίσκουν επιχειρήματα για να υποστηρίξουν τον διαρκή θυμό τους, τη δίψα τους για εκδίκηση, την αποστροφή τους πιθανώς για την κοινωνία της πόλης, την έξοδό τους από την αφάνεια. Βρίσκουν διέξοδο στα προβλήματά τους και ουδόλως αναδεικνύουν τα προβλήματα της πόλης.

Η Θεσσαλονίκη δεν έχει κανενός τέτοιου είδους πρόβλημα. Το πρόβλημα το έχουν ορισμένοι διαρκώς θυμωμένοι. Ε ας πάνε να διαχειριστούν το θυμό τους και να ζητήσουν επιστημονική βοήθεια, διότι ούτε το Facebook, ούτε το Instagram, ούτε το Tik Tok και το Twitter μπορεί να τους βοηθήσει. Η εκτόνωση μέσω του δημόσιου λόγου δεν είναι ανακάλυψη της ψηφιακής εποχής. Πολύ προτού ανακαλυφθούν τα κινητά, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το Ίντερνετ, το φαινόμενο αποτελούσε μέρος της κοινωνικής συμπεριφοράς ορισμένων. Απλώς τώρα βρίσκουν περισσότερο ακροατήριο κι επειδή οι φωνές συναντώνται δημιουργούν και κλίμα. Τα σύνορα έπεσαν και βρήκαν ορισμένοι τη δική τους ευκαιρία. Τοξικό κλίμα και στρεβλή εικόνα για την πραγματικότητα.

Όσοι επιχειρούν να καταδείξουν ότι η Θεσσαλονίκη είναι φυτώριο βίας, σκοταδισμού, ανομίας και πλείστων όσων άλλων δεν διστάζουν να συνδέσουν όλα αυτά τα περιστατικά με προηγούμενες περιόδους της Ιστορίας της πόλης πραγματικά σκοτεινές και να επαναφέρουν ένα παρελθόν για το οποίο η πόλη μόνο υπερήφανη δεν μπορεί να είναι. Οι πολιτικές δολοφονίες που έγιναν στη Θεσσαλονίκη μέσα σε ένα κλίμα όχι τοπικό, αλλά ευρέως κοινωνικό και πανελλαδικό, τα γεγονότα στην πόλη που συντάραξαν το πανελλήνιο κάποτε, πριν από πολλές δεκαετίες, δεν κατόρθωσαν καν να στιγματίσουν την πόλη. Τα θυμόμαστε ως αρνητικά παραδείγματα στην υπερχιλιετή πορεία της Θεσσαλονίκης και ως τίποτα περισσότερο. Και το εύφορο έδαφος για το «παρακράτος» έπαψε να είναι εύφορο εδώ και πολλές δεκαετίες. Με άσχετα σποραδικά γεγονότα η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.

Φαινόμενα «ιδιαιτερότητας» στην τοπική κοινωνία υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα. Σε ποια άλλη τοπική κοινωνία δεν υπάρχουν; Μιλούν ορισμένοι για «θύλακα βίας» θαρρείς και τα τάγματα της Χρυσής Αυγής έκαναν επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη κι όχι στην Αττική. Μιλούν ορισμένοι για κλειστή κοινωνία και οι ίδιοι κομπάζουν για την ανοιχτή και φιλόξενη (έως... ερωτική) αγκαλιά της -πάλαι ποτέ- πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη έχει όλα τα θετικά κι όλα τα αρνητικά κάθε μεγαλούπολης. Και σε επίπεδο κοινωνικής συμπεριφοράς και σε επίπεδο υποδομών και σε επίπεδο νοοτροπίας και σε επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας. Προφανώς με τις τοπικές διαφοροποιήσεις, που είναι αντικείμενο διαρκούς έρευνας για τους κοινωνιολόγους και τους ειδικούς επιστήμονες. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι «γαλατικό» χωριό, ούτε πόλη «με ειδικές ανάγκες». Όσοι συλλήβδην ισοπεδώνουν τα πάντα και κάνουν τουρλού με μίξη περιστατικών το μόνο που πετυχαίνουν είναι να τσουβαλιάζουν αδιακρίτως, στον πανικό τους κάτι να πουν, κάπως να ερμηνεύσουν (εύκολα και στα γρήγορα) τα αρνητικά μεν, όχι όμως πρωτοφανή γεγονότα της καθημερινότητάς μας. Της καθημερινότητας σε όλη τη χώρα κι όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη. Αν τόσο πολύ θέλουν να αισθάνονται ότι ζουν σε μια ξεχωριστή πόλη, καλό είναι να ψάξουν στα θετικά της Θεσσαλονίκης κι όχι στα πολύ λιγότερα αρνητικά.