Ο αθλητισμός είναι γεμάτος από όμορφες ιστορίες και η ιστορία του Ντικ Φόσμπερι, ο οποίος πέθανε χθες, είναι μια από αυτές.
Γεννημένος το 1947, αυτός ο ψηλόλιγνος νεαρός από το Πόρτλαντ του Όρεγκον που έμελε να γίνει ένας θρύλος του κλασσικού αθλητισμού, αρχικά στην εφηβεία του, λόγω ύψους, ασχολήθηκε με το μπάσκετ όμως γρήγορα στο γυμνάσιο στράφηκε στον στίβο και συγκεκριμένα στο αγώνισμα του άλματος εις ύψος, την εξέλιξη του οποίου καθόρισε τελεσίδικα.
Μέχρι το 1968 όλοι οι αθλητές του ύψους πηδούσαν με τον λεγόμενο «ανατολικό παλμό» και τον παλμό straddle, τεχνικές που στην πραγματικότητα ήταν μια εξέλιξη του τρόπου που ο άνθρωπος υπερπηδούσε εμπόδια από την ημέρα που περπάτησε στη γη πριν από χιλιάδες χρόνια, η μετεξέλιξη από το γνωστό «ψαλιδάκι» που όλοι κάναμε παιδιά και μας έρχεται ασυναίσθητα όταν θέλουμε να υπερπηδήσουμε ένα ύψος. Όμως οι τεχνικές αυτές είχαν ένα μειονέκτημα. Έπρεπε ο αθλητής καθ`όλη τη διάρκεια του άλματος να παλεύει με όλο του το σώμα με τον αδυσώπητο νόμο που ανακάλυψε ο Νεύτων, τον νόμο της βαρύτητας.
Ο Ντικ Φόσμπερι ανακάλυψε έναν ιδιοφυή τρόπο να τον ξεγελάσει.
Ο παλμός Φόσμπερι, το Fosbury flop, όπως έμεινε πλέον γνωστό στην ιστορία, είναι ένας νόμιμος τρόπος για να «κλέβει» ο άλτης το σύστημα. Και αυτό γιατί αν παρατηρήσουμε προσεκτικά, βλέποντας αγώνα άλματος εις ύψος, καθ`όλη την διάρκεια του άλματος μόνο ένα κομμάτι του σώματος του άλτη βρίσκεται πάνω από τον πήχη. Το γεγονός αυτό δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό με την πρώτη ματιά γιατί το βλέμμα αιχμαλωτίζεται κυρίως από το γεγονός ότι ο άλτης πηδάει ανάποδα, με την πλάτη προς τον πήχη, ενάντια τρόπω τινά στην λογική.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη λήξη του αγωνίσματος του άλματος εις ύψος στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1968, όπου ο Φόσμπερι εφάρμοσε πρώτη φορά την ιδιοφυή αυτή τεχνική και πήδηξε ψηλότερα από όλους τους συναθλητές του, επικράτησε αμηχανία μεταξύ των κριτών, και καθυστέρησαν επί ώρα να τον ανακηρύξουν νικητή, αφού κάποιοι εξ`αυτών ήθελαν αρχικά να τον ακυρώσουν.
Βλέπετε όπως σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες έτσι και στον αθλητισμό οι πρωτοποριακές ιδέες δεν γίνονται εύκολα δεκτές. Δεν είναι αποδεκτό να «σκοτώσεις» τον Νεύτωνα.
Ευτυχώς πρυτάνευσε η κοινή λογική, ο Φόσμπερι ανακηρύχτηκε νικητής και από τότε οι επιδόσεις στο αγώνισμα του άλματος εις ύψος κυριολεκτικά απογειώθηκαν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα ένας απλώς καλός αθλητής, ύψη όπως το 2.25 μ. τα πηδάει στην αυλή του σπιτιού του και αν θέλει να βρίσκεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες πρέπει να πηδάει τουλάχιστον τα 2,30-2,32 μ.
Ο Φόσμπερι υπήρξε μία από τις πιο 5-10 μεγαλύτερες προσωπικότητες του κλασσικού αθλητισμού και σίγουρα η πιο επιδραστική στο άθλημά του.
Και όπως συνήθως συμβαίνει με τους πρωτοπόρους σε όλους τους τομείς, υπήρξε πάντα εξαιρετικά σεμνός.
Μετά την επιτυχία του και το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του 1968 και σε μία εποχή που η ΤV δεν ήταν τόσο διαδεδομένη, δεχόταν επί χρόνια συνεχείς προσκλήσεις σε talk show και μάλιστα όχι μόνο αθλητικά, προκειμένου να αναλύσει το επίτευγμά του.
Ο ίδιος όμως με μία ανεπιτήδευτη απλότητα μέχρι το τέλος της ζωής δήλωνε:
«Ο κόσμος με τοποθέτησε σε ένα βάθρο και με κράτησε εκεί. Εγώ δεν ήθελα να είμαι στο βάθρο. Πήρα το μετάλλιο μου και ήθελα απλώς να ξανακατέβω κάτω μαζί με όλους τους άλλους».
Δυστυχώς η ευτυχώς η επιθυμία του δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, γιατί κάθε λάτρης του στίβου και κυρίως κάθε άλτης του ύψους την ώρα που παραλαμβάνει το μετάλλιο του βλέπει νοερά στην πίσω πλευρά να γράφει «powered by Dick Fosbury».