Στα 35άρια τμήματα των δημοσίων λυκείων αρρένων και θηλέων του κέντρου της Θεσσαλονίκης στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η προοπτική της εργασίας στο ελληνικό δημόσιο δεν ήταν δημοφιλής. Το αντίθετο. Για την εφηβική νεολαία της μεταπολίτευσης ο εγκλωβισμός σε μία ανιαρή και σαφώς κακοπληρωμένη εκείνη την εποχή δουλειά, δεν αποτελούσε ελκυστικό σενάριο ζωής. Με το ενδιαφέρον να στρέφεται κυρίως στις σπουδές και τα ελεύθερα επαγγέλματα. Ήταν βλέπετε η αίσθηση -και η αισιοδοξία- ενός νέου ξεκινήματος μιας χώρας, μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας που είχε βγει από τη Δικτατορία και βάδιζε ολοταχώς προς την ολοκλήρωση του σοσιαλιστικού οράματος, που στην εγχώρια εκδοχή του σήμαινε -θεωρητικά τουλάχιστον- πρόοδο και ίσες ευκαιρίες, μέσω των οποίων ο καθένας θα προχωρούσε με βάση, το ταλέντο και την εργατικότητά του, δηλαδή την αξία του. Η εξέλιξη της ιστορίας για εκείνη τη γενιά απέδειξε πως οι έφηβοι εκείνης της εποχής ό,τι έλεγαν το εννοούσαν. Στα reunion των 60άρηδων και βάλε σήμερα συμμαθητών εκείνης της περιόδου η καταγραφή του επαγγελματικού βίου περιλαμβάνει περιορισμένο ποσοστό Δημοσίου.
Στην πορεία των 45 χρόνων από τότε στην Ελλάδα άλλαξαν πολλά, σχεδόν όλα. Κυρίως αναπτύχθηκε μια μοιρολατρική κουλτούρα ελάσσονος προσπάθειας, που στην εργασιακή της έκφραση αντικατοπτρίζεται στον προσανατολισμό προς το Δημόσιο, στο οποίο επίσης άλλαξαν πολλά. Το ελληνικό δημόσιο επεκτάθηκε πολύ και μαζί γενικεύθηκε η αναξιοκρατία, μέσω της προς τα κάτω ισοπέδωσης, ενώ αυξήθηκαν οι μισθοί. Κάτι -για να έρθουμε επιτέλους στο σήμερα!- που παραμένει έτσι παρά την τεράστια κρίση της δεκαετίας του 2010, κατά την οποία οι προσλήψεις στο δημόσιο περιορίστηκαν με στόχο τη συρρίκνωση του μεγέθους του, ενώ οι μισθοί «κουρεύτηκαν» σε σημαντικό ποσοστό. Παρ’ όλα αυτά το ελληνικό δημόσιο ως εργοδότης εξακολουθεί να ασκεί μέχρι σήμερα γοητεία.
Τέσσερις επισημάνσεις
Είναι χαρακτηριστικό ότι το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής σε ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα ο πρόεδρος του ΑΣΕΠ -του αρμόδιου για τις προσλήψεις στο Δημόσιο οργάνου της πολιτείας- Θάνος Παπαϊωάννου έκανε ορισμένες μελαγχολικές επισημάνεις. Σημειώστε:
Πρώτον, μέχρι τις 10.00 το πρωί της Παρασκευής, είχαν υποβάλει αίτηση για πρόσληψη στο Δημόσιο, για 2.217 θέσεις κατόχων απολυτηρίου λυκείου, 96.500 υποψήφιοι και ήταν ακόμη σε κατάσταση προχωρημένης επεξεργασίας αιτήσεων αρκετές χιλιάδες άτομα. Με την προθεσμία να λήγει σήμερα το μεσημέρι οι αιτήσεις ήδη έχουν ξεπεράσει τις 100.000. Με άλλα λόγια, για μία και μόνο προκήρυξη εξεδήλωσαν ενδιαφέρον οι μισοί και παραπάνω από όσους είχαν υποβάλει υποψηφιότητα σε όλες τις προκηρύξεις μοριοδότησης όλο το 2024, που ήταν 180.000 περίπου.
Δεύτερον, οι αριθμοί αυτοί εντυπωσιάζουν και προβληματίζουν τον κ. Παπαϊωάννου, καθώς όχι μόνο ο συνολικός αριθμός που είναι από μόνος του εντυπωσιακός εάν σκεφτούμε ότι πάνω από 100.000 άτομα κάνουν αίτηση για να προσληφθούν σε μια θέση με εισαγωγικό μισθό 720 ευρώ καθαρά ( Χ 12 φορές τον χρόνο).
Τρίτον, πιο πολύ προβληματίζει τον κ. Παπαϊωάννου ότι ένα ποσοστό 40% (η εκτίμηση γίνεται με βάση εμπειρίες από το παρελθόν) από αυτούς κατέχει πτυχίο Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ. Κάνουν δηλαδή έκπτωση αφού διαθέτουν ανώτερα τυπικά προσόντα από αυτά που ζητάει η προκήρυξη!
Τέταρτον, ο πρόεδρος του ΑΣΕΠ σημειώνει ότι θα πρέπει όλοι μας (και πρώτοι απ’ όλους οι υποψήφιοι) να σκεφτούμε πόση εργασιακή ικανοποίηση μπορεί να προσφέρει για τα επόμενα οκτώ χρόνια μια θέση με απαιτούμενα προσόντα χαμηλότερα από αυτά που κάποιος διαθέτει και, συνεπώς, και με καθήκοντα και προοπτικές ανέλιξης περιορισμένες σε σχέση με αυτές που θα είχε με βάση το πτυχίο του. Και βεβαίως πόσο αυτό το φαινόμενο απασχόλησης στο Δημόσιο ατόμων overqualified (ο ίδιος χρησιμοποιεί τον συγκεκριμένο όρο της αγγλικής γλώσσας που σημαίνει υπερπροσόντα) για τη θέση που κατέχουν επηρεάζει αρνητικά την αποδοτικότητα και των ίδιων των εργαζομένων και συνολικά της Δημόσιας Διοίκησης.
Δυσοίωνη προοπτική
Με αυτά τα αδιάσειστα δεδομένα η προβολή στο μέλλον για τη χώρα δεν είναι ευοίωνη. Διότι η «μετάφραση» αυτών των στοιχείων οδηγεί σε συμπεράσματα, τα οποία μόνο να προβληματίσουν μπορούν. Στην ερώτηση «που οφείλεται αυτή η εικόνα;» οι απαντήσεις είναι περισσότερες της μίας και όλες τους οδηγούν σε δυστοπικά σενάρια.
Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι με την ανεργία που υπάρχει και την εργασιακή ανασφάλεια μια θέση στο Δημόσιο, όσο ταπεινή και… καταφρονημένη κι αν είναι τουλάχιστον παρέχει μονιμότητα. Μία άλλη εκδοχή, της ίδιας απάντησης, είναι ότι η δουλειά στο Δημόσιο με βάση τα ωράρια και -κυρίως- την (ελάχιστη) ενέργεια που χρειάζεται να καταβάλει κανείς επιτρέπει στον εργαζόμενο δημόσιο υπάλληλο να ασκεί και άλλες, αφανείς επαγγελματικές δραστηριότητες, που επιτρέπουν τη συμπλήρωση του εισοδήματος. Επίσης, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, κάποιος που επιδιώκει μια τέτοια εργασία ενδεχομένως να μην ανήκει γενικώς στους… εργατικούς και οι απαιτήσεις του από τη δουλειά να είναι περιορισμένες.
Προφανώς υπάρχουν κι άλλα σενάρια, ίσως πιο… αγαθά, ίσως πιο… πονηρά. Ενδεχομένως πιο καλοπροαίρετα ή πιο κακοπροαίρετα. Διότι -βλέπετε- το ελληνικό δημόσιο λόγω της εκτεταμένης γραφειοκρατίας είναι λίγο πολύ κάτι σαν ακορντεόν, που ο καθένας το ανοιγοκλείνει με βάση τον ρυθμό που ο ίδιος θέλει να παίξει. Χωρίς ιδιαίτερους κανόνες αξιοκρατίας, αλλά με μία οριζόντια και καθολική εξέλιξη και με τον συνδικαλιστικό δικαιωματισμό να επικρατεί με μόνιμο επιχείρημα την υποστελέχωση, σε πολλές περιπτώσεις ο εργαζόμενος ασκεί τα καθήκοντά του με τον ρυθμό και την ένταση που ο ίδιος επιλέγει. Κάτι που άλλοτε μπορεί να είναι αρκετό και αποδεκτό και άλλοτε όχι.
Το πρόσθετο πρόβλημα έγκειται στο ότι αυτή την εικόνα σε πολλές περιπτώσεις την αντιλαμβάνονται και οι εκτός δημοσίου πολίτες. Όσοι είτε εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, είτε επιχειρούν να εξυπηρετηθούν από τον δημόσιο τομέα και… ταλαιπωρούνται. Ως αποτέλεσμα λειτουργεί ένας μεταμοντέρνος κοινωνικός αυτοματισμός, ο οποίος δεν ικανοποιείται απλώς με τις συγκρίσεις, αλλά επεκτείνεται στις… μιμήσεις. Κάπως έτσι η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία επεκτείνεται σχεδόν παντού, με αποτέλεσμα να μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε για υπαλληλική γενικότερα νοοτροπία, ακόμη και σε σημαντικό ποσοστό -κυρίως μικρών- επιχειρηματιών και επαγγελματιών, που οδηγεί σε τέλμα το σύνολο της ελληνικής αγοράς.
ΥΓ: Στην παραγωγική εργασιακή εικόνα της χώρας μπορεί κάποιος να συνυπολογίσει το περίπου 10% της ανεργίας, αλλά κι ένα έλλειμμα 260.000 εργαζομένων, κυρίως στον τουρισμό, στην μεταποίηση και στον αγροτικό τομέα, που εν μέρει καλύπτεται με επισήμως προσκληθέντες αλλοδαπούς.