Ο σεβασμός του δημοσίου χώρου στη Θεσσαλονίκη είναι είδος εν ανεπαρκεία εδώ και πολλά χρόνια. Το αναγνωρίζουν και το παραδέχονται αυτό οι πάντες, από τους τοπικούς άρχοντες στις δηλώσεις τους μέχρι τους πολίτες στις συζητήσεις τους. Το θέμα -αν υποτεθεί ότι υπάρχει θέμα, διότι για κάποιους δεν… υπάρχει- είναι ότι δεν γίνεται τίποτα, τουλάχιστον δια της πειθούς. Είναι σαφές ότι μόνο η αστυνόμευση και οι ποινές στους αυθαιρετούντες μπορούν να βάλουν κάποιο φρένο, όπως αποδεικνύεται όταν και όπου εφαρμόζονται τέτοιες μέθοδοι.
Το κακό της υπόθεσης είναι ότι δημόσιοι χώροι υπάρχουν παντού και πολλών ειδών, με αποτέλεσμα στην ουσία να αυθαιρετούν λίγο – πολύ οι πάντες, οπότε οι δικαιολογίες είναι πολλές. Το συγκεκριμένο ζήτημα έχει πολλές αναλογίες με τη φοροδιαφυγή, την οποία όλοι καταγγέλλουν, αλλά και όλοι μετέρχονται των μεθόδων της. Ή συμβάλλουν στην εφαρμογή των μεθόδων της, οπότε αναγκαστικά η πάταξη και ο περιορισμός της δεν μπορεί παρά να προέλθουν -όταν και όσες φορές προέρχονται- με μέτρα εκ των άνω.
Πάρκα, πεζοδρόμια, πλατείες
Η έννοια του δημοσίου χώρου περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα. Από τα πάρκα, τους δρόμους, τα πεζοδρόμια και τις πλατείες, μέχρι τις πρασιές των πολυκατοικιών, τις αυλές των σχολείων, τα ρέματα, τα δάση και τις παραλίες. Και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κάποιος. Σημεία τα οποία ανά περιόδους σχεδόν κανείς δεν σέβεται, κάτι που συνιστά ευθεία περιφρόνηση προς τους συμπολίτες και το κοινωνικό σύνολο γενικότερα. Διότι όποιος αφήνει χύμα στο πεζοδρόμιο το παλιό του σαλόνι λόγω ανακαίνισης, δεν επιβαρύνει απλώς τον δήμο -που και πάλι όλοι εμείς τον πληρώνουμε-, αλλά δυσκολεύει την καθημερινότητα του καθενός μας και ταυτόχρονα μέσω της ασχήμιας προσβάλει την αισθητική αντίληψη. Πρόκειται για ζητήματα εξόχως σοβαρά, αν και ελάχιστα θεαματικά. Από το πώς αντιλαμβάνεται κανείς την κοινωνική συμπεριφορά μέχρι τα αδιόρατα μηνύματα για το όμορφο και το άσχημο, για το τακτοποιημένο και το ατακτοποίητο, περνούν καθημερινά στο υποσυνείδητό μας μέχρι να φτάσουμε να συνηθίσουμε τη μορφή του τέρατος, το οποίο δεν μας μοιάζει, πλέον, και τόσο πολύ σαν… τέρας, αλλά σαν… γατάκι.
Μπάτε σκύλοι αλέστε
Στη Θεσσαλονίκη, λοιπόν, η περιφρόνηση του δημοσίου χώρου είναι εκτεταμένη. Όπως εξαιρετικά διαδεδομένη είναι και η υποτίμηση της αξίας του δημοσίου χώρου, που από πολλούς θεωρείται περίπου «μπάτε σκύλοι αλέστε». Το θέμα ενοχλεί, ειδικά όταν αυτές οι αντιλήψεις και οι συνακόλουθες πρακτικές αφορούν δήθεν επαγγελματίες και δήθεν επιχειρηματίες, οι οποίοι στερούνται παντελώς κοινωνικής συνείδησης. Και ως γνωστόν επιχειρηματική δραστηριότητα χωρίς συνείδηση σημαίνει απουσία κανόνων, αθέμιτο ανταγωνισμό και τελικά λογική της ζούγκλας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη των εκατοντάδων -ή μάλλον χιλιάδων- καφέ, μπαρ, εστιατορίων, φαστ φουντ και όλα τα σχετικά με το περίφημο «υγειονομικό ενδιαφέρον» υπάρχουν πολλοί που αξιοποιούν δημόσιο χώρο για να απλώσουν τραπεζοκαθίσματα και να εξυπηρετήσουν την πελατεία τους, χωρίς να νοικιάζουν τυπικά τον χώρο από τον δήμο και φυσικά χωρίς να πληρώνουν ούτε ένα ευρώ. Δεν πρόκειται ούτε για μία ούτε για δύο τέτοιες περιπτώσεις. Δεν πρόκειται καν για δέκα ή είκοσι. Όπως διαβάσατε χθες σε ρεπορτάζ της Voria.gr, περί τις 175 επιχειρήσεις εστίασης (174 για την ακρίβεια) στα όρια του δήμου Θεσσαλονίκης απλώνουν τραπεζοκαθίσματα σε πλατείες, πεζοδρόμια και πεζοδρόμους χωρίς νόμιμη άδεια. Και μάλιστα πρόκειται για φαινόμενο που δεν το συναντά κανείς μόνο περιφερειακά, σε μικρές συνοικιακές επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου, αλλά και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Για την ακρίβεια, στο κέντρο του… κέντρου, όπως είναι η πλατεία Αριστοτέλους! Υπάρχει, δηλαδή, μαγαζί στην πλατεία Αριστοτέλους που, λόγω σημείου και θέσης, πουλάει τον καφέ από περίπου τέσσερα μέχρι πέντε ευρώ -μόνο στη Βενετία, στο Σεν-Τροπέ και στη Μόσχα απέναντι από το Κρεμλίνο οι τιμές είναι υψηλότερες- χωρίς να καταβάλει τα προβλεπόμενα για την ενοικίαση δημοσίου χώρου. Όπως λέει ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Δημοτικής Αστυνομίας και Κοινοτήτων του δήμου Θεσσαλονίκης Κώστας Τσιαπακίδης, οι συγκεκριμένες περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί και το φαινόμενο τους επόμενους μήνες θα εκλείψει. Κάτι που δεν αποκλείεται να συμβεί, αλλά το ερώτημα είναι πώς έφτασε να εκδηλωθεί μια τέτοια συμπεριφορά, που -πέραν όλων των αναρίθμητων άλλων συνεπειών- είναι αντισυναδελφική, αφού συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το φαινόμενο είναι εξαιρετικά εκτεταμένο σε σημεία που υπάρχουν λίγα τραπεζάκια σε μικρά ή μεγαλύτερα πεζοδρόμια της πόλης. Πρόκειται για επιχειρήσεις που πωλούν κυρίως take away και οι ιδιοκτήτες τους απλώνουν δυο – τρία τραπεζάκια και πέντε – έξι καρέκλες. Αρχικά -υποτίθεται- για να κάθονται και να ξαποσταίνουν και να κάνουν τσιγάρο οι ίδιοι, οι υπάλληλοι και οι φίλοι τους, αλλά σιγά σιγά το σημείο γίνεται στέκι για τους αργόσχολους της γειτονιάς.
Το σημαντικό της υπόθεσης ενδεχομένως δεν είναι ούτε η αιμορραγία των δημοτικών ταμείων, που χάνουν έσοδα, ούτε το πρόβλημα πρόσβασης και διέλευσης των υπολοίπων από το συγκεκριμένο σημείο, που σε ορισμένες περιπτώσεις δυσχεραίνεται. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αίσθηση της έλλειψης κανόνων διά της περιφρονήσεώς τους. Και ακόμη ότι ο δημόσιος χώρος -εν προκειμένω το πεζοδρόμιο- είναι ξέφραγο αμπέλι που κάποιοι το συντηρούν, αλλά κανείς δεν το πληρώνει. Και φυσικά το επιχειρηματικό κτύπημα κάτω από τη μέση, προς όσους επαγγελματίες είναι τυπικοί με τις υποχρεώσεις τους. Μικρά θέματα, θα σκεφτούν κάποιοι. Τα οποία, όμως, αναδεικνύουν μια κακή νοοτροπία, που στη μεγέθυνση της επηρεάζει την καθημερινότητα όλων. Επιπλέον καλλιεργεί μια κουλτούρα αυθαιρεσίας και καταλήψεων σε μια κοινωνία που από μόνη της είναι ήδη μολυσμένη με τα συγκεκριμένα μικρόβια. Και μόνο το γεγονός ότι το κράτος προσπαθεί τώρα να εισπράξει κάτι… ψιλά από καταπατητές δημοσίων εκτάσεων και δασών, που τα έχουν οικειοποιηθεί και τα εκμεταλλεύονται δεκαετίες τώρα, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό. Αν υποτεθεί ότι υπάρχει κάποιος που αμφιβάλλει…
(φωτο αρχείου)