Την κλιματική αλλαγή, ακόμη κι αν δεν υπήρχε, στην Ελλάδα έπρεπε να την… εφεύρουμε. Διότι τώρα, στις συνθήκες που δημιουργεί αυτό το παγκόσμιο πρόβλημα, ίσως κάτι να γίνει για να αντιμετωπίσουμε την καταστροφή του περιβάλλοντος και τις συνέπειές της στην πατρίδα μας. Όσο να ’ναι, ειδικό υπουργείο υπάρχει, η ειδησεογραφία αναφέρεται καθημερινά στο θέμα, θηριώδη ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια δεσμεύονται, μεγάλες δουλειές ανοίγουν, χιλιάδες άνθρωποι προσανατολίζονται επαγγελματικά σε αυτή την κατεύθυνση, δεν μπορεί κάτι θα γίνει! Διότι με αφορμή τη μεγάλη φωτιά που κατακαίει τη Ρόδο εδώ και έξι ημέρες, αλλά και άλλες πυρκαγιές σε όλη τη χώρα, η επίκληση της κλιματικής αλλαγής είναι καθημερινή από τους υπευθύνους, μηδέ του πρωθυπουργού εξαιρουμένου. Μόνο που τις φωτιές δεν ανάβει η… κλιματική αλλαγή, που σαφώς επιδεινώνει τις αντικειμενικές συνθήκες για να επεκταθεί μια πυρκαγιά. Τις φωτιές στην Ελλάδα τις βάζουν οι άνθρωποι -κυρίως από αμέλεια που δεν είναι και τόσο αμέλεια και φυσικά δόλο, αφού υπάρχουν εμπρησμοί- και αδυνατούν να τις σβήσουν εγκαίρως τα μέσα, τα συστήματα και η ελλιπής οργάνωση της πολιτείας.
Από τη μεταπολίτευση και μετά -για να μην πάμε παλαιότερα- οι μεγάλες φωτιές στις Ελλάδα εμφανίζονται κάθε καλοκαίρι, με αποκορύφωμα φυσικά την αδιανόητη τραγωδία στο Μάτι. Ο λαμπερός ουρανός σκοτεινιάζει, σαν να βγαίνει απευθείας από τον… εφιάλτη της Περσεφόνης. Κατ’ αναλογίαν της Ρόδου, η πολύ μικρότερη Θάσος -για παράδειγμα- τα τελευταία 35 χρόνια έχει καεί τέσσερις ή πέντε φορές. Συνολικά ολοσχερώς. Δύο φορές στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, μία στη δεκαετία του 1990, μία στη δεκαετία του 2000 και τελευταία τον Σεπτέμβριο του 2016, τότε που στο νησί είχε πάει με Σινούκ ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός, είχε κάνει μία δήλωση και είχε επιστρέψει στην Αθήνα. Ανάλογες εμπειρίες είχαν λίγο πολύ όλες οι περιοχές της χώρας, από την Αττική, που καίγεται συστηματικά κάθε χρόνο, μέχρι τη Θεσσαλονίκη, που το 1997 γιόρτασε την 80η επέτειο από την πυρκαγιά που κατέστρεψε πλήρως το κέντρο της πόλης τον Αύγουστο του 1917, αλλά και τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, που κατείχε εκείνη τη χρονιά, με τη μεγάλη φωτιά που κατέκαψε το μισό Σέιχ Σου, τον μοναδικό πνεύμονα της πόλης. Σε όλες τις περιπτώσεις ρόλο στην καταστροφή έπαιξαν τέσσερις βασικοί παράγοντες.
Πρώτον, η εγκληματική αμέλεια κάποιων ιδιωτών ανάμεσά μας που είτε παίζουν παιχνίδια με τη φωτιά κατακαλόκαιρο είτε λειτουργούν απευθείας ως εμπρηστές.
Δεύτερον, η οργανωμένη κοινωνία, κυρίως οι δήμοι, που κατά καιρούς έχουν φυτέψει ανά τη χώρα εκατοντάδες -εάν όχι χιλιάδες- αυθαίρετες χωματερές για να «σκεπάσουν» το πρόβλημα των απορριμμάτων. Κάτι που ώς έναν βαθμό ισχύει δυστυχώς μέχρι σήμερα.
Τρίτον, η ανικανότητα του κράτους να εντοπίσει εγκαίρως και να σβήσει τη φωτιά στη γέννησή της, κάτι που επιδεινώθηκε στη δεκαετία του 1990 όταν η δασοπυρόσβεση ανετέθη στην πυροσβεστική και το δασαρχείο… παρεξηγήθηκε, με αποτέλεσμα εμφανή έλλειψη συνεννόησης και συνεργασίας.
Τέταρτον, η μόνιμη κρατική πολιτική -που ισχύει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτήτως κυβερνήσεων- να αποχαρακτηρίζει καμένες περιοχές και να δίνει την άμεση ή έμμεση δυνατότητα δημιουργίας νέων ζωνών οικιστικής και τουριστικής ανάπτυξης.
Η επίκληση της κλιματικής αλλαγής ας ελπίσουμε ότι δεν θα λειτουργεί από εδώ και πέρα ως φτηνή δικαιολογία για κάθε φυσική καταστροφή από αυτές που με μαθηματική βεβαιότητα θα ακολουθήσουν και στη χώρα μας. Ας ευχηθούμε ότι η νέα οργάνωση (υπουργείο, κονδύλια, δουλειές κλπ.) θα λειτουργήσει για τον δραστικό περιορισμό των αδυναμιών του συστήματος της αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων και των φυσικών φαινομένων. Το σοβαρότερο εκ των οποίων στις χώρες της Μεσογείου είναι οι πυρκαγιές, για τις οποίες η πρόληψη είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Η αλήθεια είναι ότι φέτος -σύμφωνα με μαρτυρίες- σε πολλές περιοχές της χώρας και της Βορείου Ελλάδος τα περίφημα πυροσβεστικά αεροπλάνα Καναντέρ και κάποια ελικόπτερα έκαναν περιπολίες για να εντοπίσουν όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα εστίες φωτιάς, αλλά προφανώς από τη στιγμή που ξέσπασε η πρώτη μεγάλη πυρκαγιά η ανάγκη κατάσβεσης υπερίσχυσε της πρόληψης. Είναι σαφές ότι το σύστημα θέλει αφενός αναδιοργάνωση και αφετέρου αντοχή, αφού η πρόληψη είθισται να είναι αθόρυβη και… αόρατη, αφού έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της κανονικότητας, που δεν τη συνοδεύει κανενός τύπου θεαματικότητα.
ΥΓ. Στην Ελλάδα η ποίηση είναι σπουδαία υπόθεση. Άλλωστε μια μικρή χώρα και μια γλώσσα που σήμερα τη μιλούν περί τα 20 εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον πλανήτη έδωσε στην ανθρωπότητα σπουδαία κείμενα. Από την αρχαιότητα, με τους φιλοσόφους, τους ιστορικούς και τους τραγικούς ποιητές, μέχρι τον 20ό αιώνα των δύο Νόμπελ λογοτεχνίας. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, που στα ελληνικά γράφτηκε ίσως το πρώτο ποίημα – τραγούδι περιβαλλοντικού και οικολογικού περιεχομένου. Πρόκειται για το περίφημο τραγούδι «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης», που έγραψε ο Νίκος Γκάτσος και μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις το 1976, όταν η λέξη οικολογία ήταν σχεδόν άγνωστη, ενώ με τη λέξη περιβάλλον οι πάντες εννοούσαν κατά βάσιν τον περιβάλλοντα χώρο. Η Μαρία Φαραντούρη το τραγουδάει ακόμη στις συναυλίες της, αλλά σχεδόν 50 χρόνια μετά κανείς υπεύθυνος Έλληνας δεν κάθισε να σκεφτεί τη σημασία του.
«Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα /
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο /
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα /
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο. /
Κοιμήσου Περσεφόνη /
στην αγκαλιά της γης /
στου κόσμου το μπαλκόνι /
ποτέ μην ξαναβγείς. /
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες / ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο /
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες /
και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο. /
Κοιμήσου Περσεφόνη /
στην αγκαλιά της γης /
στου κόσμου το μπαλκόνι /
ποτέ μην ξαναβγείς. /
Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία /
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα /
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία /
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα. /
Κοιμήσου Περσεφόνη /
στην αγκαλιά της γης /
στου κόσμου το μπαλκόνι /
ποτέ μην ξαναβγείς».