Skip to main content

Ο επαγγελματικός αθλητισμός στην Ελλάδα είναι «αρρώστια που δεν γίνεται καλά!»

Σε μία μικρή και μίζερη αγορά, οι ομάδες είναι έρμαια επιχειρηματιών και «επιχειρηματιών», οι οποίοι πληρώνουν όχι για να κάνουν το κέφι τους, ούτε για να στηρίξουν μια κοινωνική δραστηριότητα, αλλά για να κερδίζουν πάντα, παντού και εκ των προτέρων

Όταν μια χώρα δεν μπορεί επί σειρά ετών να διοργανώσει με απρόσκοπτο τρόπο και τις δικές της δυνάμεις αθλητικούς αγώνες και πρωταθλήματα.

Όταν στα ποδοσφαιρικά γήπεδα η παρουσία φίλων και των δύο ομάδων απαγορεύεται, ώστε να αποφευχθούν αιματηρές συρράξεις.

Όταν οι διαιτητές στα ποδοσφαιρικά ντέρμπι είναι εξ ορισμού ξένοι, διότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στους δικούς μας. 

Όταν οι φίλαθλοι στις κερκίδες δεν υποστηρίζουν την ομάδα τους, αλλά επικεντρώνονται στο βρίσιμο και στην έκφραση μίσους για τον αντίπαλο. 

Όταν οι πρόεδροι -ένας Θεός ξέρει σε ποια ψυχολογική, συναισθηματική και πνευματική κατάσταση- απειλούν με τις πιο αποτρόπαιες πράξεις τα παιδιά των απέναντι προέδρων. Όταν συμβαίνουν αυτά και άλλα τόσα και ακόμη περισσότερα, τότε η ευθύνη εκ των πραγμάτων μετατοπίζεται και εκτείνεται πολύ πέρα από τους παράγοντες και τους φιλάθλους.

Είναι η πολιτεία που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην αποστολή της, αφού διαθέτει όλες τις δυνατότητες και όλα τα μέσα να επιβάλλει τη δύναμή της, δηλαδή το νόμο. Χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε την αναβολή του 3ου τελικού του πρωταθλήματος μπάσκετ, μετά τα αίσχη που έγιναν από πολλές πλευρές στον 2ο τελικό της Κυριακής. Ανακοίνωσε, επίσης, ότι ο αρμόδιος για τον αθλητισμό υπουργός, ο κ. Γιάννης Βρούτσης, κάλεσε σε κοινή συνάντηση τους ιδιοκτήτες των δύο φιναλίστ του πρωταθλήματος, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. Προφανής στόχος ο… κατευνασμός. Να τους καλέσει να τα… βρούνε, ώστε το πρωτάθλημα να τελειώσει ομαλά. Περίπου… παρακαλώντας, λοιπόν, ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης θα ζητήσει από τους πολυεκατομμυριούχους επιχειρηματίες, οι οποίοι στον ελεύθερο χρόνο τους έχουν ως χόμπι το μπάσκετ και πληρώνουν πολλά γι’ αυτό, να συμφωνήσουν ότι η κάθε μορφής βία δεν έχει θέση στα γήπεδα. Στην πρώτη τους απάντηση αμφότεροι αρνήθηκαν να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι κι ο υπουργός επανήλθε λέγοντας πως σε περίπτωση που δεν εμφανιστούν, τότε θα διακοπεί οριστικά το εφετινό πρωτάθλημα της Greek Basketball League. 

Το έργο το έχουμε δει κι άλλες φορές, με τους ίδιους ή με άλλους ιδιοκτήτες «μεγάλων» ομάδων. Όπως έχουμε δει και το αποτέλεσμα: Τον εξευτελισμό του κράτους, της Πολιτείας, της κυβέρνησης. Που δεν μπορούν να επιβάλλουν το νόμο. Πολύ περισσότερο δεν τολμούν τα τιμωρήσουν τις ομάδες για την κακή συμπεριφορά όχι μόνο των παραγόντων τους, αλλά και των οπαδών τους, οι οποίοι έχοντας ικανά πρότυπα πάνε στο γήπεδο περισσότερο για να βρίσουν τον αντίπαλο και λιγότερο για να στηρίξουν την ομάδα τους. 

Στην Ελλάδα, όπου τα τρόπαια δεν τα σηκώνουν οι αθλητές, αλλά οι πρόεδροι -σαν να λένε εγώ τα πλήρωσα, μου ανήκουν- ο επαγγελματικός αθλητισμός δεν έχει ούτε παρόν, ούτε μέλλον. Σε μία μικρή και μίζερη αγορά, οι ομάδες είναι έρμαια επιχειρηματιών και «επιχειρηματιών», οι οποίοι πληρώνουν όχι για να κάνουν το κέφι τους, ούτε για να στηρίξουν μια κοινωνική δραστηριότητα. Πληρώνουν για να κερδίζουν πάντα, παντού και εκ των προτέρων. Για να κερδίζουν ακόμη και στο τάβλι, στο οποίο τα πούλια πρέπει να είναι πράσινα, κόκκινα, κίτρινα ή μαύρα. Είναι θέμα επιβεβαίωσης, ισχύος και εξουσίας. Αρμοδιότητα, δηλαδή, ιατρικών ειδικοτήτων και όχι θεσμών του αθλητισμού.

Η πρόταση έχει διατυπωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν, αλλά δεν εφαρμόζεται, επειδή στην Ελλάδα το πολιτικό κόστος μετράει περισσότερο από τη θεσμική κανονικότητα και την κοινωνική πρόοδο και ειρήνη. Κατ’ αρχάς οι ελληνικές ομάδες -στο μπάσκετ και στο ποδόσφαιρο- θα πρέπει να απέχουν για κάποια χρόνια από τη συμμετοχή τους στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ώστε ούτε τα οικονομικά να έχουν ενδιαφέρον, ούτε η λάμψη τους να θαμπώνει τον οποιονδήποτε.

Μόνο έτσι θα καταλαγιάσουν τα πάθη και πιθανόν να απομακρυνθούν από τα γήπεδα κάποιοι που είναι «άρρωστοι» με τις νίκες και την προβολή με κάθε κόστος, στο οποίο περιλαμβάνεται η δημιουργία ιδιωτικών στρατών. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, κάτι που ενδεχομένως να ισχύει χωρίς να δικαιολογείται στον πόλεμο, όχι στο γήπεδο. 

Δεύτερο μέτρο μπορεί να είναι η επιστροφή στον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Και η μετάβαση στον επαγγελματικό, μετά από λίγα χρόνια, αφού καθιερωθούν αυστηρά κριτήρια και διαδικασίες. 

Προφανώς η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει ούτε τη διάθεση, ούτε το σθένος να βάλει το μαχαίρι στο… κόκκαλο. Μακάρι να κάνει την έκπληξη, αλλά οι πιθανότητες είναι απειροελάχιστες. Όπως έχει φανεί και σε άλλα μέτωπα ακολουθεί την πεπατημένη όλων των προηγούμενων, που προτιμούν να καλύπτουν πρόχειρα τα δύσκολα και να … σπρώχνουν παρακάτω. Διότι προφανώς οι σοβαρές λύσεις στα σοβαρά προβλήματα ξεπερνούν χρονικά τον (κάθε) εκλογικό κύκλο.  

ΥΓ1: Εάν είμαστε ειλικρινείς, ούτε το ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά ούτε και το ελληνικό μπάσκετ, που υποτίθεται ότι είναι αναβαθμισμένο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα λείψουν στους φίλους του αθλητισμού. Ίσως μόνο στους φανατικούς οπαδούς, οι οποίοι όμως -με εξαίρεση τους χρηματοδοτούμενους- έχουν αρχίσει να… ξενερώνουν. Τα κασκόλ και τα καπέλα όλο και λιγοστεύουν στις κερκίδες των ελληνικών γηπέδων. Ας είναι καλά το Διαδίκτυο και η δορυφορική τηλεόραση, μέσω των οποίων η επαφή με τον υψηλού επιπέδου, θεάματος και αγωνίας αθλητισμό, δεν χάνεται.

ΥΓ2: Η λέξη μεταρρύθμιση στην πολιτική πουλάει πολύ. Ή μάλλον πουλούσε. Διότι η ανούσια και ανέξοδη χρήση της τα τελευταία 20 – 30 χρόνια απ’ όποιον κυβερνάει τον τόπο, αλλά και απ’ όποιον διεκδικεί να τον κυβερνήσει, την έχει αποστεώσει. Δυστυχώς έχει χάσει το νόημά της.