Ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου συγκλόνισε την Ελλάδα. Ο σημαντικός τροβαδούρος -ποιητής πάνω απ’ όλα- ξεχώρισε όχι μόνο λόγω της αποδοχής των τραγουδιών του, αλλά -κυρίως- λόγω της επιδραστικότητάς του. Τόσο στον επαγγελματικό του χώρο -δηλαδή στο πεδίο του ελληνικού τραγουδιού-, αφού ο πρώτος του δίσκος, «Το φορτηγό» στα μέσα της δεκαετίας του 1960, συνέβαλε στη διαμόρφωση της αισθητικής και της ιδεολογίας του νέου ελληνικού τραγουδιού που τότε έκανε τα πρώτα του βήματα. Δεν υπάρχει κανείς από τους δημιουργούς και ερμηνευτές που μεσουράνησαν τις επόμενες δεκαετίες μέχρι σήμερα -σκεφτείτε όποιο όνομα θέλετε-, που δεν συμπεριλαμβάνει τον συγκεκριμένο δίσκο στις βασικές του επιρροές, δίπλα στον Θεοδωράκη και στον Χατζιδάκι. Η εξήγηση βρίσκεται μάλλον στο ότι το 1965 δεν υπήρχε τίποτα πιο αυθεντικό και ανεπιτήδευτο στην ελληνική δισκογραφία από το «Φορτηγό». Κι ας μην ήξερε ο Σαββόπουλος της εποχής μουσική -ο Μάνος Λοΐζoς τού είχε δείξει κάποια λίγα ακόρντα στην κιθάρα-, ούτε ήταν δεινός τραγουδιστής -ειδικά στο «Φορτηγό» προσπάθησε ανεπιτυχώς να μιμηθεί το ερμηνευτικό ύφος του Μίκη Θεοδωράκη κι ας μην το παραδεχόταν. Τι απομένει λοιπόν; Η δύναμη των… γυμνών τραγουδιών του Σαββόπουλου, που κινήθηκαν στο πνεύμα των μπουάτ και του νέου κύματος της εποχής, αλλά σαφώς επηρεασμένα από τη ροκ ατμόσφαιρα που σάρωνε την Αγγλία και την Αμερική έφτασαν πολύ μακρύτερα, μέχρι το σήμερα και προφανώς και το άπειρο. Το 1983, στον απόηχο της επιτυχίας του «Ας κρατήσουν οι χοροί», ένας δημοσιογράφος στη Θεσσαλονίκη τον επισκέφθηκε στο δωμάτιό του στο «Ηλέκτρα Παλλάς» και μεταξύ άλλων τον ρώτησε εάν αισθάνεται «ο Ντίλαν της Ελλάδας». Τότε το αρνήθηκε λέγοντας πως «δεν υπάρχει Ντίλαν της Ελλάδας, όπως δεν υπάρχει Ντίλαν της Κίνας, ο καθένας μας είναι διαφορετικός». Αρκετά χρόνια αργότερα, βέβαια, μιλώντας ιδιωτικά με τον ίδιο δημοσιογράφο αναγνώρισε τη συγγένειά του με τον μεγάλο τροβαδούρο της Αμερικής -και, πλέον, νομπελίστα λογοτεχνίας για τους στίχους του-, κάτι που καταγράφεται στην επιρροή του Νιόνιου στη νεολαία της χώρας μας, αλλά και στο γεγονός ότι ο ίδιος διασκεύασε στα ελληνικά τραγούδια του Ντίλαν.
Οι συνελεύσεις στην Ιταλία
Ο Σαββόπουλος, όμως, υπήρξε εξαιρετικά επιδραστικός και στο πολιτικό πεδίο, με την έννοια της διαμόρφωσης των συνειδήσεων, κυρίως των νεότερων. Μάλλον δεν υπάρχει άλλος τραγουδοποιός που να έχει στενοχωρήσει τα κόμματα της ελληνικής Αριστεράς, που δεν τους έκανε τη χάρη να τα χρεωθεί. Ούτε άλλος για τον οποίο οι Έλληνες αντιστασιακοί φοιτητές στην Ιταλία επί χούντας να αφιέρωσαν τόσες και τόσες συνελεύσεις για να αποφασίσουν εάν τα τραγούδια του δικαιούνται (sic) να παίζονται από τους ερασιτεχνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς που είχαν στήσει. Ούτε, όμως, άλλος με το δικό του παρελθόν και ιδεολογικό υπόστρωμα είχε το θάρρος να δηλώσει το 1989 ότι η Ελλάδα της εποχής χρειαζόταν μια συντηρητική δεξιά διακυβέρνηση για να… συμμαζευτεί από τη λαίλαπα του ελληνικού τύπου σοσιαλισμού που την είχε σαρώσει τα προηγούμενα χρόνια. Εξαιτίας, μάλιστα, αυτής της θέσης -την οποία τόνιζε με την εμφάνισή του, αφού αυτός, ο μονίμως μουσάτος με μακριά μαλλιά, ξυρίστηκε και κουρεύτηκε-, οι εμφανίσεις του στο «Αριστοτέλειον» της Θεσσαλονίκης γίνονταν όχι μόνον με λίγο κόσμο, αλλά με διαδηλωτές απ’ έξω και τα ΜΑΤ να περιφρουρούν τον χώρο.
Τις μέρες αυτές που ο θάνατός του είναι πρόσφατος θα γραφτούν και θα ειπωθούν πολλά για τον Διονύση Σαββόπουλο. Άλλα με περισσότερο κι άλλα με λιγότερο νόημα. Από τους δημοσιογράφους -οι υποχρεώσεις του επαγγέλματος βλέπετε-, τους συναδέλφους του στο τραγούδι, αυτούς που μεγάλωσαν με τα τραγούδια του, τους θαυμαστές του και φυσικά τους φίλους του, αφού κάθε επώνυμος μοιραία έχει τον στενότερο κύκλο του. Ο ίδιος εκ χαρακτήρος -όπως απέδειξε όσο ζούσε- ευχαριστιόταν τις αναφορές στο πρόσωπό του και τις αναλύσεις στη δουλειά του. Τουλάχιστον δεν τον δυσαρεστούσαν. Έτσι κι αλλιώς ήξερε ότι το αποτύπωμα των τροβαδούρων και η υστεροφημία τους είναι τα τραγούδια τους.
Το αδέξιο παιδί
Μάλλον, όμως, κατά βάθος μάλλον ήταν λιγάκι διαφορετικός απ’ ό,τι έδειχνε. Έκρυβε μέσα του ένα αδέξιο παιδί, που δεν αποφάσισε ποτέ να μεγαλώσει με τη συμβατική έννοια του ίσου. Είναι εκείνο το παιδί που πριν από 25 χρόνια πήρε απόφαση να μην ξαναγράψει ξανά τραγούδια, διότι -προφανώς- αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι πλέον οι λέξεις του αντιστέκονταν και γι’ αυτό -και πολύ σωστά- δεν ήθελε ούτε να τις ζορίσει ούτε να τις μακιγιάρει. Το εξομολογείται, όμως, εμμέσως πλην σαφώς -και πάντα με απίστευτη αφηγηματική δεινότητα θεατρικής έντασης- στην τελευταία δημόσια κατάθεσή του, το βιβλίο του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» (εκδόσεις Πατάκη), στο οποίο καταγράφει «κομμάτια κι αποσπάσματα» από τη ζωή του. Ένα είδος αυτοβιογραφίας. Εκεί λοιπόν, στις σελίδες 28 και 29, αναφέρει τα εξής:
«Ένα απόγευμα, εκεί που παίζαμε στη γειτονιά, ακούμε μουσικές στη λεωφόρο. Όλα τα παιδιά παρατήσαμε το παιχνίδι και τρέξαμε. Περνούσε η Φιλαρμονική. Οι άντρες της Φιλαρμονικής παρήλαυναν με τις στολές τους παιανίζοντας. Ο μαέστρος πήγαινε μπροστά, πετώντας στον αέρα τη στολισμένη ράβδο του, και την ξανάπιανε εντός του ρυθμού σαν μάγος. Τα χάλκινα λαμποκοπούσαν στον ήλιο. Οι σάλπιγγες, οι τρομπέτες, τα τρομπόνια, μεγάλα χάλκινα μπάσα… Ο ήχος πλούσιος αντανακλούσε στα παλιά διώροφα της λεωφόρου με τα πεύκα. Ο ήχος πολλαπλασιαζόταν και όλα λάμπανε κάτω από τον διάφανο ουρανό. Τα παιδιά σώπασαν, αλλά μόνο ένα βούρκωσε: εγώ.
Η μπάντα έφυγε, τα παιδιά ξαναγύρισαν στο παιχνίδι, αλλά εγώ πήγα σπίτι. Διέσχισα αμίλητος το σαλόνι, πήγα στην κουζίνα, ανέβηκα σε μία καρέκλα, πήρα δύο καπάκια από τους μεγάλους τεντζερέδες της μαμάς, πήγα στην πίσω αυλή και σήκωσα αργά αργά τα χέρια για να κρούσω τα δύο καπάκια. Νόμιζα ότι, αν μιμηθώ τη μεγαλειώδη κίνηση του μουσικού, θα παραχθεί ο ίδιος πλούσιος ήχος. Αντ’ αυτού, ακούστηκε ένα απαίσιο "πλαφ", που στη μουσική ονομάζεται ψόφος. Έμεινα ενεός.
Στο διπλανό σπίτι ανέβαινε τη σκάλα υπηρεσίες ο μεγάλος γιος της γειτόνισσας, με είδε με δύο καπάκια στα χέρια σε ανάταση:
-Τι κάνεις εκεί Διονυσάκη; Ρώτησε.
Κι εγώ για πρώτη φορά τραύλισα. Είπα:
-Παίζω μου-μου-μου-θική!
Και μου ’μεινε.
Ό,τι έγραψα είναι ένα τραύλισμα νομίζω. Αυτό είναι για μένα η μουσική: το θείο τραγούδι που ένα αδέξιο παιδί το λέει κομπιάζοντας, έχοντας στην καρδιά την ακατόρθωτη μελωδία μιας λαχτάρας για τελειότητα από ένα πλάσμα που δεν την έχει».