Στην αξία που έχει η κατοχή της θέσης του προέδρου της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος -θεωρητικά εκπρόσωπος του συνόλου των ελληνικών επιχειρήσεων- από κάποιον εκτός Αθηνών για την προώθηση των θεμάτων της περιφερειακής επιχειρηματικότητας, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του ΕΒΕΘ Γιάννης Μασούτης, ο οποίος ανακοίνωσε την εκ νέου υποψηφιότητά του στις εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο γνωστός επιχειρηματίας που εκλέχθηκε πρόεδρος του ΕΒΕΘ το 2017 τα τελευταία χρόνια είναι και πρόεδρος της ΚΕΕΕ, αφού διαδέχθηκε τον Γ. Μπρατάκο, όταν ο τότε πρόεδρος του ΕΒΕΑ έγινε υπουργός δίπλα στον Κ. Μητσοτάκη. Τώρα που ο Μπρατάκος επανακάμπτει πιθανότατα στο ΕΒΕΑ και θα θέλει να είναι πρόεδρος της ΚΕΕΕ, ο Γ. Μασούτης έδειξε αποφασισμένος να διεκδικήσει εκ νέου τη θέση, ως σίγουρος πρόεδρος στο ΕΒΕΘ. Όπως εξήγησε, η βαρύτητα κάποιου που ενώ προέρχεται από την περιφέρεια, εν προκειμένω από τη Θεσσαλονίκη, εκπροσωπεί το σύνολο της επιχειρηματικότητας είναι μεγάλη κι έτσι μπορεί ευχερέστερα να προωθήσει και θέματα της περιφερειακής επιχειρηματικότητας, αφού η απευθείας προσέγγιση μιας συλλογικότητας από την περιφέρεια -έστω από τη Θεσσαλονίκη, που είναι η δεύτερη πόλη- στην κεντρική εξουσία είναι δύσκολη. Όχι σε κοινωνικό, αλλά σε ουσιαστικό επίπεδο.
Όπως άφησε να εννοηθεί ο Γ. Μασούτης, -για παράδειγμα- οι απόψεις του ΕΒΕΘ ή του επιμελητηρίου Πάτρας ή Κοζάνης ακούγονται από τους φορείς της κεντρικής εξουσίας -τους υπουργούς, ακόμη και τον ίδιο τον πρωθυπουργό-, αλλά δύσκολα εισακούονται, επειδή το ειδικό βάρος του καθενός μεμονωμένα δεν είναι μεγάλο.
Προφανώς μετά από τρία χρόνια στην ΚΕΕΕ ο Γ. Μασούτης κατάλαβε από πρώτο χέρι αυτό που οι υπόλοιποι Έλληνες γνωρίζουν εμπειρικά και εκ του αποτελέσματος. Ότι καλές είναι οι εξαγγελίες για περιφερειακή ανάπτυξη και αποκέντρωση, αλλά στην πράξη το ελληνικό σύστημα λειτουργεί απολύτως συγκεντρωτικά και αθηνοκεντρικά. Κι επειδή όλα έχουν τη σημασία τους, εάν αυτή είναι η εντύπωση -και η αντιμετώπιση- του Γ. Μασούτη, ενός επιχειρηματία που τζιράρει ένα δισ. ευρώ τον χρόνο, έχει αρκετές εκατοντάδες καταστήματα και πολλές χιλιάδες εργαζομένους, φανταστείτε πώς η κεντρική εξουσία αντιμετωπίζει τους υπόλοιπους.
Το θέμα φυσικά ξεφεύγει κατά πολύ από τα πρόσωπα. Το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι διαχρονικό κι έχει αναχθεί, πλέον, σε διαρθρωτικό πρόβλημα. Όλο το σύστημα της ελληνικής εξουσίας και οικονομίας περιστρέφεται γύρω από το κέντρο των Αθηνών. Άντε και τα βόρεια και νότια προάστια της πρωτεύουσας. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι πάνω από τον μισό πληθυσμό της χώρας ζει στην Αττική, όπου παράγεται -μαζί με τη Βοιωτία και την Κορινθία- το 60% και βάλε του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας, η κατάσταση τείνει να θεωρείται φυσιολογική. Για εκείνους που βρίσκονται, ζουν και δραστηριοποιούνται εκεί ή από εκεί, όχι για τους υπόλοιπους.
Η Θεσσαλονίκη -το αναγνώρισε με τον τρόπο του χθες ο Γ. Μασούτης- έχει μικρό ειδικό βάρος. Ακόμη και στις αποφάσεις που την αφορούν η συμμετοχή της είναι περιορισμένη και σχεδόν πάντοτε δια της πλαγίας. Από το γνωστό -και απολύτως γελοίο- πως ούτε ένας δρόμος δεν μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση χωρίς τη συγκατάβαση, τη συμφωνία και την τελική απόφαση του αρμόδιου υπουργείου, μέχρι τα πιο σοβαρά όπως ήταν στο παρελθόν το εμπάργκο Ελλάδας στο τότε κράτος των Σκοπίων μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης ή στον αποκλεισμό της σιδηροδρομικής γραμμής στην Ειδομένη από πρόσφυγες και μετανάστες. Και από τα ειδικότερα προβλήματα της μεταποίησης του ελληνικού βορρά μέχρι τις δημόσιες επενδύσεις στην περιοχή.
Οι λίγες περιπτώσεις στα 112 τελευταία χρόνια της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό που αυτή η συνθήκη της απόλυτης εξάρτησης από την πρωτεύουσα ανεστάλη επ’ ολίγον ή για ορισμένες περιπτώσεις για τη Θεσσαλονίκη οφείλονται σε πρόσωπα. Ή -πιο σωστά- σε δυναμικές πολιτικές και επιχειρηματικές προσωπικότητες που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και είχαν τη δυνατότητα, το σθένος και τη φιλοδοξία να σηκώσουν ανάστημα. Όχι στη λογική της επανάστασης και του… τσαμπουκά, αλλά λόγω του σεβασμού που είχαν κερδίσει με τον τρόπο τους. Ίσως επειδή συνήθως αυτοί οι άνθρωποι δεν ζητούσαν, πολύ περισσότερο δεν επαιτούσαν, κάτι για τον εαυτό τους και επομένως είχαν τα εχέγγυα και την αξιοπιστία να αναρριχηθούν στη θέση της φυσικής ηγεσίας της πόλης. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του εκδότη Γιάννη Βελλίδη, ο οποίος στη μεταπολίτευση έπεισε τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να μετατρέψει τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης της οποίας ήταν πρόεδρος από οργανισμό του δημοσίου σε Ανώνυμη Εταιρεία. Δημιουργήθηκε έτσι η πρώτη ΔΕΚΟ της χώρας, ενώ η ευελιξία της διοίκησης οδήγησε στην αλματώδη ανάπτυξή της εκείνη της περίοδο.
Προφανώς -προφανέστατα- οι εποχές έχουν αλλάξει. Και μαζί τους άλλαξαν τα πάντα. Στις μέρες μας η ενός ανδρός αρχή -αν και σε κάποιο βαθμό συντηρείται και υπάρχει σε διάφορες καταστάσεις- είναι αναποτελεσματική. Οι μέρες μας είναι περίπλοκες και η ομαδική δουλειά είναι αυτή που συνήθως δημιουργεί συνθήκες επιτυχίας. Αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται φυσική ηγεσία ικανή να δρομολογήσει συνεργασίες που θα βγάλουν την πόλη και την ευρύτερη περιοχή από το τέλμα, στο οποίο βρίσκεται οικονομικά και κοινωνικά τα τελευταία 30 – 35 χρόνια.
Υπ’ αυτή την έννοια η προσπάθεια που γίνεται για τον τουρισμό -χθες επίσης ανακοινώθηκε από τον δήμαρχο Στέλιο Αγγελούδη και τον συνεργατικό Οργανισμό Τουρισμού το νέο πλάνο για την ενίσχυση της επισκεψιμότητας της πόλης- είναι συγκρατημένα ελπιδοφόρα. Ένα πρώτο βήμα που ενδεχομένως θα δείξει εάν μπορούν να υπάρξουν κι άλλα. Όχι στο απώτερο μέλλον ή όταν η ιστορία και η γεωγραφία θα βοηθήσουν να ωριμάσουν οι καιροί, αλλά σύντομα. Οι τελευταίες δεκαετίες δραματικής υποχώρησης της Θεσσαλονίκης σε λογικές «επαρχιακής πολίχνης», τουτέστιν κωμοπόλεως, υπήρξαν καθοριστικές.
Την ώρα που ο πλανήτης, η παγκόσμια οικονομία και η διεθνής οργάνωση, αλλά και η φυσική ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης, άλλαζαν σελίδα, η πόλη παρέμεινε προσκολλημένη -τρόπος του λέγειν- στον ανταγωνισμό ΠΑΟΚ – Άρη, στις βόλτες στο Πανόραμα και τα μπάνια στη Χαλκιδική. Συζητάει ακόμη την ατζέντα των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Περιφερειακή οδός, Διεθνής Έκθεση, λιμάνι, παραλιακό μέτωπο. Αν το καλοσκεφτεί κανείς όλα αυτά τα χρόνια μόνο τον τίτλο της… φραπεδούπολης κατάφερε να κατοχυρώσει με το σπαθί της! Το κενό, πλέον, είναι μεγάλο και διευρύνεται συνεχώς. Οι αποστάσεις προς Βορρά και προς Νότο μεγαλώνουν. Κάτι πρέπει να γίνει!