«Βάζουμε την Ελλάδα ψηλά. Νοιαζόμαστε για όλους τους Έλληνες». Αυτό ήταν το σύνθημα της ομιλίας του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στα εγκαίνια της 89ης ΔΕΘ.
Και φρόντισε να επιχειρηματολογήσει επ' αυτού μιλώντας με συγκεκριμένες πολιτικές και μέτρα για περίπου μία ώρα.
Ο κ. Μητσοτάκης, σε μια ΔΕΘ που έχει άρωμα εκλογών, αλλά το ερώτημα είναι για ποιον, απαρίθμησε μια σειρά μέτρων, που καλύπτουν 4 εκατομμύρια φορολογούμενους σε μια όντως πολύ τολμηρή φορολογική μεταρρύθμιση.
Το σημαντικό είναι ότι τα μέτρα αυτή τη φορά δεν έμοιαζαν (για την ακρίβεια δεν τα παρουσίασε ο ίδιος) με παροχές, αλλά με απτές παρεμβάσεις μιας πολιτικής, που έχει στον πυρήνα της την αντιμετώπιση της κρίσης ακρίβειας, η οποία συνεχίζεται επί πολλά χρόνια και κατατρώει τις όποιες αυξήσεις στο εισόδημα των πολιτών.
Η πολιτική αυτή έχει τίτλο: «Στήριξη του εισοδήματος ως ανάχωμα στην ακρίβεια».
Γνωρίζω πολλούς που μετά τις 21.00' χτες το βράδυ πήραν τηλέφωνο τον λογιστή τους. Εκείνο που αντιλαμβάνομαι είναι πως δεδομένα υπάρχει όφελος -κι όχι αμελητέο, όπως περσινών μέτρων με όφελος 18 ή 22 ευρώ μηνιαίως- για πολύ κόσμο και μάλιστα για κόσμο που εδώ και πολλά χρόνια εκφεύγει της προσοχής των κυβερνήσεων, παρότι αποτελεί κρίσιμη μάζα στο σύνολο των φορολογουμένων. Είναι τα συνήθη θύματα των οικονομικών πολιτικών των τελευταίων πολλών ετών και κυβερνήσεων. Αναφέρομαι στη μεσαία τάξη και εκείνους που κατορθώνουν να έχουν ένα εισόδημα από 30.000 έως και 60.000 ευρώ (τον πήχη στα 60.000 τον έβαλε ο ίδιος ο πρωθυπουργός χτες, ανεβάζοντας το όριο εισοδήματος των ωφελουμένων κατά 10.000 ευρώ βάσει των σεναρίων που διακινήθηκαν). Είναι η πρώτη φορά που ακούω πρωθυπουργό να ανακοινώνει ωφέλιμα μέτρα για την πραγματική μεσαία τάξη της χώρας. Αν το κάνετε cent θα αντιληφθείτε ότι μιλάω για μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και των οικογενειών στη χώρα. Σε μια χώρα που ακούς εισόδημα 20.000 ευρώ και θεωρείς ότι αυτός που το λαμβάνει είναι μεσαία τάξη. Εντάξει ζήσε εσύ κι εγώ με 1.600 ευρώ τον μήνα πληρώνοντας ενοίκιο 700 ευρώ και βενζίνες για τις καθημερινές μετακινήσεις σου άλλα 300... Πολύ απλά δεν βγαίνει.
Αυτό λοιπόν μου έκανε εντύπωση από τις χτεσινές οικονομικές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού. Ότι επιτέλους κάποιος πολιτικός αντιλαμβάνεται ποια είναι η μεσαία τάξη και ποιοι είναι εκείνοι που παλεύουν για την επιβίωση. Τους δεύτερους τους ενισχύει, αλλά για πρώτη φορά ασχολείται κάποιος και με τους πρώτους. Ακριβές λοιπόν το σύνθημα στο φόντο του κ. Μητσοτάκη, που έγραφε: «Η ώρα της μεσαίας τάξης».
Έβαλε μάλιστα ο ίδιος «χρώματα» στην «τολμηρή φορολογική μεταρρύθμιση»: Κοινωνικό, δημογραφικό, νεανικό, αναπτυξιακό, εθνικό (τα... χρώματα). Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι εθνική ευθύνη, είπε ο πρωθυπουργός και χαρακτήρισε τις ανακοινώσεις του ως ένα «συνολικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο» και ένα «συνεκτικό πρόγραμμα».
Ο πρωθυπουργός επέλεξε αυτή την πολιτική για να αντιμετωπίσει (ο ίδιος το είπε) την ακρίβεια. Θα μπορούσε να επιλέξει να δώσει 13ο μισθό; Θα μπορούσε να μηδενίσει ή να μειώσει πολύ τον ΦΠΑ; Ο κ. Μητσοτάκης εξήγησε γιατί δεν έκανε αυτή την επιλογή. Αν έκανε καλώς θα το δούμε στην πορεία.
Θα μείνω στα πολιτικά μηνύματα της ομιλίας Μητσοτάκη.
Ο πρωθυπουργός συνεπής στο δόγμα του ότι «η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αδιαπραγμάτευτη» προσπάθησε να δώσει στους πολίτες να καταλάβουν ότι ασκεί συνετή οικονομική πολιτική και ότι οι εξαγγελίες του δεν συνιστούν και προεκλογική παροχολογία.
Ωστόσο, χρησιμοποίησε αυτή τη βάση προκειμένου να θέσει στο τραπέζι τις απειλές της ακυβερνησίας ή της νέας κατρακύλας σε μνημόνια. Απειλές με το βλέμμα στις επόμενες εκλογές.
Και στο ίδιο πλαίσιο έβαλε και τα εθνικά θέματα στο τραπέζι, αναφέροντας ότι ζούμε σε μια συγκυρία αναθεωρητισμού, αλλά δεσμεύτηκε ότι «εκπτώσεις στην ασφάλεια της πατρίδας δεν κάνω».
Και το πήγε ένα βήμα (προεκλογικό) παραπέρα, τονίζοντας ότι «όσο είμαι πρωθυπουργός δεν θα επιτρέψω να απομονωθεί για δεύτερη φορά ο τόπος από την ευρωπαϊκή οικογένεια». Και το μήνυμα σαφές και ο αποδέκτης...
Άλλωστε, στη συνέχεια της ομιλίας του δεν απέφυγε να πει ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027 και πως προσδοκά επανεκλογή, προκειμένου να υλοποιήσει ακόμα μεγαλύτερες και περισσότερες μεταρρυθμίσεις, που χτυπούν την καρδιά των παθογενειών στη χώρα.
Έβαλε έτσι ορίζοντα το 2030, αλλά για να πετύχει τις μεγάλες τομές ζητά συναίνεση.
Κι αυτό είχε πολύ μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον. Σε μια περίοδο που η κυβέρνηση βάλλεται από την αντιπολίτευση, που ο τοξικός λόγος (αυτοί τα λένε όχι εγώ) είναι συστατικό στοιχείο του αντιπολιτευτικού λόγου, ο Μητσοτάκης αντί της αντιπαράθεσης και των δηκτικών σχολίων, επιλέγει να παίξει το χαρτί της εθνικής συνεννόησης και (με το δικό μου το μυαλό) της μετεκλογικής συνεννόησης. Αν αυτό σημαίνει ότι πετάει λευκή πετσέτα στην προοπτική της αυτοδυναμίας ή επιχειρεί να ρίξει τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης διότι δεν βολεύει την κυβέρνηση δεν το γνωρίζω. Ωστόσο, ότι έριξε γέφυρες για μια ενδεχόμενη συγκυβέρνηση δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι δεν το έκανε χτες.
Ο λόγος Μητσοτάκη είχε και αυτοκριτική. Όχι σε βαθμό αυτομαστιγώματος, αλλά σίγουρα δεν έλειψε η αυτοκριτική, με αφορμή τις «παθογένειες που δεν ξεριζώθηκαν ούτε από εμάς». Επανέφερε το σύνθημα «Νομιμότητα παντού», που ο ίδιος είχε λανσάρει σε προηγούμενη ΔΕΘ ως απάντηση στο κλίμα που έχει διαμορφωθεί μετά μια σειρά από δυσώδεις υποθέσεις που απασχόλησαν την επικαιρότητα. Και έφερε το παράδειγμα του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου νομοτελειακά θα αναφερόταν στην ανάκτηση ποσών από παραβάτες. «Όχι στην αλαζονεία.», είπε ο κ. Μητσοτάκης, δίνοντας γραμμή για δουλειά: «Να ιδρώνουμε τη φανέλα και να μην καβαλάμε το καλάμι της εξουσίας». Ζήτησε μάλιστα από όλους να είναι χαμηλότεροι οι τόνοι στην πολιτική αντιπαράθεση.
Καμία αναφορά άμεση στις παρεμβάσεις του Αλέξη Τσίπρα και του Βαγγέλη Μαρινάκη, χτες και προχτές από τη Θεσσαλονίκη, αλλά μια μπηχτή την πέταξε: «Το κράτος μπορεί να τα βάλει με οποιονδήποτε όσο ισχυρός κι αν είναι, εάν υπάρχει βούληση». Ενώ δεν απέφυγε να κάνει λόγο για το «βαθύ κράτος» και τους «σπόνσορές» του και τελικά να πει: «Ως εδώ με τα βαρίδια του χτες και όσους θέλουν να τα συντηρούν και σήμερα». Φυγή προς τα μπροστά.
Προορισμός είναι το 2030, είπε ξεκάθαρα ο πρωθυπουργός, ζητώντας «ευρύτερες συναινέσεις» σε κρίσιμα ζητήματα (μεταρρυθμίσεις), που ξεπερνούν κυβερνητικές θητείες. Ζήτησε συνεννόηση με τα κόμματα για το εθνικό απολυτήριο, την υγεία, την οργάνωση του χώρου (χωροταξικό, χρήσεις γης, πολεοδομίες κτλ.) και την ενεργειακή αυτονομία. Με τα κόμματα θα τα βρει. Με τους δήμους θα τα βρει; Διότι τους παίρνει τις πολεοδομίες κι αυτό δεν νομίζω ότι τους αρέσει...
Ο πρωθυπουργός έτεινε χείρα φιλίας στην αντιπολίτευση, την κάλεσε σε συγκλίσεις και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «αν στην πολιτική γκρεμίζονται οι γέφυρες κανείς δεν θα μπορεί να γυρίσει πίσω». Και πήγε κι ένα βήμα παρακάτω, βάζοντας τέλος στο δίλημμα «ΝΔ ή χάος», με την επισήμανση πάντως ότι «είναι προτιμότερη μια κυβέρνηση που κάνει και λάθη από μια λάθος κυβέρνηση».
Προϋπόθεση ευημερίας είναι η πολιτική σταθερότητα, σημείωσε και ένα ακόμα μήνυμά του (με εμφανή αποδέκτη εικάζω) ήταν το «όχι στους πειραματισμούς». Για όσους μιλούν για την ανυπαρξία της αντιπολίτευσης, ο πρωθυπουργός είπε ότι δεν εμπόδισε κανείς κανέναν ώστε να διαμορφωθεί ένας αντίπαλος πόλος στη ΝΔ και την κυβέρνησή του, ενώ σημείωσε με νόημα: «Δεχόμαστε πυρά ακόμα και για την ανεπάρκεια των αντιπάλων μας».
Και για να κλείσω με τα πολιτικά μηνύματα της χτεσινής ομιλίας του πρωθυπουργού θα αναφερθώ σε ακόμα μια στόχευση, καθώς φάνηκε από τις αναφορές του ότι απευθυνόταν σε όσους τον ψήφισαν το 2019 και το 2023, σε εκείνο το 40%+, το οποίο δημοσκοπικά έχει εξανεμιστεί και η πλειοψηφία έχει μετακινηθεί στους αναποφάσιστους κυρίως κι όχι σε άλλα κόμματα.
Καταληκτικά, η ομιλία του πρωθυπουργού είχε εκλογική χροιά και πολιτικά μηνύματα, όμως ουσιαστικά επιχείρησε να ρίξει τους τόνους της αντιπαράθεσης, επέλεξε την ηρεμία και τη συναίνεση έναντι της τοξικότητας και είχε ευθεία αναφορά στην τσέπη των πολιτών. Γι' αυτό άλλωστε και εκείνο που μένει είναι τα μέτρα, τα οποία αποτέλεσαν την ουσία και τη βιτρίνα της χτεσινής ομιλίας. Επαναλαμβάνω ότι προτού πιάσουμε τα ψηφοδέλτια για να πάμε στις κάλπες έχουμε το χέρι στην τσέπη...