Skip to main content

Ο μπαμπάς που δεν είναι πια

Έχει σήμερα μπαμπάδες που δεν γιορτάζουν

Πιο δυνατά ρουφούσε το τσιγάρο του ο παγερός κόντρα άνεμος παρά ο ίδιος. Είχε να καπνίσει πάνω από 6 ώρες, λίγο πριν της βάλουν την επισκληρίδιο, κι η αϋπνία βαρούσε κόκκινο. Βγήκε στην πόρτα να πιει δυο γουλιές καφέ και να κάνει ένα για να καλμάρει, μπας και του φύγει το άγχος, έτρεμε το φυλλοκάρδι του, αλλά προσπαθούσε να μην το δείξει μπροστά της, χωρίς, βέβαια, επιτυχία -εκείνη τον είχε μάθει απέξω κι ανακατωτά πόσο αγχώδης είναι.

Το ‘σβησε νευρικά με τη σόλα του παπουτσιού, φύσηξε δυνατά να διώξει τον καπνό, φόρεσε τη μάσκα και μπήκε ξανά στην κλινική. Είχε αφήσει τη διαστολή στο 4, δεν θα είχαν αλλάξει και πολλά τόσο γρήγορα. «Πού ήσουν», του είπε η νοσηλεύτρια, «βγήκα δυο λεπτά να κάνω ένα τσιγάρο», απάντησε αυτός μ' απορημένο βλέμμα. «Τελεία!», ήταν η επόμενη ατάκα της, με χαμόγελο όλο νόημα. «Τι τελεία;», αγχώθηκε αυτός. «Τελεία διαστολή!», τον πρόλαβε, πριν καν ο ίδιος μπει στη διαδικασία ν’ αναρωτηθεί. «Δηλαδή γεννάμε;», ρώτησε μ’ έκπληξη, γούρλωσε τα μάτια κι όταν είδε το νεύμα κατάφασης έτρεξε στον θάλαμο. Στάθηκε πλάι στο προσκέφαλο, να της χαϊδεύει τα μαλλιά, αλλά εκείνη του καθήλωσε το δεξί χέρι γιατί κοιλοπονούσε, έσφιγγε δυνατά τα δάχτυλά της στο μπράτσο του, σαν πιεσόμετρο.

Δεν έκλαιγε ποτέ. Δεν το περηφανευόταν, απλά έτσι ήταν. Δεν έκλαιγε, δεν δάκρυζε, ούτε από λύπη ούτε από συγκίνηση. Δεν ήταν σκληρός, με την έννοια του άσπλαχνου, αλλά δεν λύγιζε κι εύκολα. Όταν είδε απέναντί του τους γυμνούς πήχεις του γιατρού να κάνουν ελαφρές ημικυκλικές κινήσεις ηλεκτρίστηκε σύγκορμος -«σπρώξε άλλη μία, τελευταία και καλή». Ο γιατρός τράβηξε προσεκτικά κι απαλά το κεφαλάκι, που ξεπρόβαλε πασαλειμμένο με αμνιακό υγρό κι αίμα, και, με το πρώτο του κλάμα, αυτός συγχρονίστηκε απευθείας: οι αναστολείς, που κάποιο αόρατο χέρι είχε όλα αυτά τα χρόνια παραχώσει στους δακρυϊκούς του αδένες, κατέρρευσαν αναπάντεχα, προδόθηκαν, παραδόθηκαν. Τα μάτια του άνοιξαν, θόλωσαν, πλημμύρισαν, τα δάκρυα κύλησαν αγόγγυστα και χύθηκαν στα μάγουλα κι αυτός δεν πίστευε τι στιγμή ζει, αν είναι αληθινή ή ονειρεμένη, τον κεραυνοβολούσαν ουράνια αισθήματα που δεν είχε βιώσει ποτέ, δεν φανταζόταν καν ότι υπάρχουν· κι όμως. Σα να γεμίζουν μονοκοπανιά εν' άδειο δοχείο μ’ άνευ όρων αγάπη κι αυτό να μη χωράει άλλο, να ξεχειλίζει, να ψάχνει να γεμίσει κι άλλα πλάι του για να χωρέσει. Τόση αγάπη.

Οι πρώτοι μήνες πέρασαν δύσκολα. Είχε πονάκια, ταλαιπωρούταν από κολικούς. Ιδίως τα βράδια ήταν πολύ ανήσυχη, έκλαιγε υπερβολικά και τη δυσκόλευε κι ο θηλασμός, δεν κοιμόταν και δεν τους άφηνε να κοιμηθούν. Κάθε νύχτα έσφιγγαν τα δόντια και, μόλις κατάφερναν να την κοιμίσουν, ξάπλωναν κατάκοποι, δίχως όρεξη για τίποτε, με την ευχή να ξημερώσουν χωρίς να χρειαστεί να σηκωθούν, να μην κλάψει, έστω μια φορά να μην ανάψουν μέχρι πάνω τα πράσινα λαμπάκια στην ενδοεπικοινωνία. Εκείνη πονούσε στα χέρια, την τραβούσε κάποιος τένοντας στ' αριστερό, εκεί όπου κυρίως το φώλιαζε για να θηλάσει, να τη μυρίσει, να ηρεμήσει και να κλείσει τα μάτια -νόμιζε ότι θα παραλύσει. Περνούσαν ώρες για να κοιμηθεί, πολλές φορές δεν κατάφερνε να τη νανουρίσει ούτε η συσκευή λευκών ήχων που είχαν αγοράσει ούτε η εφαρμογή που κατέβασαν στα κινητά -η γιατρός δεν είχε λύση, παρά μόνο συνιστούσε υπομονή, «θα περάσει». Εκείνος αναλάμβανε όταν εκείνη δεν άντεχε άλλο, όταν τα νεύρα της γίνονταν τσατάλια κι έβαζε τα κλάματα από απόγνωση. Τον τελευταίο καιρό, που προσπάθησαν με το μπιμπερό, μήπως κι έφταιγε η θηλή, σηκωνόταν κυρίως αυτός, για να ξεκουράζεται εκείνη. Εξάλλου, το πιο σημαντικό που μπορεί να κάνει ένας μπαμπάς για το παιδί του είναι ν΄ αγαπάει τη μάνα του. Κι αυτός τη λάτρευε.

Εκείνη γύρισε γρήγορα στη δουλειά, πάνω στο τρίμηνο, δεν την άφηναν να πάρει το εξάμηνο του ΟΑΕΔ, είχαν λίγα χέρια στο μαγαζί κι αυτή ανάγκη τα λεφτά -όσο ήταν το επίδομα ήταν και το νοίκι. Εκείνος δεν σταμάτησε καθόλου, με την εξαίρεση της μέρας της γέννας, της επομένης και της παρεπόμενης, που ήταν Κυριακή.

Οι γιαγιάδες δεν μπορούσαν, είχαν τα δικά τους θέματα. Πήραν, έτσι, την απόφαση, που ήταν μονόδρομος, να ξεκινήσουν να την πηγαίνουν στον βρεφονηπιακό σταθμό. Εκείνη δεν είχε δίπλωμα, μόνο αυτός οδηγούσε. Επομένως ανέλαβε αυτός να πηγαίνει καθημερινά το μωρό εκεί. Την έβαζε προσεκτικά στο καρεκλάκι, της έδενε την ασφάλεια, έστρωνε τα λουριά στους ώμους της να μην τη σφίγγουν κι έσερνε προς τα μπρος το μόμπιλε με τα μικρά λούτρινα που είχε κρεμασμένο στη χειρολαβή πάνω από το παράθυρο. Της είχε κολλήσει κι αυτοκόλλητα στην πλάτη του καθίσματος του συνοδηγού, να τα κοιτάζει και να ξεχνιέται.

Κάθε μέρα, έτσι κουρασμένη που ήταν από τις μεγάλες νύχτες, την έπαιρνε ο ύπνος με την πιπίλα στο στόμα ενώ πήγαιναν στον σταθμό, μέσα σε δευτερόλεπτα -ίσως τη νανούριζαν οι κραδασμοί. Αυτός, βαστώντας το τιμόνι, ανασήκωνε το σώμα του, σχεδόν κάθε φορά, για να το επιβεβαιώσει απ' τον καθρέφτη. Όταν έβλεπε κλειστά τα μάτια της, το στόμα της μισάνοιχτο και την πιπίλα πεσμένη στα μπούτια της, χαμογελούσε και σιγοψιθύριζε «ψυχή μου».

Το τελευταίο βράδυ ξάπλωσαν πλάι πλάι στον καναπέ, βυθίστηκαν στις μαξιλάρες, ένωσαν τα κεφάλια τους, έμπλεξαν τα δάχτυλα και την παρατηρούσαν. Την κοιτούσαν που προσπαθούσε να μπουσουλήσει επάνω στο χαλί, γελούσαν κάθε φορά που σκόνταφτε. Ξεκαρδίζονταν που έβλεπαν να τρέχουν τα σάλια της όταν δάγκωνε με μανία και παρατεταμένα τα πλαστικά παιγνίδια -έβγαζε δοντάκια και την ενοχλούσαν πολύ. Έλιωναν όταν έβγαζε αστείες άναρθρες κραυγούλες, σα να τραγουδάει. Παρά την κούραση, παρά την εξάντληση, ένιωθαν ευτυχισμένοι. Ήταν ευτυχισμένοι.

Τα πράσινα λαμπάκια άναψαν ξανά. Ήταν δεν ήταν 4 το ξημέρωμα. Σηκώθηκε εκείνος. Σκόνταψε και χτύπησε στο πόδι του κρεβατιού της -πόσες φορές την είχε πατήσει, όλο το ξεχνούσε- και, για να μην ανάψει το φως και την ξυπνήσει για τα καλά, φώτισε με το κινητό να βρει την πιπίλα, που της είχε βγει από το κλάμα. Της την έδωσε, την πήρε αγκαλιά και πήγαν στην κουζίνα να ζεστάνει το γάλα. Αυτή κούρνιασε στον ώμο του και τα υγρά της μάγουλα πότισαν το φανελάκι του, αλλά συνέχισε να γκρινιάζει, όσο εκείνος ετοίμαζε το μπιμπερό με το ένα χέρι -τα πρώτα δόντια την είχαν τρελάνει. Με το άλλο την κουνούσε για να την ηρεμήσει, στο υπόφως του φεγγαριού που τρύπωνε απ' το μεγάλο παράθυρο. Έκατσε στον καναπέ για να την ταΐσει και κοίταξε το ρολόι απέναντί του. Στρεσαρίστηκε όταν έκανε τον υπολογισμό, ότι είχε άλλες τρεις μόλις ώρες να κοιμηθεί και το πρωί θα πήγαινε με το συνεργείο σε εκτός έδρας δουλειά. Θα προλάβαινε οριακά να γυρίσει ώστε να την πάρει από τον σταθμό, πριν αυτός κλείσει. Το γάλα την ηρέμησε, αλλά εκείνον τον κατέβαλε το άγχος. Αυτή κοιμήθηκε, αλλ' αυτός δυσκολεύτηκε, οι παλμοί του του 'φαγαν κι άλλη ώρα απ' τον ύπνο.

Τινάχτηκε απ' το κρεβάτι ευθύς μόλις χτύπησε το ήδη χαμηλωμένο ξυπνητήρι κι έκανε ησυχία για να μην ξυπνήσει εκείνη -πήγαινε πιο αργά στη δουλειά. Ετοιμάστηκε γρήγορα για να εξοικονομήσει, όσο γινόταν, χρόνο για τη μικρή. Άνοιξε απαλά την πόρτα της, τη χάιδεψε, την έχωσε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί ενώ αυτή προσπαθούσε με τη μπουνιά της να τρίψει τα μάτια. Την άλλαξε, την έντυσε και της έδωσε ένα παιγνίδι για να κάτσει στο ριλάξ μέχρι αυτός να τελειώσει, η ώρα τον πίεζε. Ήπιε όλο το γάλα και ξεκίνησαν.

Είχε πάει οκτώ παρά πέντε κι είχε αργήσει ήδη πολύ, είχε αρχίσει να ιδρώνει από το άγχος ότι δεν θα προλάβει να 'ναι εγκαίρως εκεί που είχαν δώσει ραντεβού με τους συναδέλφους για να φύγουν με το εταιρικό βανάκι, η μπλούζα με το τυπωμένο λογότυπο της εταιρείας κόλλησε στη δερμάτινη πλάτη του καθίσματος. Έλυσε γρήγορα τη ζώνη του, πίεσε παρατεταμένα προς τα πάνω τα κουμπιά για να κλείσουν τα παράθυρα, άρπαξε βιαστικά το κινητό από τη θήκη δίπλα στο χειρόφρενο, τσέκαρε τον εξωτερικό καθρέφτη, άνοιξε την πόρτα του και βγήκε από το αυτοκίνητο. Μόλις άρχισε να απομακρύνεται, μ' ανοιχτό βήμα και δίχως να γυρίσει το κεφάλι, έστριψε μηχανικά τον δεξί του καρπό προς τα πίσω και πάτησε το κουμπί για να κλειδώσει, όπως έκανε κάθε μέρα. Για το αποτέλεσμα τον διαβεβαίωσε ο χαρακτηριστικός συγχρονισμένος ήχος των τεσσάρων ασφαλειών, που χίμηξαν να φωλιάσουν σαν πίροι στις προκαθορισμένες θέσεις τους· καρφιά σε φέρετρο.

 

Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄ τα σπίτια τους

*Έχει σήμερα μπαμπάδες που μαθαίνουν τι μέρα είναι, αλλά δεν γιορτάζουν. Κι ας μη φεύγουν ποτέ τα νεκρά παιδιά απ' τα σπίτια τους. Τριγυρίζουν εκεί, μένουν εκεί, ξημερώνουν και νυχτώνουν μαζί τους, τα κρατούν ζωντανά. Κάθε μέρα μεγαλώνουν στην καρδιά τους, τόσο που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά τους δεν είναι πια απ' τη στέρηση, μα απ’ την αύξηση. Γιατί δεν σκέφτονται τίποτ' άλλο, κι αν για λίγο ξεχνιούνται είναι για λόγους μηχανικούς, αυτοσυντήρησης.

Στέκουν βουβοί και συλλογίζονται, ανασκαλεύουν αναμνήσεις να τις δυνατέψουν, να μην ξεφτίσουν, να μην τους φύγουν και τις χάσουν. Σβήνουν με μανία άλλες, να ξεθωριάσουν, αλλά δεν τα καταφέρνουν -τους πνίγουν. Μπαίνουν σε δωμάτια κενά για να γεμίσουν, κοιτούν εικόνες για να μην αδειάσουν. Σκέψεις τούς τρυπάνε σαν πυρωμένα μαχαίρια, αναπνέουν και γερνάνε, αναστενάζουν κι απ' το στόμα τους δραπετεύουν κομμάτια της ψυχής τους.

Βλέπουν μονάχα μαραμένα αστέρια, μαύρους ουρανούς, κόσμους αδειανούς. Βυθίζονται στην κινούμενη άμμο της απουσίας, βασανίζονται και μαρτυράνε. Καταριούνται αυτό το ένα λάθος, βλαστημούν αυτή τη μια κακή στιγμή, αναθεματίζουν τη δεύτερη ευκαιρία που δεν είχαν.

Είναι λίγοι, αλλά κυκλοφορούν ανάμεσά μας αδιόρατοι, σα στοιχειά, ζωντανοί νεκροί. Μπαμπάδες που ήταν, μπαμπάδες που δεν είναι πια.