Skip to main content

Ο μύθος της υποεκπροσώπησης της Θεσσαλονίκης στην κυβέρνηση και η μάχη για το ρουσφέτι

Τι κρύβει η επιμονή κάποιων στο ειδικό βάρος της εντοπιότητας των πολιτικών παραγόντων

Με έναν υπουργό, τον Άκη Σκέρτσο, ο οποίος γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, και τρεις υφυπουργούς, την Έλενα Ράπτη, τον Δημήτρη Βαρτζόπουλο και το Νίκο Ταχιάο εκπροσωπείται η πόλη και η ευρύτερη περιοχή στη νέα κυβέρνηση. Προφανώς σε ένα σχήμα με πάνω από 60 πρόσωπα ο αριθμός δεν είναι εντυπωσιακός ούτε για το μέγεθος ούτε για το ειδικό βάρος της Θεσσαλονίκης. Το ζήτημα είναι εάν αυτή η κυβερνητική… υποεκπροσώπηση, όπως τη χαρακτηρίζουν τοπικοί πολιτικοί, οικονομικοί, παραγωγικοί και κοινωνικοί παράγοντες, έχει επιπτώσεις στις υποθέσεις της πόλης. Ή μήπως συνιστά μία ακόμη γραφική αντίδραση κάποιων που έχουν αποφασίσει να εντάξουν τους εαυτούς τους στην πλευρά των μονίμως αδικημένων και την ίδια την πόλη -επίσης μονίμως- στη σκιά της πρωτεύουσας. Το ερώτημα, δηλαδή, που θέτει η ζωή είναι εάν η απουσία ικανού αριθμού και μεγάλης ισχύος υπουργών λειτουργεί ως τροχοπέδη για τα θέματα της Θεσσαλονίκης. Ή μήπως ενέχει τη θέση μιας εκ των προτέρων -εύκολης και καθόλου πειστικής- δικαιολογίας για την αδράνεια που υπάρχει σε πολλά επίπεδα και, πλέον, δεν μπορεί να κρυφτεί. 

Μια ενιαία χώρα

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η Ελλάδα είναι μια ομοιογενής και ενιαία διοικητικά χώρα. Δεν ακολούθησε το παράδειγμα της Ευρώπης και άλλων ανεπτυγμένων περιοχών του πλανήτη, όπου πολλά κράτη είναι διαρθρωμένα και οργανωμένα ως ομοσπονδίες, στις οποίες είναι ενταγμένα κρατίδια, καντόνια, πολιτείες ή δημοκρατίες. Η συγκεκριμένη επιλογή έγινε προφανώς για εθνικούς λόγους, αφού στη διάρκεια δύο αιώνων νέου ελληνικού κράτους όσοι κυβέρνησαν επέμειναν στο αρχικό –και σημερινό- μοντέλο. Επίσης, είναι μία σχετικά μικρή –πλην τίμια- χώρα, στην οποία όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Κάπως έτσι στην Ελλάδα η -μία και μοναδική- κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για όλα τα θέματα, όπου κι αν συμβαίνουν. Από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη και από τα Επτάνησα μέχρι τα Δωδεκάνησα. Εννοείται με τη συνδρομή της αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, που, όμως, ασχολούνται με θέματα περιορισμένου εύρους, πραγματικά τοπικά. Η ύπαρξη και διατήρηση ενός και μόνου χαρτοφυλακίου με γεωγραφικά χαρακτηριστικά, του υφυπουργείου Εσωτερικών αρμόδιου για την Μακεδονία και τη Θράκη –παλαιότερα υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης και ακόμη παλαιότερα, στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, υπουργείο Βορείου Ελλάδος- δεν έχει ουσιαστικό νόημα. Γι’ αυτό κατ’ επανάληψη οι πρωθυπουργοί άλλοτε το καταργούν και άλλοτε το υποβαθμίζουν. Εξυπηρετεί αποκλειστικά εθνικούς και όχι λειτουργικούς σκοπούς. Οι εξελίξεις στην παγκόσμια σκηνή μετά το 1990, όταν «χαμήλωσαν» τα σύνορα του κόσμου και τα τεχνητά κράτη διαλύθηκαν στα εξ ων είχαν συντεθεί, στα βόρεια σύνορα της χώρας προέκυψε ξαφνικά κράτος με το όνομα «Μακεδονία» και πρωτεύουσα τα Σκόπια, αυτό που με τη Συμφωνία των Πρεσπών ονομάστηκε Βόρεια Μακεδονία. Σχεδόν ταυτόχρονα στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε το υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης, ενώ σε όλο το βορειοελλαδικό τόξο βαριές υποδομές, όπως αεροδρόμια και λιμάνια, πήραν τα ονόματα Μακεδονία, Μέγας Αλέξανδρος, Φίλιππος Β’ και ό,τι σχετικό με τη Μακεδονική δυναστεία.

Η επιμονή κάποιων στο ειδικό βάρος της εντοπιότητας των πολιτικών παραγόντων –η πολιτική βαρύτητα και η προσωπικότητα είναι άλλα, εντελώς διαφορετικά πράγματα- στην πραγματικότητα κρύβει δύο πράγματα: 

Πρώτον, τον εθισμό στο διαπροσωπικό νταλαβέρι, που έχει ως τελικό στόχο την εδραίωση της εξουσίας τους στον μικρόκοσμο της Θεσσαλονίκης μέσω των ρουσφετιών. 

Δεύτερον, τη ροπή προς συνήθειες του παρελθόντος. Τότε που η προσωπική σχέση με τον ηγέτη έφτανε και περίσσευε, για να αποφασιστεί ένα έργο και να προχωρήσει η δουλειά. Το παράδειγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 είναι χαρακτηριστικό, αφού ως παντοδύναμος πρωθυπουργός υλοποίησε με προσωπική του ευθύνη ιδέες φίλων του στη Θεσσαλονίκη, τις οποίες ενστερνίστηκε. Κάπως έτσι «γεννήθηκαν» το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, έγινε η ανάπλαση της Νέας Παραλίας, εξελίχθηκε στη συγκεκριμένη κατεύθυνση το λιμάνι της πόλης, άλλαξε νομική μορφή η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, μία από τις πρώτες -αν όχι η πρώτη- Ανώνυμη Εταιρεία του ελληνικού δημοσίου.

Μόνο που το συγκεκριμένο στιλ ηγέτη -πρωθυπουργού, υπουργού, δημάρχου, περιφερειάρχη κ.λπ.- είναι ξεπερασμένο και όποιος επιχειρεί να το πλασάρει σήμερα εκπίπτει σε καρικατούρα. Στις μέρες μας μια δουλειά ή γίνεται ομαδικά, τεκμηριωμένα και πιστοποιημένα ή δεν γίνεται καθόλου. Το γεγονός ότι οι περισσότερες δημόσιες επενδύσεις υλοποιούνται είτε με κοινοτικά κονδύλια είτε με ευρωπαϊκές μεθόδους ελαχιστοποιεί τις δυνατότητες προσωπικών παρεμβάσεων, άρα απομειώνουν την αξία των διαπροσωπικών σχέσεων. Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν όλοι. Τότε γιατί κάποιοι -οι περισσότεροι στη Θεσσαλονίκη- επιμένουν τόσο πολύ στα πρόσωπα; Οι απαντήσεις δεν είναι σαφείς, κυρίως επειδή κανείς δεν απαντάει ευθέως. Όλοι υπεκφεύγουν. Μία εκδοχή είναι η νοοτροπία και η παιδεία πέριξ των δημοσίων υποθέσεων, που στη Θεσσαλονίκη είναι πατερναλιστική. Οτιδήποτε -καλό- γίνεται έχει… πατέρα, ίσως και πατέρες. Μια δεύτερη -ισχυρή- πιθανότητα είναι οι μικροεξυπηρετήσεις, όπως λέγονται ευγενικά τα… ρουσφέτια. Η δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης σε μεμονωμένα θέματα πολιτών, επιχειρήσεων και τοπικών συντεχνιών, που πατρονάρουν για ιδιοτελείς λόγους τα πολιτικά και άλλα δημόσια πρόσωπα. Είναι όλα αυτά τα μικρο-θέματα της καθημερινότητας που ταλαιπωρούν κυρίως εξαιτίας της γραφειοκρατίας και της διαρκούς αναβλητικότητας του κρατικού μηχανισμού, που (υποτίθεται ότι) ένας υπουργός ίσως μπορεί να ξεπεράσει και να επισπεύσει το αποτέλεσμα. Έστω για λίγο. Ακόμη και γι’ αυτό το… λίγο η ικανοποίηση και η υποχρέωση είναι δυσανάλογα μεγάλες.

ΥΓ. Συχνά είναι οι ίδιοι οι εκλεγμένοι βουλευτές που θίγουν στις συζητήσεις τους το θέμα της υποεκπροσώπησης της Θεσσαλονίκης σε κάποια κυβέρνηση. Προφανώς τους… καίει επειδή οι ίδιοι δεν βρίσκονται σε κάποιον υπουργικό θώκο. Σε αυτή την περίπτωση απορίας άξιον είναι το ότι, ενώ οι βουλευτές ψηφίζονται ως νομοθέτες, με ό,τι σημαίνει η συγκεκριμένη ιδιότητα σε επίπεδο κύρους, ονειρεύονται καριέρα διευθύνοντος συμβούλου, έστω γενικού διευθυντή.

ΥΓ2. Στη δεκαετία του 1990 βουλευτές Θεσσαλονίκης ήταν σχεδόν μόνιμοι υπουργοί, ορισμένοι εκ των οποίων πρωτοκλασάτοι, όπως ο Κούβελας στη Νέα Δημοκρατία και οι Τσοχατζόπουλος, Βενιζέλος, Καστανίδης, Μαγκριώτης στο ΠΑΣΟΚ. Εκτός ίσως από την Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης του 1997, που μετά την εκλογή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1993 «μετακόμισε» από το Ναύπλιο, που είχε αρχικά οριστεί, στη Θεσσαλονίκη, μάλλον τίποτε άλλο ιδιαίτερο δεν κέρδισε η πόλη. Ίσως, μάλιστα, και να έχασε, αν αναλογιστεί κανείς την περίπτωση της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης (διάσπαση, προσπάθεια ιδιωτικοποίησης κ.λπ.) που χειρίστηκαν ανεπιτυχώς αποκλειστικά Θεσσαλονικείς υπουργοί. Εκείνο που αναμφισβήτητα συνέβη είναι η δημιουργία μηχανισμών, οι οποίοι εγγυήθηκαν για πολλά χρόνια τη σχέση των συγκεκριμένων πολιτικών με την τοπική κοινωνία. Επίσης ως βουλευτές Θεσσαλονίκης εξελέγησαν κατά καιρούς πρωθυπουργοί -και ο Κ. Μητσοτάκης είναι σήμερα βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης- αλλά και αρχηγοί κομμάτων, χωρίς στη θητεία τους να καταγραφεί κάτι ιδιαίτερο ή απόλυτα προσωπικό για την πόλη.