Skip to main content

Ο πόλεμος εναντίον της διαπλοκής κρατάει από... το 1830

Το πρώτο θύμα ήταν ο Καποδίστριας, του οποίου η μακρά διαμονή σε χώρες της αλλοδαπής συνετέλεσε στην άγνοιά του τι θα αντιμετώπιζε.

Αισίως κλείνουν εφέτος 186 χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, που σηματοδότησε ευθύς αμέσως και την έναρξη του πολέμου κατά της διαπλοκής, αλλά και το πρώτο θύμα, που ήταν ο Καποδίστριας, του οποίου η μακρά διαμονή σε χώρες της αλλοδαπής συνετέλεσε ενδεχομένως στην άγνοιά του τι θα αντιμετώπιζε ερχόμενος στο νεοσύστατο ελλαδικό κράτος. Και το πλήρωσε με την ζωή του.

Θα πει κάποιος, και πού είναι τα θετικά αποτελέσματα μετά από έναν τόσο μακροχρόνιο αγώνα, τα ηνία του οποίου βρέθηκε κατά καιρούς να τα κρατούν ικανά χέρια; Δεν υπάρχουν, και ούτε θα υπάρξουν επειδή λείπουν δύο βασικά στοιχεία διεξαγωγής των αγώνων: Η βούληση να αντιμετωπιστεί με επιτυχία ο εχθρός και οι ικανότητες μαζί με τα εφόδια, για να συμβεί αυτό. Απαιτείται να συνυπάρχουν. Μόνο του το ένα δεν αρκεί.

Ως προς την βούληση, η τεχνική της εξουσίας την αποτρέπει να αντιμετωπίσει στα σοβαρά την διαπλοκή, έργο επίπονο και πολλές φορές θανατηφόρο (ίδε περίπτωση Καποδίστρια) γι’ αυτό και προτιμητέα είναι η συνδιαλλαγή μαζί της. Βεβαίως, η επιτυχής αντιμετώπιση ενός-δύο διαπλεκομένων παρουσιάζεται στον λαό παραπλανητικώς ως πόλεμος κατά της διαπλοκής, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο τι από αντικατάσταση του μη συμμορφούμενου από άλλον της αρεσκείας της πολιτικής εξουσίας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν δίστασε καθόλου να το ομολογήσει -κι ας μη κατανόησαν οι πολλοί, τι εννοούσε- όταν έκανε λόγο για τα «νέα τζάκια», την επιθυμία του δηλαδή να αντικατασταθούν οι συστημικοί «εθνικοί προμηθευτές» από φίλα προσκείμενους στο ΠΑΣΟΚ. Το εγχείρημα επέτυχε εν μέρει όμως, επειδή αφενός δημιούργησε μεν τα νέα τζάκια (με την εμφάνιση πλούτου στα χέρια απλών υπαλλήλων, που ανέλαβαν μυστηριωδώς (;) μεγάλες επιχειρήσεις) αλλά δεν εξέλειπαν τα παλαιά τζάκια. Και σήμερα συνυπάρχουν.

Αφετέρου, πολλοί εκ της ομάδας -που είχε αναλάβει τον συντονισμό της ο κ. Γ. Παπανδρέου- βρέθηκαν αξιωματούχοι της Ν.Δ., ένας μάλιστα και υπουργός σε νεοδημοκρατική κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ (δεν γράφω και των ΑΝ.ΕΛ., αφού διαπιστώνεται νομίζω πως όλη η υπόθεση της συγκυβέρνησης έγινε για το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, εκ του γεγονότος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ περνά νομοσχέδια στα οποία θα έπρεπε να αντιτεθούν οι ΑΝ.ΕΛ. εκ της ιδεολογίας τους, αλλά δεν συμβαίνει) δεν έδειξε μέχρι στιγμής να ενδιαφέρεται για «νέα τζάκια» -πλην εάν είναι νωρίς ακόμη- ίσως λόγω της αντιπάθειας στην επιχειρηματικότητα, ίσως επειδή δεν πρόφθασε ακόμη να συνδιαλλαγεί με τους «διαπλεκόμενους» τους οποίους υποστηρίζει ότι αντιπαθεί.

Θεωρώ, πως αποτελεί προσβολή στη νοημοσύνη των πολιτών το προβαλλόμενο επιχείρημα από την κυβέρνηση -όχι μόνον την σημερινή, αλλά ιδίως αυτή επειδή προβάλλει κάποιο ανύπαρκτο «ηθικό πλεονέκτημα»- ότι καταπολεμά την διαπλοκή όταν είναι ηλίου φαεινότερον πως ένεκα αυτής υπάρχει.

Όποιος έχει γνώση των παραπολιτικών του καφενείου τη Βουλής, μπορεί να βεβαιώσει πως οι βουλευτές μέσα στην αίθουσα του κοινοβουλίου δεν χωρίζονται μόνον «καθέτως», μαζί όσοι ανήκουν στο ίδιο κόμμα, αλλά υπάρχει και η «οριζόντια διαστρωμάτωση» με βουλευτές διαφόρων κομμάτων να ανήκουν στην ίδια «λέσχη οικονομικών συμφερόντων». Δεν είναι κρυφό αυτό.

Προφανώς, και πλην των πολιτικών, εργαλεία της διαπλοκής -αλλά πολλές φορές και οι ίδιοι διαπλεκόμενοι- είναι και «λειτουργοί» του Τύπου, οι οποίοι περνούν στον λαό τα μηνύματα εκείνα που εξυπηρετούν την πολιτική των εργοδοτών τους (είτε μιντιαρχών, είτε πολιτικών). Και με δεδομένη την αντίληψη ότι αφού «το είπε η τηλεόραση», άρα είναι γεγονός, ο λαός παραπλανάται.

Η προσπάθεια που καταβάλλεται τελευταίως, από κυβέρνηση και αντιπολίτευση, να στρέφει ο ένας εναντίον του άλλου κατηγορίες περί διαπλοκής, είναι εντελώς προσβλητική για κάθε αξιοπρεπή Έλληνα, που έχει γνώση ποιοι και γιατί προωθούν κάποιο κόμμα ή πολιτικό, ποιοι και γιατί στρέφονται εναντίον τους. Στην Ελλάδα δεν μπορεί κάποιος να κρυφτεί επί πολύ, όσο και να κραυγάζει εναντίον της διαπλοκής.