Όποιος είναι άνω των 10 ετών γνωρίζει ότι τους χειμερινούς μήνες στη χώρα, εκτός από τα Χριστουγεννιάτικα shows, έχουμε και το show που ονομάζεται μπλόκα των αγροτών. Με θαυμαστή συνέπεια σχεδόν κάθε χρόνο τέτοια εποχή, χιλιάδες αγρότες παρατάσσουν τα τρακτέρ τους στις Εθνικές Οδούς, αποκλείοντας την κυκλοφορία, προκειμένου να διαδηλώσουν για τα - κατά αυτούς - δίκαια αιτήματα τους.
Το φαινόμενο ξεκίνησε περί τα τέλη της δεκαετίας του 90 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, χωρίς καμία κυβέρνηση, με εξαίρεση μία υπό τον Κώστα Σημίτη, να αντιδρά σε έναν τρόπο διαμαρτυρίας που είναι προφανέστατα αντικοινωνικός και σίγουρα παράνομος, αφού παραβιάζει όχι απλώς κάποιον νόμο αλλά συνταγματικές διατάξεις του λεγόμενου σκληρού πυρήνα του Συντάγματος και συγκεκριμένα το άρθρο 5 παρ. 2 «περί προσωπικής ελευθερίας», στην οποία περιλαμβάνεται και η ελεύθερη μετακίνηση όλων των πολιτών. Να υπενθυμίσω, δε, για την περίπτωση που στο Μαξίμου το έχουν ξεχάσει, ότι η πιο βασική δουλειά τους είναι να υπερασπίζονται το Σύνταγμα αυτό.
Αντ` αυτού, η παρούσα κυβέρνηση, όπως βεβαίως και όλες οι προηγούμενες, αντιμετωπίζει αυτή την κατάφωρη προσβολή του παραπάνω συνταγματικού δικαιώματος όλων ημών των υπολοίπων, που δεν διαθέτουμε τρακτέρ για να προβάλλουμε τις επαγγελματικές μας διεκδικήσεις, ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό και επιτρεπτό βάσει εθιμικού δικαίου.
Ο λόγος βέβαια αυτής της εξοργιστικής αδράνειας στην αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού, που δημιουργεί τεράστια προβλήματα σε όλους μας, αλλά και στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, είναι πολύ απλός και ακούει στο όνομα ψηφουλάκια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σήμερα στην Ελλάδα το ποσοστό όσων είναι αγρότες ανέρχεται σε 615.000 ανθρώπους. Τουτέστιν, πολλαπλασιαζόμενο επί κατ` ελάχιστον 2 μέλη μιας οικογένειας, σε 1.230.000 ψήφου. Και είναι προφανές ότι καμία κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να ρισκάρει να τις χάσει.
Αυτή είναι άλλωστε και η αιτία που εδώ και κάποιους μήνες ζούμε το τεράστιο σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Το σκάνδαλο αυτό όμως δεν είναι καινούργιο, ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 περίπου, όταν η χώρα έγινε πλήρες μέλος της Ε.Ε. και άρχισαν να εισρέουν άφθονες οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. Τότε οι αγρότες προκειμένου να εισπράξουν όσον το δυνατόν μεγαλύτερα ποσά άρχισαν, με τις ευλογίες των τότε κυβερνώντων, να δηλώνουν εκτάσεις και παραγωγές που δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα, πιστεύοντας ότι οι «κουτόφραγκοι» δεν θα αντιλαμβάνονταν την απάτη.
Η πονεμένη ιστορία των επιδοτήσεων
Βεβαίως μετά από μερικά χρόνια κάποιος στις Βρυξέλλες έκανε την πρόσθεση και του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, όταν είδε ότι ο θεσσαλικός κάμπος εμφανίζονταν να είναι μεγαλύτερος από το Τέξας και το δήθεν παραγόμενο βαμβάκι ξεπερνούσε την παραγωγή της Αλαμπάμα, της Λουϊζιάνα και του Μισισίπι μαζί, οπότε υπό την απειλή ότι δεν θα ξαναπάρουμε φράγκο, το φαινόμενο περιορίστηκε μεν, αλλά δεν σταμάτησε, αφού άλλωστε τα ευρωπαϊκά κονδύλια αντιμετωπίζονταν πάντα από όλες τις κυβερνήσεις ώς ένα μέσο ενίσχυσης του αγροτικού εισοδήματος που δεν «μάτωνε» - καταρχάς - τον προϋπολογισμό, δηλαδή ως ένα βολικό μέσο εξαγοράς ψήφων. Βεβαίως στη συνέχεια καλούμασταν, ως χώρα, να πληρώσουμε βαρύτατα πρόστιμα αλλά ως γνωστόν ο ορίζοντας όλων των πολιτικών είναι απλώς οι επόμενες εκλογές. Το φαινόμενο λοιπόν αυτό, το οποίο ξεκίνησε επί ΠΑΣΟΚ, συνεχίστηκε την δεκαετία του 2000, επί κυβερνήσεων ΝΔ, παρά το γεγονός ότι όλοι γνώριζαν ότι κάποια στιγμή θα επιβληθούν πρόστιμα από την Ε.Ε. για τις παράνομες χρηματοδοτήσεις.
Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται έναν παλαιό υπουργό αγροτικής ανάπτυξης της ΝΔ, ανεβασμένο πάνω σε ένα τρακτέρ σε κάποιο αγροτικό μπλόκο της εποχής εκείνης, να υπόσχεται γενναίες ενισχύσεις στους αγρότες, οι οποίοι εν χορώ από κάτω του φώναζαν το ευρηματικό, είναι η αλήθεια, σύνθημα «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά». Και πράγματι στάθηκε συνεπής ο υπουργός, τα έδωσε τα λεφτά, η λυπητερή από την Ε.Ε. μάς ήρθε αργότερα.
Φυσικά στο παιχνίδι του καλοπιάσματος των αγροτών δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος ούτε ο μέτρ των άπιαστων ονείρων και των αλόγιστων υποσχέσεων Αλέξης Τσίπρας. Αυτός μάλιστα ως εξπέρ, το πήγε ακόμα παραπέρα: Το 2017 επί των ημερών του ψηφίστηκε ο νόμος, ο οποίος οδήγησε στο σημερινό απίστευτο χάλι στον ΟΠΕΚΕΠΕ, με τον οποίο επιτρεπόταν στους αγρότες να δηλώνουν χωρίς κανένα έλεγχο ότι τους κατέβαινε στο κεφάλι για εκτάσεις και ζωικό κεφάλαιο που δήθεν κατείχαν, σε μέρη της Ελλάδος που δεν είχαν δει ούτε σε φωτογραφίες, πιστεύοντας και αυτός ότι οι Βρυξέλλες κατοικούνται από ηλίθιους, ψευδαίσθηση την οποία διατηρούσε μέχρι προσφάτως και η παρούσα κυβέρνηση, ως που μια ωραία πρωία έσκασε μύτη στην Αθήνα η Ευρωπαία Εισαγγελέας και το πάρτι τελείωσε απότομα.
Βεβαίως είναι εξαιρετικά αφελείς όσοι πιστεύουν ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ εξαντλείται στον Φραπέ, τον Χασάπη και την ξανθιά με τη Ferrari. Όποιος έχει και την ελάχιστη λογική καταλαβαίνει ότι εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο είναι ένας μεγάλος αριθμός αγροτών, χωρίς βεβαίως να είναι όλοι οι αγρότες απατεώνες. Και προφανώς κάποιοι από αυτούς που σήμερα κλείνουν του δρόμους δικαίως διαμαρτύρονται γιατί δεν έχουν εισπράξει ακόμα χρήματα που – νομίμως – δικαιούνται. Όμως δεν άκουσα ποτέ κανέναν αγροτοσυνδικαλιστή, από αυτούς που σήμερα φωνάζουν στα κανάλια, να διαμαρτύρεται τα προηγούμενα χρόνια γιατί κάποιοι – αρκετοί- συνάδελφοι του εισέπρατταν ποσά που δεν δικαιούνταν. Η ρήση του μακαρίτη του Πάγκαλου είναι πάντα επίκαιρη, «όλοι μαζί τα φάγαμε».
Δεν ζούμε πια στην εποχή του Κιλελέρ
Και σε κάθε περίπτωση ο τρόπος διαμαρτυρίας ακόμα και των αγροτών που «δεν τα έφαγαν μαζί» είναι εξοργιστικός. Και καλό είναι κάποια στιγμή να δούμε την πραγματικότητα κατάματα και να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα ως ανήμπορους και ανυπεράσπιστους κολίγους που διαμαρτύρονται για την τεράστια εις βάρος τους αδικία. Ο αγρότης σήμερα δεν είναι ο δουλοπάροικος του 1910 στο Κιλελέρ. Είναι ένας επιχειρηματίας, πολύ καλά ενημερωμένος, συχνά δε και απόφοιτος ΑΕΙ, ο οποίος μάλιστα δραστηριοποιείται με συνθήκες πολύ ευνοϊκότερους από τους επιχειρηματίες πολλών άλλων κλάδων. Χάρις στα ευρωπαϊκά προγράμματα η αγορά των αγροτικών μηχανημάτων τους επιδοτείτο, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, με ποσοστό περίπου 50% επί της αξίας τους, προμηθεύονται φθηνότερα καύσιμα από τους υπόλοιπους και έχουν πληθώρα άλλων ευνοϊκών ρυθμίσεων, όπως η αποζημίωση σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, για την προστασία του εισοδήματος τους. Αλλά και οι γεωργικές εργασίες είναι, εδώ και πολλά χρόνια, πολύ πιο εύκολες και γρήγορες αφού χρησιμοποιούνται για αυτές υπερσύγχρονα μηχανήματα. Τα δρεπάνια υπάρχουν πλέον μόνο στις σημαίες του ΚΚΕ, αλλά και όπου απαιτούνται ακόμη ανθρώπινα χέρια, η λύση ακούει στο όνομα «ξένοι εργάτες».
Για όλους τους παραπάνω λόγους οι τελευταίοι που δικαιούνται να διαμαρτύρονται κλείνοντας τους δρόμους είναι οι αγρότες, αφήστε που ουδείς δικαιούται, όσο δίκαιο και να είναι το αίτημα του, να κλείνει τους δρόμους, δρόμους που έχουν φτιαχτεί για την εξυπηρέτηση όλων μας, με τα χρήματα όλων μας. Το δε προβαλλόμενο επιχείρημα ότι ως κοινωνία έχουμε ανάγκη τους αγρότες, οπότε ας κάνουμε και λίγο υπομονή για την ταλαιπωρία στην οποία μας υποβάλλουν είναι αστείο. Και το θέαμα χιλιάδων εγκλωβισμένων οδηγών ΙΧ που θέλουν να πάνε στη δουλειά τους και φορτηγών που μεταφέρουν τρόφιμα, φάρμακα και πληθώρα άλλων προϊόντων, προκαλεί οργή και όχι συμπάθεια για τη συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα. Φυσικά και ως κοινωνία έχουμε ανάγκη τους αγρότες, όπως έχουμε ανάγκη τους γιατρούς, τους μηχανικούς, τους μαγαζάτορες κλπ, κλπ. Όταν όμως κάποιος από τους παραπάνω αποφασίζει να απεργήσει, πρωτίστως στερεί τον εαυτό του από εισόδημα, δεν στερεί από άλλους το δικό τους, ούτε επιβάλλει μια οιονεί κατάσταση πολιορκίας στη χώρα.