Skip to main content

Ο Σαββόπουλος γεννήθηκε στη Σαλονίκη και ξέρει απ’ έξω τη διαδρομή

Ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν είναι αφελής, ξέρει πού ζει και περίπου ήξερε τι θα ακολουθήσει....

Ο Διονύσης Σαββόπουλος, όπως κάθε πολίτης, έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του. Δήλωσε, λοιπόν, ότι προτιμά από τις επερχόμενες εκλογές να προκύψει αυτοδυναμία Μητσοτάκη, ενώ παράλληλα χρέωσε στα υπόλοιπα κόμματα του δημοκρατικού τόξου «φοιτητική ανεμελιά», σε μια δύσκολη εποχή, που ο τόπος πρέπει να κυβερνηθεί.

Ο Νίκος Φίλης χαρακτήρισε τον Νιόνιο «πληγή», η Έλενα Ακρίτα θέλει να του επιστρέψει τον δίσκο που της είχε υπογράψει, ενώ ο Παύλος Πολάκης έγραψε για «θεραπαινίδα του Μητσοτακέικου» και ακόμη για «λίγο, διεφθαρμένο, επαρχιώτη, εγωπαθή και χαλασμένο». Από την πλευρά του χθες, σε πρωινή εκπομπή του Σκάι, ο Αλέξης Τσίπρας σε εντελώς αντίθετο μήκος κύματος είπε ότι μόνο αγάπη και εκτίμηση έχει για τον Σαββόπουλο, ο οποίος -όπως είναι αυτονόητο- μπορεί να λέει τη γνώμη του. Επί της ουσίας όλα αυτά έχουν μικρή, ελάχιστη, μηδενική σημασία, διότι αν ο Σαββόπουλος προτιμούσε από τις εκλογές να προκύψει κυβέρνηση Τσίπρα ο Φίλης δεν θα ήταν πληγωμένος, αλλά ευτυχισμένος, η Ακρίτα δεν θα επέστρεφε το αυτόγραφο, αλλά θα το έβαζε σε κορνίζα για να το κρεμάσει στο σαλόνι, ενώ ο Πολάκης δεν θα έσπαγε το σιωπητήριο που του επέβαλε προεκλογικά το κόμμα, προκειμένου ο -αψύς κρητικός που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του- να παραμείνει στα ψηφοδέλτια. Τόσο απλά είναι τα πράγματα με τις καιροσκοπικές τοποθετήσεις, στο όνομα της… εξουσίας.

Γενναίος άνθρωπος

Όσα είπε ο Διονύσης Σαββόπουλος, τα οποία πέρα από τις επιθέσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ πυροδότησαν κι ένα κύμα συμπαράστασης, ενισχύουν την άποψη ότι πρόκειται για γενναίο άνθρωπο. Τουλάχιστον αυτό καταδεικνύει ο δημόσιος βίος του. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 δεν ήταν εύκολο να παρατήσει κάποιος νεαρός –ούτε καν 20άρης- το σπίτι του στη Θεσσαλονίκη και τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου για να κατέβει με ώτο στοπ σε φορτηγό στην Αθήνα, μόνος, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, για να ζήσει περιπλανώμενος. Ήθελε γενναιότητα, έστω κι αν ο ίδιος δεν το συνειδητοποιούσε, ούτε αισθανόταν έτσι. Αργότερα, όταν μπήκε στο τραγούδι, ο αγώνας του να επιβάλει τον τροβαδούρο στο κέντρο του κάδρου ήταν μοναχικός. Χωρίς να είναι κιθαρίστας περιωπής, ούτε κλασικά καλλίφωνος, αλλά και χωρίς κάποια αντίστοιχη παράδοση πίσω του, αναζητούσε κοινό λέγοντας τις δικές του ιστορίες, με τον δικό του τρόπο, που δεν έμοιαζε με κανενός άλλου. Στην Ελλάδα τουλάχιστον.

Μία μοναχική πορεία, την οποία μόνο ένας γενναίος άνθρωπος θα μπορούσε να χαράξει. Αλλά και αργότερα, όταν πια ήταν καθιερωμένος, αποδεκτός και δημοφιλής, πολλές φορές ξάφνιαζε παίζοντας «κόντρα ρόλους», κάτι που επίσης απαιτεί θάρρος. Για παράδειγμα όταν το 1976, στην καρδιά της Μεταπολίτευσης, τιμήθηκε με το βραβείο μουσικής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, δεν θέλησε να το παραλάβει. Αντίθετα το χλεύασε ως πράξη αντίδρασης στις συμβατικές διακρίσεις. Και ήταν αυτός ο «χωρίς βουλή, χωρίς Θεό / σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα», που στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κι ενώ το κύμα του… σοσιαλισμού σάρωνε τη χώρα απ’ άκρη σε άκρη μίλησε για νεο-ορθοδοξία, στο δίσκο «Τραπεζάκια έξω». Και ήταν ο ίδιος, που το 1989, στη δίνη του σκανδάλου Κοσκωτά, στήριζε ευθαρσώς ως λύση για το πολιτικό αδιέξοδο της χώρας τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, έναν άνθρωπο που η μισή Ελλάδα και παραπάνω χαρακτήριζε «εφιάλτη» και «αρχιερέα της αποστασίας». Ακόμη και όταν μετά το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι, τον οποίο λοιδορούσε (όπως και τον Μίκη Θεοδωράκη) στους δικούς του «Αχαρνείς» των 70’s, ομολόγησε δημόσια πόσο τον θαύμαζε, τραγούδησε το «Χάρτινο το φεγγαράκι» και δήλωσε μετανιωμένος επειδή δεν βρήκε ποτέ τη δύναμη να του εκφράσει απευθείας και κατά πρόσωπο την αγάπη του, η στάση του ήταν γενναία.   

Αξεπέραστος αφηγητής

Όλα αυτά βέβαια με φόντο τη σπουδαία τέχνη του αφηγητή, στην οποία παραμένει αξεπέραστος. Ποιητής και παραμυθάς μαζί, μια ολόκληρη ζωή διηγείται παλλόμενος την ιστορία και τα πάθη της Ζωζώς, της Άννας της διπλανής πόρτας, της Συννεφούλας, της θείας Μάρως, του Γεώργιου Καραϊσκάκη των ηρωισμών, του παλιάτσου και του ληστή, του σύγχρονου Δημοσθένη, του Νίκου Κοεμτζή των παθών, της Έλενας της χορεύτριας, του Καραγκιόζη του μπερντέ, των παλιών φίλων που για πάντα φύγαν. Όσων, δηλαδή, βαδίζουν μοναχοί. Όπως τραγούδησε και ότι «ιστορία γράφουν οι παρέες».  

Το καλό με τον Σαββόπουλο είναι ότι συνεχίζει. Διότι αν και –κατά δήλωσή του- εδώ και πολλά χρόνια δεν γράφει πια καινούρια τραγούδια, είναι, πλέον, ένας από τους λίγους σε αυτό τον τόπο, που με τις τοποθετήσεις τους βάζουν με εγκυρότητα το μέτρο της ευαισθησίας και της σοβαρότητας στη δημόσια σφαίρα. Όπως την περασμένη Άνοιξη όταν με δήλωσή του έστειλε ένα ηχηρό και πειστικό μήνυμα για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Κυρίως, επειδή βρήκε την ευκαιρία με έναν απόλυτα στιλάτο τρόπο, αντίστοιχο του εκφραστικού του επιπέδου, να κλείσει τους λογαριασμούς με τη θολή κουλτούρα μιας δήθεν καλλιτεχνίας θλιβερών «ισαποστάκηδων», οι οποίοι με όχημα κάποιες ομοιοκαταληξίες και λίγο ντο ρε μι αερολογούν μονίμως –ορισμένοι πολλά χρόνια τώρα, αλλά και κάποιοι νεότεροι-, επαναλαμβάνουν κοινοτυπίες που δεν ακούει κανείς και ισορροπούν πάντα ανάμεσα στον… χωροφύλαξ και στον… αστυφύλαξ. Τι είπε πέρσι από τηλεοράσεως για την Ουκρανία ο Νιόνιος με την αμεσότητα και την απλότητα ενός γνήσια λαϊκού ανθρώπου; «Ζητάμε να σταματήσει αυτός ο Αρμαγεδδών. Διότι, όπως όλοι, αγαπούμε κι εμείς την ειρήνη, τον άνθρωπο και τα λοιπά και τα λοιπά. Και οφείλουμε σαν ενήλικοι που είμαστε -και όχι σαν «αιώνιοι έφηβοι», έχει καταντήσει εντελώς μπανάλ αυτό το κλισέ-, σαν ενήλικοι λοιπόν, οφείλουμε, κάθε φορά να κατονομάζουμε τον εκάστοτε βομβαρδιστή της ειρήνης, του ανθρώπου, των λαών». Και πιο κάτω: «Οι Ουκρανοί, όπως όλοι μας δηλαδή, κοίταζαν τη ζωούλα τους, τις δουλειές τους, την οικογένειά τους και ξαφνικά απέκτησαν επική συνείδηση. Διότι μόνο με ψυχολογία έπους μπορείς να πας και να πεθάνεις γι’ αυτά τα υψηλά πράγματα, που όμως είναι και πολύ απτά, και λέγονται "πατρίδα", "ελευθερία", "δημοκρατία". Καλή είναι η ευημερία, καλή είναι και η σχετική ξεγνοιασιά της. Αλλά φαίνεται πως την κρίσιμη στιγμή ο δρόμος που σώζει τον κόσμο είναι πάντα ο ίδιος και είναι ένας: Η θυσία». Σε ελάχιστα λεπτά, και με ένα σύντομο ουκρανικό τραγούδι που ψιθύρισε μετά, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.

Οι τόκοι στα ρεζιλίκια

Απέδειξε τη γενναιότητά του για άλλη μία ακόμη φορά μόλις πριν από λίγες ημέρες, όταν ρωτήθηκε για τις εκλογές και από ραδιοφώνου είπε τη γνώμη του. Διότι ο Σαββόπουλος δεν είναι αφελής. Ξέρει πού ζει και περίπου ήξερε τι θα ακολουθήσει. Ότι κάποιοι θα τον… κράξουν. Στο όνομα του πολιτικού τους συμφέροντος θα επιχειρήσουν να τον λοιδορήσουν και να τον απαξιώσουν. Ο ίδιος έχει γράψει και τραγουδήσει ότι «στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας / ποτέ κανείς δε χάνει». Πολύ περισσότερο που ως δημιουργός είναι επιδραστικός, ιδιότητα που εκ των πραγμάτων έχει περάσει και στο πρόσωπο, άρα αυτά που λέει έχουν απήχηση. Επιπλέον, η εμπειρία του από την Αριστερά είναι μεγάλη. Είναι γνωστό –για παράδειγμα- ότι στη διάρκεια της δικτατορίας ελληνικοί φοιτητικοί σύλλογοι που διέθεταν ραδιοφωνικούς πομπούς κι έκαναν αντίσταση στην Ιταλία, συσκέπτονταν πολλές ώρες, σε ορισμένες περιπτώσεις μέρες ολόκληρες, μέχρι να αποφασίσουν αν το τάδε ή το δείνα τραγούδι του Σαββόπουλου είναι ιδεολογικά ορθό για να το μεταδώσουν ή μεταφέρει «θολά» μηνύματα για να το αποκλείσουν.    

Στην παρούσα συγκυρία, δηλαδή σε όσα συνέβησαν τις προηγούμενες ημέρες, η άποψη των «συναδέλφων», ομοτέχνων, πολιτικών, δημοσιολογούντων και υβριστών του Σαββόπουλου έχει σχετική αξία. Σίγουρα δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τρεις λόγους: Πρώτον, επειδή το καλλιτεχνικό και ποιητικό μέγεθος του τροβαδούρου είναι τέτοιο, που δικαιούται απόλυτο σεβασμό. Δεύτερον, κάθε άνθρωπος, κάθε πολίτης σε μια δημοκρατική χώρα έχει δικαίωμα ακόμα και να αλλάζει απόψεις. Όσο κι αν κάτι τέτοιο θεωρείται αδιανόητο στα μάτια και στ’ αφτιά κάποιων οι οποίοι λένε ότι πιστεύουν, αλλά στην πραγματικότητα δεν πιστεύουν στην αστική κοινοβουλευτική  δημοκρατία, μπορεί να συμβεί. Και συμβαίνει, διότι οι εποχές αλλάζουν, οι προτεραιότητες αλλάζουν, η ίδια η ιστορία αλλάζει, τα μυαλά των ανθρώπων θα μείνουν αμετακίνητα; Τρίτον –και κυριότερο στην προκειμένη περίπτωση- επειδή σε αυτή τη χώρα υπάρχει η απόλυτη δυνατότητα στον κάθε πολίτη να έχει άποψη και να την εκφράζει- το πιστοποίησε αυτό με τη δήλωσή του για το Σαββόπουλο και ο Αλέξης Τσίπρας. Κάποιοι συμφωνούν με αυτή την άποψη, κάποιοι διαφωνούν. Τόσο απλά. Στο κάτω κάτω εκλογές έχουμε, όχι πόλεμο.

ΥΓ. Στον Διονύση Σαββόπουλο και στην προσφορά του ταιριάζουν η συγκίνηση, ο σεβασμός και το ευχαριστώ. Και κάποιοι δικοί του στίχοι για να μην ξεχνιόμαστε:

«Γεννήθηκα στη Σαλονίκη /
να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ /
στο υπόγειο νησί τους ταξίδεψα ως εδώ /
με μια κρυφή, εκ γενετής αιμορραγία. /
Ελλάδα, γλώσσα τυφλή στην γεωγραφία. /
Ελλάδα, οικόπεδο και αποικία. /
Αν τον ρωτήσετε που βρήκε δεκανίκι /
πώς λογαριάζει να βρει την άκρη δηλαδή /
θα αποκριθεί: Γεννήθηκα στη Σαλονίκη /
και ξέρω απ’ έξω την διαδρομή».