Skip to main content

Ο στρεπτόκοκκος, τα κοινοτικά κονδύλια και μια βαλκανική Ελλάδα που γυρνάει την πλάτη στην Ευρώπη

Όταν οι ίδιοι οι θεσμοί του κράτους δεν λειτουργούν θεσμικά και ιεραρχημένα, πώς υπάρχει απαίτηση από τους πολίτες να λειτουργούν συντεταγμένα και να υποτάσσουν το μικροσυμφεροντάκι τους στο γενικό καλό και τον αδικαιολόγητο φόβο;

Στις αρχές της εβδομάδας στο πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης, στην Αττική, στις Σέρρες και στην Κρήτη έκλεισαν σχολεία επειδή εμφανίστηκαν κρούσματα στρεπτόκοκκου σε μαθητές δημοτικού και νηπιαγωγείου. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα σχολεία έκλεισαν για μία ημέρα κι έγιναν απολυμάνσεις με πρωτοβουλία των δήμων, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στους φόβους γονέων και εκπαιδευτικών. Την ίδια ώρα ο καθ’ ύλην αρμόδιος Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), δια του προέδρου του καθηγητή Χρήστου Χατζηχριστοδούλου, ζητούσε «να σταματήσουν να κλείνουν τα σχολεία και να σταματήσουν οι απολυμάνσεις», καθώς «ο στρεπτόκοκκος δεν επιβιώνει στο περιβάλλον ή στις επιφάνειες, έχει ανάγκη τον ανθρώπινο οργανισμό». Εξίσου καθησυχαστικός είναι ο πολύ δραστήριος και γνωστός από την εποχή της πανδημίας του κορωνοϊού καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών Γκίκας Μαγιορκίνης. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται με αφορμή τον στρεπτόκοκκο είναι ποιος αποφασίζει να κλείσει σχολεία για λόγους υγιεινής; Είναι σαφές ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αποφάσεις λαμβάνονται εξωθεσμικά, με κριτήρια φοβικά και εν πολλοίς μικροπολιτικά. Το γνωστό παιχνίδι πολλών δημάρχων και άλλων αυτοδιοικητικών, οι οποίοι θεωρούν ότι βρίσκονται δίπλα στην κοινωνία όταν ικανοποιούν και την παραμικρή απαίτηση. Ενίοτε και την απλή υποψία ότι θα διατυπωθεί κάποιο αίτημα. Ακόμη χειρότερα: την απλή αίσθηση ότι το συγκεκριμένο αίτημα υπάρχει στο μυαλό κάποιων ή έχει περάσει ως απλή ιδέα. Μάλιστα κάποιοι αντιδήμαρχοι εμφανίστηκαν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες με εκπληκτική άνεση δηλώνοντας πως έκαναν ό,τι έκαναν ώστε να είναι ακόμη πιο ασφαλής η υγεία των παιδιών.  

Όταν οι ίδιοι οι θεσμοί του κράτους δεν λειτουργούν θεσμικά και ιεραρχημένα, πώς υπάρχει απαίτηση από τους πολίτες να λειτουργούν συντεταγμένα και να υποτάσσουν το μικροσυμφεροντάκι τους στο γενικό καλό και τον αδικαιολόγητο φόβο ή τη δοξασία τους στην απλή λογική και τον ορθό λόγο; Το ακόμη χειρότερο είναι πως αν ρωτήσεις κάποιον από τους δημοτικούς άρχοντες που έκλεισαν σχολεία θα σου απαντήσουν «πώς κάνετε έτσι, μία ημέρα από το δημοτικό ή το νηπιαγωγείο ήταν, δεν χάθηκε και τίποτα». Κάπως έτσι, με αυτή την… υποτιμητική αποτίμηση μιας σχολικής ημέρας κάποιοι (δήθεν) αρμόδιοι και (δήθεν) υπεύθυνοι «ζυγίζουν» την εκπαιδευτική διαδικασία και τη σχολική ζωή.

Το συγκεκριμένο παράδειγμα, που ενδεχομένως να χαρακτηρίζεται ανώδυνο, είναι χαρακτηριστικό της νοοτροπίας που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία, από την κορυφή, δηλαδή τους εκλεγμένους παράγοντες της εξουσίας, μέχρι τα νύχια, δηλαδή τους πολίτες. Η… ευκολία και το ατομικό συμφέρον επικρατούν -και επιβάλλονται- τόσο της θεσμικής λειτουργίας όσο και των δυσκολιών που εξ’ ορισμού αυτή δημιουργεί. Δυσκολίες που δεν είναι πάντα αντικειμενικές, όπως για παράδειγμα η γραφειοκρατία, αλλά ενίοτε απολύτως προσωπικές, όπως το τι ακριβώς νομίζουν οι γονείς για ένα ζήτημα που (δήθεν) αφορά την υγεία των παιδιών τους. Δεδομένης, μάλιστα, της ανοχής μεγάλου ποσοστού των σύγχρονων γονιών στις άνευ ορίων συμπεριφορές των παιδιών τους σε σχολεία και κοινωνικές εκδηλώσεις μπορεί να υποψιαστεί κάποιος ότι η… υπερευαισθησία τους σε θέματα υγείας ενισχύεται και από το γεγονός ότι εάν ένα παιδάκι αρρωστήσει -ή απλώς αδιαθετήσει- την ευθύνη αναλαμβάνει το οικογενειακό περιβάλλον, ενώ σε ζητήματα εκτός σπιτιού εκείνοι που… τραβιούνται είναι άλλοι, κυρίως οι εκπαιδευτικοί, εν προκειμένω δάσκαλοι και νηπιαγωγοί.

Η κακή κοινωνική νοοτροπία καταγράφεται φυσικά και σε άλλες καθημερινές λειτουργίες, όπως -για παράδειγμα- οι πρόσφατες αποκαλύψεις για τις κοινοτικές επιδοτήσεις. Διότι όπως αποδεικνύεται ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι που δεν διστάζουν να κλέβουν εν ψυχρώ και φανερά δημόσιο χρήμα -και το ευρωπαϊκό χρήμα είναι δημόσιο χρήμα-και πολιτικά πρόσωπα που τους καλύπτουν, όταν δεν τους διευκολύνουν. Εννοείται πως όλοι αυτοί περιφρονούν βαθύτατα τη θεσμική λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας και ταυτόχρονα υποτιμούν την αξία κάποιων εξαιρετικά σοβαρών καταστάσεων. Διότι οι αγροτικές επιδοτήσεις θεσμοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση αφενός για να ισορροπήσουν την κατάσταση που υπάρχει στο διεθνές εμπόριο με τρίτες χώρες που ενισχύουν τα αγροτικά τους προϊόντα, επιτυγχάνοντας χαμηλό κόστος παραγωγής μέσω κρατικών ενισχύσεων, και αφετέρου για να διασφαλίσουν στους αγρότες ένα αξιοπρεπές εισόδημα και -κυρίως- μια προοπτική. Φυσικά για πολλούς από τους εμπλεκόμενους στη χώρα μας αυτά είναι ψιλά γράμματα. Τα «χοντρά γράμματα» είναι ότι οι Ευρωπαίοι βάζουν το χρήμα κι εμείς δεν έχουμε πρόβλημα να το… βουτήξουμε.

Στρεπτόκοκκος και αγροτικές επιδοτήσεις δεν έχουν την ίδια βαρύτητα, αφού στην περίπτωση του βακτηρίου δεν διαπράττονται ποινικά αδικήματα. Αν και είναι εξόχως πιθανό πολλοί από αυτούς που συμμετείχαν στην κατασπατάληση -ή μάλλον στην καταλήστευση- των κοινοτικών πόρων, τόσο οι δικαιούχοι όσο και οι διαχειριστές, να μην είχαν την αίσθηση της παρανομίας, αλλά του… δικαιώματος. Η ρίζα του κακού, πάντως, και στις δύο περιπτώσεις βρίσκεται στη νοοτροπία της ευκολίας, αλλά και στην πλήρη απουσία συνείδησης ότι η θεσμική λειτουργία είναι παραγωγική και βοήθησε τις ανεπτυγμένες χώρες να πάνε μπροστά. Διότι η κατακερματισμένη, ιδεοληπτική, συμφεροντολογική συμπεριφορά που αντιπροσωπεύει ένα άχρηστο κυνήγι μαγισσών, ακόμη κι όταν δεν έχει άμεσα, απτά αποτελέσματα, υπονομεύει το μέλλον, καθώς καλλιεργεί τη «νοοτροπία του κακομαθημένου». Ή -αν προτιμάτε- «του καλομαθημένου». Και οι δύο οδηγούν σε ανάλογες συμπεριφορές και τα ίδια πάνω κάτω αποτελέσματα. Όταν σε μια οργανωμένη χώρα και μια κοινωνία οι κανόνες και τα πρωτόκολλα για το κλείσιμο των σχολείων και τη διαχείριση δημοσίου χρήματος δεν υπάρχουν ή δεν είναι σαφή και ξεκάθαρα ή παρακάμπτονται με την άνεση που ο Γκάλης και ο Χατζηπαναγής «ξεφορτώνονταν» τους προσωπικούς τους αντιπάλους, τότε ούτε η χώρα είναι οργανωμένη ούτε η κοινωνία σύγχρονη. Και η Ελλάδα απέχει πολύ από την Ευρώπη της καταγωγής της, ενώ «ακουμπάει» φιλάρεσκα στα Βαλκάνια της γειτονιάς της.