Skip to main content

Ο θόρυβος, η φασαρία, τα υψηλά ντεσιμπέλ και… της σιωπής ο ήχος που δεν αγαπάμε στην Ελλάδα

Στη χώρα μας όλα στην ατμόσφαιρα έχουν ένταση, που δεν εξηγείται σχεδόν ποτέ από τις καταστάσεις, αλλά οφείλεται στην ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων

Οι τελευταίες ημέρες ήταν πολύ θορυβώδεις για την Ελλάδα, με αποκορύφωμα τις χθεσινές συγκεντρώσεις για τα Τέμπη. Το ίδιο θορυβώδης -πολιτικά- θα είναι και επόμενη εβδομάδα με τους τόνους να ανεβαίνουν στη Βουλή. Επίσης με πολλά ντεσιμπέλ -στη κυριολεξία- θα κυλήσει και το τριήμερο της Αποκριάς και της Καθαράς Δευτέρας που αρχίζει σήμερα. Έτσι κι αλλιώς στη χώρα μας ο θόρυβος, η φασαρία, οι ηχητικές εντάσεις αποτελούν καθημερινότητα. Αντίθετα η ησυχία είναι υπό διωγμόν, στα όρια της ποινικοποίησης, αφού πολύ δύσκολα τη βρίσκει κανείς. Πέραν των ιδιωτικών χώρων, πουθενά αλλού στην Ελλάδα δεν μπορεί κανείς να κάνει οτιδήποτε με ησυχία, εκτός ίσως από τις εκκλησίες. Ούτε να φάει, ούτε να πιεί τον καφέ του, ούτε να ρεμβάσει περπατώντας στην παραλία, εκτός κι αν το κάνει αξημέρωτα ή πολύ αργά το βράδυ, υπό την προϋπόθεση ότι ο καιρός δεν είναι πολύ καλός και δεν υπάρχει κοντά κάποιο κέντρο διασκέδασης, κλαμπ, μπαρ και τα σχετικά. Στη χώρα μας όλα στην ατμόσφαιρα έχουν ένταση, που δεν εξηγείται σχεδόν ποτέ από τις καταστάσεις, αλλά οφείλεται στην ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων. Στην ανάγκη τους να φωνάζουν. Ενδεχομένως για να πείσουν, να επιβάλλουν την άποψή τους ή να διεκδικήσουν ότι νομίζουν ως το δίκιο τους. Πάντα φωνάζοντας. Είναι βέβαιον ότι αν την υπόθεση θόρυβος και φασαρία στην Ελλάδα την αναλάβουν ψυχολόγοι, το πόρισμά τους θα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Δεν είναι όμως τα πράγματα παντού έτσι. Η σιωπή και η ησυχία χαίρουν σεβασμού σε πολλά μέρη του πλανήτη, όπου -αντίθετα με την Ελλάδα- τα υψηλά ντεσιμπέλ στην καθημερινότητα είναι εξαιρέσεις. Αν και η σιωπή και η ησυχία μπορούν να γίνουν επιβλητικές, ακόμη και τρομακτικές, τελικά αποδεικνύονται λυτρωτικές. Όχι στην Ελλάδα. Πριν από μερικά χρόνια ένα ζευγάρι Ελλήνων έτυχε κάτω από ειδικές συνθήκες να κάνει διακοπές με 3000 Ελβετούς, σε ένα τουριστικό συγκρότημα στην Κρήτη. Ολόκληρη την εβδομάδα δεν ενοχλήθηκαν ούτε κατ’ ελάχιστον από τη φασαρία, επειδή φασαρία δεν υπήρχε. Ο καθένας φαντάζεται με ευκολία την κατάσταση σε περίπτωση που οι 3000 παραθεριστές δεν ήταν Ελβετοί, αλλά Έλληνες. Αντιστοίχως όποιος τύχει να βρεθεί στο Βέλγιο, έξω από ένα σχολείο, μετά βίας θα αντιληφθεί ότι υπάρχει διάλειμμα και τα παιδιά βρίσκονται στην αυλή. Αντιθέτως στην Ελλάδα όσοι ζουν γύρω από σχολεία υποφέρουν και συχνά δεν προστατεύονται ούτε από τα καλύτερα κουφώματα της αγοράς. Καθόλου τυχαία, μάλιστα, ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα των ξενοδόχων του κέντρου της Θεσσαλονίκης, ειδικά όσων βρίσκονται γύρω από τα Λαδάδικα, είναι η ηχορύπανση.

Κι όμως η σιωπή, η ησυχία και η… βουβαμάρα όχι μόνο έχουν την αξία τους -αυτό που λέμε αξίζουν τον κόπο-, αλλά σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορούν να είναι εξαιρετικά ηχηρές και παρεμβατικές. Πρόσφατα στην πλατφόρμα μουσικής Sportify κυκλοφόρησε ένας δίσκος, τον οποίο υπογράφουν -ούτε λίγο, ούτε πολύ- 1000 μεγάλα ονόματα της διεθνούς μουσικής. Από τον Πολ Μακάρντει και την Κέιτ Μπους, μέχρι την Άνι Λένοξ και τον Ντέιμον Άλμπαρν. Ασφαλώς πρόκειται για τον πιο πλούσιο και πολυτιμότερο δίσκο της ιστορίας σε επίπεδο υπογραφών. Ταυτόχρονα πρόκειται για έναν… βουβό δίσκο με τίτλο «Is this what we want?”, δηλαδή «Αυτό θέλουμε;». Περιλαμβάνει ήχους από άδειους συναυλιακούς χώρους και άδεια στούντιο ηχογραφήσεων. Πρόκειται για το όχημα διαμαρτυρίας των μουσικών δημιουργών και ερμηνευτών, έναντι της Βρετανικής κυβέρνησης που θέλει να αλλάξει τον νόμο των πνευματικών δικαιωμάτων, για να διευκολύνει τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να «παράγουν» μουσική. Μια ησυχία – ηχηρό μήνυμα-, που με τον τρόπο της καθορίζει τη μουσική, δηλαδή την έλλειψή της.

Πέρα όμως από τους συμβολισμούς η σιωπή στη μουσική είναι αγιοποιημένη, κάτι ενδεχομένως σωστά (έπρεπε να) συμβαίνει -έστω σε κάποιο βαθμό - και στη ζωή μας. Ο τεράστιος Μάιλς Ντέιβις, ένας εξαιρετικά επιδραστικός τρομπετίστας και συνθέτης της τζαζ, που ακόμη και σήμερα όσα έγραψε στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 μοιάζουν να έρχονται από το… μέλλον, έδινε μεγάλη σημασία στις σιωπές. Διότι στα κομμάτια του Ντέιβις οι σιωπές δεν ακούγονται σαν… σιωπές, αλλά σαν κάτι πολύ έντονο.  «Σημασία δεν έχει το τι παίζεις, αλλά το τι δεν παίζεις» έλεγε χαρακτηριστικά, προσπαθώντας να δώσει στους άλλους να καταλάβουν με λόγια, κάτι τόσο αδιόρατο, στα όρια του άπιαστου.

Τα τελευταία 55 χρόνια μια σπουδαία δισκογραφική εταιρεία -πιθανόν η σημαντικότερη για τη τζαζ στην Ευρώπη- η γερμανική ECM που ιδρύθηκε στο Μόναχο από τον Μάνφρεντ Άιχερ και δύο ακόμη φίλους του έχει ως σλόγκαν «Ο καλύτερος ήχος μετά τη σιωπή». Κι όταν κάτι τέτοιο συνοδεύει ηχογραφήσεις του Κιθ Τζάρετ, του Τσικ Κορία, του Γιαν Γκρμπάρεκ και της δικής μας Ελένης Καραϊνδρου τότε τα πράγματα είναι σοβαρά. Τουλάχιστον δεν μπορεί κανείς να τα προσπεράσει σα να μη συμβαίνουν! Αλλά και στον χώρο της ποπ και του ροκ υπάρχει ένα θρυλικό τραγούδι που αποθεώνει τη σιωπή και τον ήχο της, ίσως και με κάποιο τρόμο στη ματιά. Πρόκειται για το «Sound of silence» του Πολ Σάιμον, που το τραγούδησε μαζί με τον Αρτ Γκαρφάνκελ πριν από 60 χρόνια. «Γειά σου σκοτάδι, παλιέ μου φίλε / ήρθα να ξαναμιλήσω μαζί σου / γιατί ένα όραμα που σέρνεται απαλά / άφησε τους σπόρους του ενώ κοιμόμουν. /  Και το όραμα που φυτεύτηκε στον εγκέφαλό μου / παραμένει ακόμα / μέσα στον ήχο της σιωπής».     

Ή αν προτιμάτε «της σιωπής τον ήχο», όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά το κομμάτι στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Αυτόν τον ήχο που τόσο περιφρονούμε και του γυρίζουμε την πλάτη στην Ελλάδα!
 
Καλό μήνα!