Πριν από λίγα μόλις χρόνια ένας ανεκδιήγητος υπουργός Παιδείας, τον οποίο τελικά δεν ανέχθηκε ούτε το ίδιο του το κόμμα, συμβούλευε τους γονείς για λόγους πολιτικής -και πολιτειακής;- ορθότητας να μην προσφωνούν τα μικρά τους παιδιά «βασιλιά μου» ή «πριγκίπισσά μου», ώστε να μην εξοικειωθούν με… απαγορευμένους τίτλους. Ήταν τότε που κάποιοι ραδιοφωνικοί παραγωγοί έκαναν αντίσταση για… πλάκα ακόμη και μέσα από τις συχνότητες των κρατικών ραδιοφώνων μεταδίδοντας τραγούδια των θρυλικών Kings. Βλέπετε οι… Βασιλιάδες της ποπ και του ροκ των ’60s δεν ήταν κομμένοι από τον υπουργό, ο οποίος ίσως δεν τους γνώριζε καν. Για την ακρίβεια μάλλον δεν τους είχε ακούσει ποτέ, ενδεχομένως επειδή ήταν Βρετανοί ροκάδες την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Είναι ο ίδιος υπουργός -και η ίδια αριστεροδέξια κυβέρνηση- που προσπάθησε τότε στο όνομα του στόχου για την προς τα κάτω ισοπέδωση να καταργήσει τα πρότυπα και τα πειραματικά σχολεία. Κάτι που κατάφερε εν μέρει, αφού τον ίδιο πρόλαβε ο ανασχηματισμός και την κυβέρνηση του οι εκλογές. Ως αποτέλεσμα το… έργο δεν ολοκληρώθηκε.
Λίγα χρόνια μετά -για να φτάσουμε στο σήμερα- ο αριθμός των αιτήσεων για τα πρότυπα και πειραματικά σχολεία, αλλά και για τα νεοσύστατα Ωνάσεια σχολεία καταρρίπτει τη φετινή χρονιά κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Συνολικά έχουν κατατεθεί περί τις 25.000 αιτήσεις, εκ των οποίων αυτές που θα ικανοποιηθούν θα είναι πολύ λιγότερες από αυτές που θα απορριφθούν. Καθώς έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, όταν θα γίνουν οι εξετάσεις για τα Πρότυπα και η κλήρωση για τα Πειραματικά Σχολεία, το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε ότι φέτος υπεβλήθησαν συνολικά 24.817 αιτήσεις, αισθητά περισσότερες από τα προηγούμενα χρόνια. Συγκεκριμένα:
• 9.056 αιτήσεις για 1.775 θέσεις σε 42 Πρότυπα Σχολεία, με το ποσοστό επιτυχίας να είναι 19,6%.
• 3.274 αιτήσεις για 1.166 θέσεις σε 12 Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία (ποσοστό επιτυχίας 35,6%).
• 328 αιτήσεις για 380 θέσεις στα 10 Πρότυπα Εκκλησιαστικά Σχολεία.
• 12.159 αιτήσεις για 3.134 θέσεις σε 104 Πειραματικά Σχολεία (ποσοστό επιτυχίας 25,7%).
Αν και το ποσοστό των Ελλήνων μαθητών που φοιτούν σε Πρότυπα και Πειραματικά σχολεία είναι μόλις το 1,77% του συνόλου -εν μέρει επειδή οι συγκεκριμένοι θεσμοί δεν έχουν αναπτυχθεί οριζόντια σε όλη την Ελλάδα- ο συνωστισμός που υπάρχει για την ένταξη τους σε αυτά, δεν επιβεβαιώνει απλώς ότι στην ελληνική οικογένεια είναι βαθύτατα ριζωμένη μόνο η αναγκαιότητα να σπουδάσει και να μορφωθεί το παιδί. Αποδεικνύει ταυτόχρονα ότι, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια των κυβερνήσεων 2015 – 2019, αλλά και της σύγχρονης αριστερόστροφης παραφιλολογίας, που στο συγκεκριμένο θέμα απευθύνεται στα κατώτερα ένστικτα, η έννοια της αριστείας διατηρεί την αξία της για μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας. Κι ας συνοδεύεται από ανατροπές στην καθημερινότητα που ξεβολεύουν τις οικογένειες. Κι αυτό, σε μια εποχή… ευκολίας είναι σημαντικό και ελπιδοφόρο. Κάτι σαν μια έντονη κάθετη αχτίδα φωτός στο γκρι σκηνικό που υπάρχει τα τελευταία χρόνια, με τα παιδιά, τους εφήβους και πολλούς νέους να κινούνται στην καθημερινότητά τους χωρίς όρια, χωρίς ενσυναίσθηση και με γνώμονα την κλασική φράση «κάπως θα τη βολέψω κι εγώ». Στα δημοτικά, σε μεγάλο ποσοστό τα μικρά παιδιά αγνοούν την έννοια του σεβασμού προς τους δασκάλους και το σχολείο τους. Στα γυμνάσια, η βία ξεπερνάει κατά πολύ το ενδιαφέρον για γνώση και διάβασμα. Στα λύκεια, η άγρια εφηβεία καλύπτει όλα τα άλλα, ενώ στα πανεπιστήμια -όπου, πλέον, φοιτούν άνθρωποι εν πολλοίς διαμορφωμένοι- οι φιλοδοξίες των φοιτητών έχουν χαμηλό…ουρανό, αφού εν πολλοίς περιορίζονται στη συγκέντρωση τυπικών προσόντων.
Όλα αυτά αποδεικνύονται από το αποτύπωμα που αφήνουν στην πραγματική ζωή. Σε ό,τι αφορά τη δουλειά στα σχολεία, το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ, που αξιολογεί το εύρος των γνώσεων και των δεξιοτήτων των μαθητών που βρίσκονται στο τέλος της Υποχρεωτικής τους Εκπαίδευσης, βάσει των οποίων διαμορφώνεται, σε σημαντικό βαθμό, η ουσιαστική και ισότιμη συμμετοχή τους στις σύγχρονες κοινωνίες, καταλήγει για την Ελλάδα σε απογοητευτικά συμπεράσματα, αφού η χώρα βρίσκεται στη βάση του σχετικού πίνακα. Οι Έλληνες μαθητές σε μεγάλο ποσοστό δεν κατανοούν τη γλώσσα, ούτε διακρίνονται για τη μαθηματική τους σκέψη. Όσο για την αγορά εργασίας, οι Έλληνες που μένουν στη χώρα -για όσους ξενιτεύονται τα πράγματα σε αρκετές περιπτώσεις είναι διαφορετικά- καταλήγουν να απασχολούνται σε δουλειές που χρειάζονται κατώτερα προσόντα από αυτά που έχουν. Εν μέρει επειδή έχουν τυπικά και όχι ουσιαστικά προσόντα. Η άλλη εκδοχή της καθημερινότητας είναι να παραμένουν στην ανεργία ή στη γκρίζα εργασία των μπαρ και των ξενυχτάδικων, μέχρι να φτάσει η ώρα να βρουν «δουλειά ανάλογη των προσόντων», που για τους περισσότερους δεν έρχεται ποτέ. Ή φτάνει -αν φτάσει- καθυστερημένα και κάπου κοντά στα ξημερώματα, όταν ήδη κοιμούνται και δεν (μπορούν να) πάνε στο ραντεβού. Κάπως έτσι περίπου ένας στους οκτώ Έλληνες εισπράττει κάποιου είδους επίδομα, ενώ με ανεργία κοντά στο 9% υπάρχουν καταγραμμένες εκατοντάδες χιλιάδες κενές θέσεις εργασίας στον αγροτικό τομέα, στον τουρισμό, στην εστίαση, στη βιομηχανία.
Δεδομένου ότι ο 21ος αιώνας είναι ο αιώνας της γνώσης -με κύρια έκφραση την ψηφιακότητα- το μέλλον απαιτεί διαφορετική προετοιμασία. Μόνο που η ελληνική κοινωνία, βυθισμένη στη μακαριότητά της, δεν (δείχνει να) βιάζεται. Πρόσφατο παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη η περιπέτεια του Ωνάσειου σχολείου στον Εύοσμο, τη δημιουργία του οποίου αρχικά πολέμησε η τοπική κοινωνία περίπου ως… πολυτέλεια, για να συμβιβαστεί εκ των υστέρων με μια αναβολή ενός χρόνου. Άλλωστε -πιθανόν να σκέφτηκαν κάποιοι- στην Ελλάδα ουδέν μονιμότερο του προσωρινού, ακόμη κι αν πρόκειται για μια… αναβολή.