Ο κ. Κωνσταντίνος Τορνιβούκας είναι ένας κατά τεκμήριον σοβαρός άνθρωπος και απόλυτα επιτυχημένος επιχειρηματίας στον χώρο των ξενοδοχείων. Ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης κατέχει και διαχειρίζεται τρία ξενοδοχεία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, το City Hotel στην οδό Κομνηνών, το Excelsior Hotel στη γωνία των οδών Μητροπόλεως και Κομνηνών, αλλά και το ON Residence, το καινούργιο πεντάστερο boutique hotel στη Λεωφόρο Νίκης, στο κτήριο όπου εδώ και λίγους μήνες επαναλειτουργεί το θρυλικό εστιατόριο «Όλυμπος Νάουσα». Επίσης, στον όμιλο των επιχειρήσεων Τορνιβούκα συγκαταλέγεται το πεντάστερο συγκρότημα Eagles Palace και Eagles Villas στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής. Ο ίδιος προέρχεται από οικογένεια με παράδοση στα ξενοδοχεία, αφού ο παππούς του Κωνσταντίνος Τορνιβούκας δημιούργησε το 1925 το ξενοδοχείο Mediterranean Palace, που βρισκόταν στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, αλλά σταμάτησε να λειτουργεί όταν υπέστη ανεπανόρθωτες ζημιές στον σεισμό του 1978. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν άνθρωπο και επιχειρηματία που όχι μόνο δραστηριοποιείται στο πεδίο των ξενοδοχείων αλλά έχει γεννηθεί μέσα στα ξενοδοχεία.
Αυτός ο πρόλογος δεν έχει στόχο τη διαφήμιση του Ντίνου –όπως τον ξέρουν οι φίλοι του στη Θεσσαλονίκη- Τορνιβούκα. Κάτι που άλλωστε ο ίδιος δεν έχει ανάγκη, αφού δεν του χρησιμεύει σε τίποτα. Είναι σημαντικό, όμως, να ξέρουμε ποιος λέει κάτι, για να μπορούμε να εκτιμήσουμε βασίμως τη βαρύτητα του θέματος. Όταν, λοιπόν, πριν από λίγες ημέρες, κατά την εκδήλωση κοπής της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Ένωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης, ο κ. Τορνιβούκας, με την ιδιότητα του αντιπροέδρου, αναφέρθηκε στην ηχορύπανση που υπάρχει στο κέντρο της από την ασύδοτη λειτουργία των μπαρ, κλαμπ και μπουζουξίδικων, ήξερε τι έλεγε. Όταν υπογράμμιζε ότι οι πελάτες των ξενοδοχείων, δηλαδή οι επισκέπτες της πόλης, σε πολλές περιπτώσεις διαμαρτύρονται επειδή δεν μπορούν να κοιμηθούν, ο λόγος του είχε βαρύτητα. Κι έχει σημασία το ότι τις συγκεκριμένες διαπιστώσεις – παρατηρήσεις κάνει ένας άνθρωπος που έχει –σύμφωνα με τη νομική ορολογία- ίδιον συμφέρον. Δεν μιλάει, δηλαδή, κάποιος τρίτος παρατηρητής, με την εκ του ασφαλούς πολυτέλεια του… ουδέτερου και του αφ’ υψηλού σχολιαστή, αλλά κάποιος που ζει μέσα στο πρόβλημα, υφίσταται τις συνέπειές του και προσπαθεί μέχρι ενός σημείου να το διαχειριστεί. Άρα οι αρμόδιοι, εν προκειμένω η αστυνομία, ο δήμος και το υγειονομικό, οφείλουν να τον ακούσουν με προσοχή και να εξετάσουν τις καταγγελίες του. Όχι κατ’ ανάγκη και εξ’ ορισμού να τις υιοθετήσουν άκριτα, αλλά να ακολουθήσουν τα σημάδια που τους δείχνει. Αν δεν το κάνουν -που μάλλον δεν το κάνουν, αφού η πρόσφατη δεν είναι η πρώτη φορά που θίγονται δημόσια και από αξιόπιστα χείλη αυτά τα ζητήματα- είναι επειδή πιθανότητα γνωρίζουν τη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Αλλά είτε δεν θέλουν είτε ενδιαφέρονται, είτε δεν μπορούν να την ελέγξουν. Διότι η ιστορία με την ηχορύπανση των νυχτερινών μαγαζιών στη Θεσσαλονίκη δεν είναι καινούργια. Είναι πολύ παλιά. Ίσα ίσα που τα τελευταία χρόνια, λόγω των απανωτών κρίσεων, η νυχτερινή κίνηση τις καθημερινές ατονήσει αισθητά στην πόλη. Παραμένει, όμως, ως άθλιο φαινόμενο τα σαββατοκύριακα, κυρίως τα βράδια της Παρασκευής και του Σαββάτου, αλλά και τα μεσημέρια της Κυριακής, όπως φυσικά τις γιορτές και τις αργίες. Δηλαδή τις ημέρες που η Θεσσαλονίκη και τα ξενοδοχεία της υποδέχονται πολλούς επισκέπτες, Έλληνες και ξένους, οι οποίοι έρχονται στο πλαίσιο του περίφημου τουρισμού «city break», στο κέντρο της πόλης αναβιώνουν σκηνές και καταστάσεις… κολάσεως.
Το ξενύχτι και το… ξεσάλωμα παραμένει στη Θεσσαλονίκη μια πολύ κακιά συνήθεια. Εδραιώθηκε στα χρόνια της οικονομικής και κοινωνικής ασυδοσίας, κυρίως στις δεκαετίες του 1990και του 2000, ίσως και λίγο νωρίτερα. Ατυχώς προβλήθηκε ως ένα είδος life style, που παρά το μεγάλο ποσοστό νέων ανθρώπων που κινούνται στην πόλη λόγω των πανεπιστημίων, ουδέποτε αποτέλεσε γενικευμένο τρόπο ζωής. Κυρίως, όμως, δεν πρόσφερε τίποτα ουσιαστικό στην ανάπτυξη της πόλης, παρά μόνο εκτεταμένα φαινόμενα νοθευμένων ποτών, φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, φοροκλοπής, αδήλωτης εργασίας. Από τότε λοιπόν –και παρά τις κρίσεις που τσάκισαν στην κυριολεξία το οικονομικό ενδιαφέρον των ξενυχτιών- παραμένουν μέχρι σήμερα κάποιοι νοσταλγοί, που επιμένουν να βιοπορίζονται, να πλουτίζουν ή να διασκεδάζουν με τρόπο που προκαλεί μεγάλη φασαρία. Χωρίς να ενδιαφέρονται για νόμους, κανόνες ή κανονισμούς, αφού οι έλεγχοι –στην καλύτερη εκδοχή- είναι ελάχιστοι και δεν αποδίδουν, πιθανότατα λόγω οργανωτικής επάρκειας της συγκεκριμένης πιάτσας, που διαθέτει κουμπιά… alert. Το ακόμη μεγαλύτερο κακό είναι ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις λειτουργούν στη μεγάλη τους πλειοψηφία στο κέντρο της πόλης, μέσα σε κατοικημένες περιοχές, στα ισόγεια πολυκατοικιών με σπίτια και γραφεία, αλλά και δίπλα στα πολυάριθμα ξενοδοχεία του κέντρου της Θεσσαλονίκης, ο αριθμός των οποίων τα τελευταία χρόνια αυξάνεται. Ευτυχώς αυξάνεται, διότι με αυτόν τον τρόπο αφενός αυξάνεται το ξενοδοχειακό απόθεμα της πόλης και αφετέρου συντηρούνται και σώζονται πολλά από τα ιστορικά κτήρια της περιοχής. Αντίθετα, στο παρελθόν η… μεγάλη φασαρία γίνονταν είτε σε κλειστούς μονωμένους χώρους είτε σε απομακρυσμένες περιοχές, κυρίως στα ανατολικά του πολεοδομικού συγκροτήματος.
Εάν σε αυτό το σκηνικό, το οποίο εύλογα κατήγγειλε ως θιγόμενος ο κ. Τορνιβούκας, προσθέσει κανείς το χάλι με τα τραπεζοκαθίσματα, που εξαιτίας της πανδημίας έχουν επεκταθεί και πάλι ασύδοτα, αλλά και τις ελλείψεις χώρων στάθμευσης, αντιλαμβάνεται γιατί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης η εστίαση και η διασκέδαση συνιστούν από τη μια πλευρά ευλογία και από την άλλη κατάρα. Η έλλειψη σεβασμού στο κανονιστικό πλαίσιο και η απουσία σοβαρών συστηματικών ελέγχων, σε συνδυασμό με την ευρέως διαδεδομένη και συστηματικά καλλιεργούμενη άποψη για τη… χαλαρή, δήθεν ερωτική και έξω καρδιά Θεσσαλονίκη έχει παγιώσει μια εικόνα άκρως αντιπαραγωγική. Είναι απολύτως βέβαιον ότι οι Θεσσαλονικείς δεν κινούνται ολιμερίς και ολονυχτίς από καφέ σε ουζερί και από χασαποταβέρνα σε… μπουζουκερί. Μόνο που σε αυτό το σκηνικό κάποιοι θησαυρίζουν, κάποιοι άλλοι χτίζουν καριέρα, αρκετοί τσιμπούν κάποιο χαρτζιλίκι. Όσο για την κοινωνία της Θεσσαλονίκης, που κομπάζει και αυτοδιαφημίζεται ότι ζει σε μία πόλη 23 και πλέον αιώνων, η οποία υπήρξε σημαντικό κέντρο τουλάχιστον σε τέσσερις αυτοκρατορίες, δεν θα καταφέρει ποτέ να απολαύσει την ποσοτική και –κυρίως- την ποιοτική επισκεψιμότητα που ενδεχομένως της αναλογεί.