Τον περασμένο Ιούλιο για δεύτερο συνεχόμενο μήνα η Ελληνική Στατιστική Αρχή ανακοίνωσε ότι ο δείκτης ανεργίας της χώρας διαμορφώθηκε σε μονοψήφιο ποσοστό, στο 9,9%. Τον Ιούνιο ήταν 9,5%. Ασφαλώς πρόκειται για θετική εξέλιξη, αφού σε όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης η ανεργία στην Ελλάδα βρισκόταν σε διψήφιο ποσοστό, έχοντας φτάσει και στην περιοχή του 25%. Πέρα, όμως, από τους αριθμούς η ανεργία είναι το σημαντικότερο κοινωνικό -και οικονομικό- πρόβλημα που κληροδότησε η κρίση στη χώρα μας, αφού στις μέρες μας ένας άνθρωπος χωρίς δουλειά αφενός δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην και αφετέρου ωθείται εκ των πραγμάτων στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής.
Ταυτόχρονα, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα πολλές θέσεις εργασίας μένουν κενές, κάτι αντιφατικό για μια οικονομία με υψηλό ποσοστό εργασίας. Η συγκεκριμένη αντίφαση έχει πολλές εξηγήσεις, με τρεις να είναι οι κυριότερες. Πρώτον, αναντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα και τις δεξιότητες των υποψήφιων εργαζομένων και στη ζήτηση της αγοράς εργασίας. Δεύτερον, χωροταξική αναντιστοιχία ανάμεσα στις προσφερόμενες θέσεις εργασίας και τον τόπο κατοικίας των ανέργων. Και τρίτον, οι χαμηλές απολαβές και οι μέτριες -σε αρκετές περιπτώσεις- συνθήκες εργασίας που παρέχουν οι επιχειρήσεις.
Τα τρία αυτά θέματα, αν και μοιάζουν να είναι διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν την ίδια βάση, που δεν είναι άλλη από παγιωμένες νοοτροπίες σε επιχειρήσεις και εργαζομένους. Νοοτροπίες που φρενάρουν ευθέως την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, Νοοτροπίες που δύσκολα αλλάζουν ακόμη και σήμερα, μετά τη χρεοκοπία και τη μεγάλη οικονομική κρίση που πέρασε η Ελλάδα, και οι υπεύθυνοι της ΔΥΠΑ συναντούν σε καθημερινή βάση. Σημειώστε τρία παραδείγματα από τα πολλά:
• Πριν από έναν περίπου χρόνο η ΔΥΠΑ θέλοντας να «παντρέψει» κλάδους με σημαντική ζήτηση εργαζομένων και περιοχές με μεγάλη ανεργία δημιούργησε ένα πρόγραμμα το οποίο θα κάλυπτε τα μεταφορικά και τα έξοδα διαμονής σε ανέργους της Δυτικής Μακεδονίας, οι οποίοι θα πήγαιναν να εργαστούν στον αγροτικό τομέα στην Κρήτη. Οι ενδιαφερόμενοι περιορίστηκαν σε μονοψήφιο αριθμό. Σε λιγότερους από πέντε. Σε τρεις ή τέσσερις και πάντως λιγότερους από πέντε.
• Σε πολλές περιπτώσεις άνεργοι που ειδοποιούνται από τη ΔΥΠΑ να πάνε να πιάσουν δουλειά απαντούν ευθέως ότι δεν θέλουν καθώς ακόμη τρέχει το επίδομα ανεργίας και να τους ειδοποιήσουν μετά την παρέλευση ενός έτους, όταν ο χρόνος που λαμβάνουν το επίδομα θα έχει εξαντληθεί. Κι αυτό παρά τη ρύθμιση του 2022, σύμφωνα με την οποία εάν ένας άνεργος που εισπράττει επίδομα ανεργίας ειδοποιηθεί να πιάσει δουλειά θα εξακολουθήσει -αν και εργαζόμενος- να εισπράττει το 50% του επιδόματος ανεργίας μέχρι να εξαντληθεί ο χρόνος που το εδικαιούτο ως άνεργος!
• Σε πολλές, επίσης, περιπτώσεις επιχειρήσεις που υποτίθεται ότι… καίγονται για κάποια ειδικότητα επιδεικνύουν ξεκάθαρο ηλικιακό ρατσισμό, αφού έχει τύχει η ΔΥΠΑ να βρει άνεργο με τα προσόντα και τις δεξιότητες που ζητούν, τον οποίο να απορρίψουν επειδή είναι 50 ετών.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα πολύπλοκο παζλ που εξηγεί το υψηλό ποσοστό ανεργίας στη χώρα. Και δικαιολογούν όσους πιστεύουν ότι στην Ελλάδα όποιος θέλει να εργαστεί βρίσκει δουλειά. Αλλά και ότι όποια επιχείρηση ή επαγγελματίας θέλει να κάνει τη δουλειά του βρίσκει εργαζόμενους και συνεργάτες. Αρκεί να επιθυμούν πραγματικά να εργαστούν οι μεν και να θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους οι δε.
Για τον ανεπτυγμένο κόσμο, ξεκινώντας από τις ΗΠΑ, αλλά και την Ευρώπη, η εποχή που κάποιος έπιανε μια δουλειά ή έστηνε ένα μαγαζί και ήταν «καλυμμένος» για 30 ή 40 χρόνια έχει περάσει προ πολλού. Οι άνθρωποι αλλάζουν εργοδότη, αλλάζουν αντικείμενο εργασίας και συχνά αλλάζουν και τόπο εργασίας, σε ένα περιβάλλον κινητικότητας που εξασφαλίζει ανάπτυξη και οικονομική άνοδο. Στην Ελλάδα αυτές οι διαδικασίες είναι για τους περισσότερους αδιανόητες. Συχνά κάποιος προτιμά να μην απομακρυνθεί από την… έδρα του, παρά να αποδεχθεί μια καλή δουλειά. Βοηθάει σ’ αυτό και το μεγάλο μέγεθος της γκρίζας οικονομίας, που απαιτεί και… αόρατους εργαζομένους, οι οποίοι επισήμως και τυπικώς μπορεί να είναι άνεργοι, αλλά σαφώς προσπορίζονται άδηλους πόρους. Η κοινωνική διάσταση του θέματος προβάλλεται συχνά ως η αιτία αυτής της ακαμψίας, καθώς υπάρχουν οικογένειες και οικογενειακές υποχρεώσεις. Προφανώς για τον κάτοικο της Δυτικής Μακεδονίας η οικογένεια έχει αξία, ενώ για τον κάτοικο της Νέας Υόρκης, που με ευχαρίστηση θα μετοικίσει στο Κάνσας για να εργαστεί δεν έχει!
Σε αντίθεση με την εσωτερική μετανάστευση οι Έλληνες προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο επαγγελματικό μέλλον και μια προοπτική δεν δυσκολεύονται να μετακομίσουν στο εξωτερικό, καθώς στις ανεπτυγμένες χώρες οι αμοιβές είναι καλύτερες -σε ορισμένες περιπτώσεις και οι συνθήκες. Το καλό είναι ότι στις μέρες μας οι Έλληνες που μεταναστεύουν είναι νέοι άνθρωποι, ικανοί να προσαρμοστούν σε νέα δεδομένα και οι οποίοι με την ενδεχόμενη επιστροφή τους στην πατρίδα θα συμβάλλουν στην αλλαγή του προτύπου. Στην πραγματικότητα στην αλλαγή νοοτροπίας, που σκαλωμένη στις αγκυλώσεις των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών δεν αφήνει σε πολλούς ανάμεσά μας να αντιληφθούν δημιουργικά ότι οι εποχές έχουν αλλάξει. Η κανονικότητα, πλέον, επιβάλλει ότι αυτός που θέλει να δουλέψει θα δουλέψει. Ο κόσμος να χαλάσει θα τη βρει την άκρη. Και ότι αυτός που θέλει να κάνει τη δουλειά του και άρα θα χρειαστεί εργαζόμενους και συνεργάτες θα τους βρει και θα τους πληρώσει για να την κάνει, ακόμη κι αν ο κόσμος γυρίσει ανάποδα.
ΥΓ. Ένα από τα τραγούδια που έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στα τέλη της δεκαετίας του 1950 για να ακουστούν στο θεατρικό του έργο «Παραμύθι χωρίς όνομα» έχει τίτλο «Έκτορας και Ανδρομάχη». Πρόκειται για ένα ποίημα που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις και ερμήνευσε ο Λάκης Παππά, τα λόγια του οποίου αναδεικνύουν με μοναδικό τρόπο την αξία της νοοτροπίας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, ακόμη και στις πιο ακραίες. Σημειώστε:
«Από το Τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη /
στον Έκτορα που κίναε για τη μάχη /
φώναξε με φωνή φαρμακωμένη: /
«Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει /
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει. /
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει /
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει». /
Έτσι κι εμένα η κόρη του Γαβρίλη /
σαν έφευγα στις είκοσι τ’ Απρίλη /
μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι: /
«Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις /
μια κοπελίτσα κοίτα ν’ αγαπήσεις. /
Όποιος το γυρισμό του όρκο δεν κάνει /
στρατιώτη μου, τον πόλεμο το χάνει»./