Μόνο… σοφότερος δεν έφυγε από την τελευταία επίσκεψή του στις αρχές αυτής της εβδομάδας στα γραφεία του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ) στη Θεσσαλονίκη ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος φάνηκε σε κάποιες στιγμές αμήχανος. Βεβαίως ο ίδιος δεν θα το παραδεχτεί ποτέ, αφού ως πολιτικός επιδιώκει οι επαφές του στο τέλος να έχουν θετική αύρα, πραγματική ή ψευδεπίγραφη. Διότι εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής αναταραχής, λόγω των δασμών και εμπορικού πολέμου Τραμπ, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ άκουσε μάλλον πράγματα που ήξερε, αλλά τίποτα για την… ταμπακιέρα. Άκουσε για τα μέλη του ΣΕΒΕ που πραγματοποιούν το 50% των ελληνικών εξαγωγών έχοντας τριπλασιάσει τις επιδόσεις τους τα τελευταία 15 χρόνια. Άκουσε, επίσης, ότι οι δασμοί Τραμπ και ο επακόλουθος παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος που ήδη εξελίσσεται δεν θα δημιουργήσει ιδιαίτερο πρόβλημα στις ελληνικές εξαγωγές, καθώς προς τις ΗΠΑ κατευθύνεται ένα πολύ μικρό ποσοστό τους. Κάποιοι στον ΣΕΒΕ -στο τραπέζι υπήρχαν και παλαιότεροι πρόεδροι του Συνδέσμου, αλλά και εκπρόσωποι του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος- ή δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν τι έχει ξεκινήσει να γίνεται ανά τον κόσμο. Μια πλανητική αναστάτωση με σαφώς αρνητική επίπτωση στο διεθνές εμπόριο και την παγκόσμια οικονομία, που μετά βεβαιότητος θα επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα την Ελλάδα και τις επιχειρήσεις της, ακόμη και όσες εξάγουν ή δραστηριοποιούνται στον τουρισμό, που είναι εξαγωγή υπηρεσιών. Διότι ακόμη κι όταν δεν απευθύνονται στις ΗΠΑ πουλάνε σε χώρες -για παράδειγμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση- που έχουν τις ΗΠΑ ως πολύ καλό πελάτη, κάτι που ενδέχεται προσεχώς να μην ισχύει στον σημερινό βαθμό.
Το εξόχως περίεργο είναι πως οι εξαγωγείς, οι κατ’ εξοχήν επιχειρηματίες που έχουν μάθει να κινούνται σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, δεν αντιλαμβάνονται τις συνέπειες της αναστάτωσης που υπάρχει σε αυτή τη φάση της παγκόσμιας οικονομίας. Εκτός κι αν ακόμη και στους επιχειρηματικούς συνδέσμους, όπου υποτίθεται ότι τα θέματα -τα προβλήματα και οι λύσεις τους- τίθενται σε κατά το δυνατόν αντικειμενική τεχνοκρατική βάση, η πολιτική κυριαρχεί κι επομένως το μήνυμα έχει μεγαλύτερη ανταλλακτική αξία από την πραγματικότητα. Ένας πρωθυπουργός ή ένας υπουργός, ακόμη κι ένας παράγοντας της Κομισιόν, δικαιούνται να είναι γενικώς πιο αισιόδοξοι από έναν μάχιμο επιχειρηματία ή ένα στέλεχος επιχειρήσεων, που στην καθημερινότητά τους καλούνται να ξεπεράσουν μεγάλα εμπόδια ή μικρές λεπτομέρειες, που ενίοτε λειτουργούν ως μεγάλα εμπόδια. Διαχειρίζονται, δηλαδή, καταστάσεις που οι πολιτικοί ούτε γνωρίζουν, αλλά ούτε καν φαντάζονται την ύπαρξή τους. Εάν κάτι τέτοιο συμβαίνει τότε οι επιχειρηματικές συλλογικότητες έχουν χάσει πλήρως τον προσανατολισμό και το νόημά τους. Υφίστανται προς χάριν αφενός μιας κακώς εννοούμενης αντιπαραγωγικής παράδοσης και αφετέρου λόγω των ευρωπαϊκών κονδυλίων και προγραμμάτων, που συχνά διοχετεύονται μέσω αυτών των συλλογικοτήτων. Διότι η διατύπωση σοβαρών προτάσεων, τόσο προς τις επιχειρήσεις, όσο και προς την πολιτεία, οι οποίες θα απαντούν στις σύγχρονες προκλήσεις απαιτεί -αν μη τι άλλο- αντικειμενική εκτίμηση της υφιστάμενης κατάστασης επί του πεδίου και όχι την παπαγαλία θεωρητικών προσεγγίσεων, οι οποίες αποτελούν μέρος της ανάγνωσης κάποιων στατιστικών στοιχείων.
Εν προκειμένω, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ντόναλντ Τραμπ τους τελευταίους μήνες, η υποτίμηση του δολαρίου επηρεάζει αισθητά τους Έλληνες εξαγωγείς -αλλά και τους εξαγωγείς απανταχού της Γης. Διότι συναλλάσσονται σε αμερικανικό νόμισμα, μπορεί να πουλάνε στις ΗΠΑ και ενδεχομένως αγοράζουν από την Ελλάδα. Η αλυσίδα είναι μία και για κάθε πρόβλημα σε κάποιον από τους κρίκους της, οι συνέπειες είναι ευρύτερες.
Το θέμα της χαλαρής νοοτροπίας ενώπιον των οικονομικών προβλημάτων και δυσκολιών η Ελλάδα το έζησε ξανά στην αρχή της οικονομικής κρίσης του 2010, όταν πέρα από τους πολιτικούς και πολλοί επιχειρηματίες -ανάμεσά τους και αρκετοί από τους λεγόμενους εμβληματικούς- πίστευαν ότι η χώρα θα ξεπεράσει το πρόβλημα σε δύο – τρία χρόνια. Εξαντλώντας το πολύ πολύ το πρώτο Μνημόνιο. Και χρειάστηκαν άλλα δύο Μνημόνια, τα οποία η ελληνική κοινωνία πλήρωσε πανάκριβα, κι ένα γενναίο κούρεμα χρέους (PSI), το οποίο πλήρωσαν οι Έλληνες και ξένοι κάτοχοι ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, για να ξεκινήσει η χώρα να στέκεται στα πόδια της. Και παρά το ότι δεν έχουμε ακόμη εξέλθει πλήρως από την κρίση, η αισιοδοξία που βασίζεται περισσότερο στην επιθυμία και την ευχή, παρά στα πραγματικά στοιχεία, δείχνει να επιστρέφει… δριμύτερη. Κάτι που ίσως -λέμε ίσως αν και δεν θα έπρεπε- μπορεί κανείς να το δικαιολογήσει στους πολιτικούς παράγοντες, οι οποίοι σε κάποια ζητήματα δεν πολυκαταλαβαίνουν τι γίνεται, ενώ έχουν μάθει γενικώς να πουλάνε θετική προοπτική και αισιοδοξία. Κατά κάποιο τρόπο αυτή (θεωρούν ότι) είναι η δουλειά τους. Αλλά η μακαριότητα στον ιδιωτικό τομέα -στο βαθμό που υπάρχει- ούτε δικαιολογείται, ούτε χρησιμεύει ιδιαιτέρως. Ή μάλλον καθόλου.