Αίμα στο ίδιο τραπέζι
4 η ώρα το πρωί, ξημερώνει Κυριακή. Μία παρέα ψαρωμένων πρωτοετών φοιτητών αράζει μπροστά στην πιάτσα ταξί, ανάμεσα στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου και στη Λότζια, το δημαρχείο, επί της οδού 25ης Αυγούστου (που τιμά τη Σφαγή του Ηρακλείου, την 25η Αυγούστου του 1898), αρκετά πριν αυτή μετατραπεί σε πεζόδρομο. Στην απέναντι πλευρά, την πλευρά των λεγόμενων Λιονταριών, της -επισήμως- Κρήνης Μοροζίνι στην πλατεία Ελ. Βενιζέλου, απλώνονται κατά σειρά λογής λογής φαγάδικα. Σ' ένα από αυτά κάθεται μια παρέα τριών μαυροντυμένων -δύο από τη μία πλευρά, την αριστερή, κι ένας από την άλλη, τη δεξιά. Μιλάνε και γελάνε τόσο φωναχτά, σαν επιτηδευμένα, που αντηχούν σ' όλη την πλατεία. Οι φοιτητές προσπαθούν ανεπιτυχώς να καταρτίσουν πλάνο για το πού θα συνεχίσουν τη διασκέδαση, όταν τα γέλια από απέναντι παύουν κι απότομα δίνουν τη θέση τους σε φωνές και λόγια βαριά -τα βλέμματα, αναπότρεπτα, επιστρέφουν ξανά στο τραπέζι των μαυροντυμένων, αλλά τώρα με ασύμμετρα μεγαλύτερη περιέργεια. Είναι οι γνωστοί πέτσακες (ή πετσαράδες), τα μουσάτα ορεσίβια αγρίμια που κατεβαίνουν στο Ηράκλειο κάθε Σάββατο, με τα λουστραρισμένα στιβάνια (ή στιβάλια), τα ακομβίωτα σχεδόν ώς τον αφαλό μαύρα πουκάμισα, τα ολόσφιχτα μαύρα τζιν που περιδένονται από βαριές, χοντροκομμένες, ασημένιες αγκράφες και τα μισοξεφτισμένα, επίσης μαύρα, δερμάτινα μπουφάν. Τώρα δεν μιλάνε, φωνάζουν. Τώρα δεν γελάνε, τσιτώνουν. Ο μικροκαμωμένος τής πλευράς του δίδυμου σηκώνεται σαν ελατήριο πάνω, χτυπά ορμητικά το χέρι στο τραπέζι και ξερνά ακατάληπτα κρητικά, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζεις μόνον τις κοινές βρισιές, για μάνες και Θεία. Ο αποδέκτης, ο πέτσακας της δεξιάς πλευράς του τραπεζιού, ένα κανονικό μπεντένι (δηλ. γεροδεμένος), βάζει αμέσως το χέρι μέσα στο δερμάτινο και, απ’ ένα κρυφό θηκάρι, βγάζει ένα μαχαίρι που γυαλοκοπά μέτρα μακριά, αρχίζοντας με θηριώδη λύσσα και φονική ταχύτητα να το προεκτείνει προς τα κορμιά των, έως τότε, ομοτράπεζών του. Τα πρώτα πλήγματα ήταν αναπόφευκτα, και στους δύο συνδαιτυμόνες, που δεν πρόλαβαν ν’ αντιδράσουν –ενδεχομένως αναλόγως. Ο μιαρός έπεσε στο έδαφος σε εμβρυική στάση, ο άλλος άρχισε να υποχωρεί άτακτα μπροστά στη μανία –κι ο δράστης τώρα εντάκαρε (δηλ. ξεκίνησε) να τον πάρει στο κατόπι, να του παίξει κι άλλες. Οι μαγαζάτορες και κάποιοι θαρραλέοι πελάτες άρχισαν να πετάνε προς το ανήμερο θηρίο ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, μπας κι αναχαιτιστεί ο φονικός σκοπός του: καρέκλες, τραπέζια, γλάστρες, ποτήρια, πιάτα. Τα κατάφεραν ως έναν βαθμό, αλλά τώρα πια, για να γλυτώσει από την ομοβροντία, είχε περάσει στην απέναντι πλευρά, σ’ αυτήν των φοιτητών. Μπρος στον τρόμο όλοι λάκισαν, πλην ενός. Ο καχεκτικός νεαρός με το τρέντι ντύσιμο πάγωσε στη θέση του, ώσπου πέρασε από μπροστά του, στο ένα μέτρο απόσταση, ο μαχαιροβγάλτης. Μόνο τα μάτια του λειτουργούσαν κι ακολουθούσαν αυτά του αγριμιού. «Τι θα κάνει τώρα;» αναρωτήθηκε κι έστρεψε το βλέμμα στη λάμα. Μία λάμα 20 εκατοστά με μύτη γαμψή, ματωμένη, να στάζει. Σε δέκατα του δευτερολέπτου η αδρεναλίνη χτύπησε τα μηνίγγια του, «τον κλοτσάω να τον ρίξω, να τον προλάβουν οι άλλοι, ή κοκαλώνω και μένω άπραγος να τη γλυτώσω;» -έμεινε ασάλευτος. Το τέρας, με τα τρομακτικά γαλανά μάτια, τις φλέβες του προσώπου έτοιμες να σκάσουν και μια αιμοβόρα, σχεδόν κανιβαλική, έκφραση, σήκωσε τροχάδην κάποιες λίγες μοίρες το μαχαίρι, όχι ακριβώς απειλητικά αλλά προς αποτροπή, προσπέρασε τον άλαλο και κάτωχρο νεαρό κι η σκιά του εξαφανίστηκε στα στενά. Η πλατεία, γεμάτη κόσμο κι αυτόπτες μάρτυρες, ήταν σε αναβρασμό. Το επόμενο πρωινό, το πρώτο πράγμα που έκανε ο ξενομπάτης φοιτητής ήταν να πάρει στα χέρια του να ξεφυλλίσει μία «Πατρίς» και μία «Νέα Κρήτη» (το ενημερωτικό διαδίκτυο βρισκόταν ακόμη σε νηπιακή ηλικία) και να δει τα δελτία των κρητικών καναλιών (που καμία σχέση δεν έχουν με τα περιφερειακά της υπόλοιπης επαρχίας σε ό,τι αφορά τοπικότητα κι ακροαματικότητα), να μάθει τι έγινε τελικά, αν τον έπιασαν, αν ξέφυγε, αν αναζητείται, αν επέζησαν οι άλλοι, το πώς και το γιατί. Μάταια, το επεισόδιο δεν τα κατάφερε ποτέ να κερδίσει μία θέση στη δημοσιότητα.
Χωριάτικη τυρόπιτα
Ο Χ. κι ο Π. ήπιαν αρκετά και ψάχνουν κάτι να φάνε στο κέντρο της πόλης, πριν γυρίσουν στα σπίτια τους για ύπνο. Στο διάβα τους στην Καλοκαιρινού βρίσκονται αντικριστά σε μία άλλη δυάδα, που κάνει μπαμ ότι τους προσεγγίζει με εχθρική διάθεση. Παρότι δεν υπάρχει προϊστορία, κανείς δεν ξέρει κανέναν, οι τροχιές τους ήταν ηλίου φαεινότερο ότι θα διασταυρώνονταν εκούσια. Δεν είναι πέτσακες, αλλά μετά βεβαιότητος, κι εξ όψεως, έχουν κατέβει από χωριό στις ρίζες του Ψηλορείτη –τα καταλαβαίνει αυτά κάποιος που ‘χει κάνει, έστω για λίγο, στο Ηράκλειο. «Άσε, μη μιλήσεις εσύ, θα μιλήσω εγώ», ψιθύρισε ο Χ. στον Π., οι σφυγμοί του οποίου διπλασιάστηκαν με ενστικτώδη αυτοματισμό, αφού όλα προμήνυαν κακό. «Μρε συ κοπελάκχι», άρθρωσε μετά βίας ο ένας εκ των δύο ολομέθυστων τραμπούκων Κρητικών προς τον Π., «εδά τράβα μρε εκειά να μου πάρεις μια τυρόπιτα», στρέφοντας τον παχύ δείκτη με τις τραχιές αρθρώσεις και το σκασμένο δέρμα προς ένα ανοιχτό μαγαζί. «Από πού είστε σύντροφοι;», του λέει ο Χ., κι ενώ ο Π. δεν υπακούει στη διαταγή. «Γιάντα ρωτάς, ρε; Απ’ όπου θέλομε», απαντά με ζοριλίκι και πλησιάζει στο βήμα ο αρχινταής, αλλά ο σύντεκνός του, με ισχυρότερη διάθεση για διπλωματία, γρήγορα αποκαλύπτει: «Απ’ την Αξό. Εσύ;». «Εγώ είμαι ο εγγονός του Χ. του Σ….., απ’ τα Λιβάδια, κατέεις;», ρωτά με αποφασιστικότητα, αλλά και σφιγμένη γροθιά μες στην τσέπη, ο Χ., εκκινώντας μία ιδιάζουσα μονομαχία καταγωγής, ένα μπρα ντε φερ, όχι μυών, αλλά χωριών, όχι καρπών, αλλά σογιών· που, όμως, δεν σε διασφαλίζει πάντοτε, δεν σου επιτρέπει να πάψεις να βρίσκεσαι σε εγρήγορση, σε επιφυλακή για κάτι αιφνιδιαστικό. Το δίδυμο απ’ την Αξό δείχνει τώρα να επανεξετάζει το σκηνικό, να επαναξιολογεί την κατάσταση. «Ντάξει, σύντεκνε», αποκλιμακώνεται ραγδαία η ένταση, «καλό βράδυ». Καμιά φορά, και προφανώς στο μυστήριο που λέγεται Κρήτη, δεν νικούν απαραίτητα οι σωματικές αναλογίες, αλλά οι γενεαλογίες. Κι έτσι κάποιες τυρόπιτες καταλήγουν, ευτυχώς, απούλητες.
Αλφαβήτα
Προχωρημένο πρωινό μιας υγρής Κυριακής, μουντός χειμώνας, χαραυγή της πρώτης δεκαετίας του αιώνα. Ένας νεαρός ανάβει τσιγάρο και στέκεται μπροστά σε μία στάση λεωφορείου επί της λεωφόρου Κνωσού, περιμένοντας υπομονετικά το επόμενο αστικό της γραμμής Σκαλάνι-Κνωσός-Λιμάνι, για έναν καφέ με την παρέα στο κέντρο. Ξαφνικά, μπροστά του, σε έναν δρόμο με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, σταματά ένα πολυτελές, μαύρο, διθέσιο Mercendes, με φιμέ τζάμια. Έχει σταθμεύσει με τέτοιον τρόπο που καταλαμβάνει τη δεξιά λωρίδα, αλλά και τμήμα της αριστερής, τόσο που να δυσχεραίνει τη διέλευση των επερχόμενων, οι οποίοι αναγκαστικά επιβραδύνουν. Η πόρτα ανοίγει κι από τη θέση του οδηγού κατεβαίνει ένας γιγαντόσωμος μαυροντυμένος πέτσακας, με παλάμες σαν κουπιά, ξεκούμπωτος ως χαμηλά στο δασύτριχο στέρνο του για να φαίνεται η ολόχρυση καδένα κι ο ευμεγέθης -φαινομενικά αρκετών καρατίων- Εσταυρωμένος, με μουστάκι που οι δύο απολήξεις του είναι μαεστρικά στριφογυρισμένες προς τον ουρανό και με κοιλιά ξέχειλη, που καλύπτει πιεστικά μια αγνώστου κράματος αγκράφα. Πλησιάζει τον νεαρό με αργό, δύσθυμο, δήθεν πολλά κιλά αντρίκιο, βήμα, κοντοστέκεται στα δύο μέτρα από τον -οσονούπω- συνομιλητή του και, με στεντόρεια φωνή και βαριά κρητική προφορά, λέει: «Μρε συ, ποιάνε 'φημερεύονε;». Ο νεαρός, τώρα χλωμός, εκπλήσσεται προσωρινά, μέχρι να αντιληφθεί ότι πίσω του βρίσκεται ένα κλειστό, λόγω ημέρας, φαρμακείο. «Δεν γνωρίζω, δυστυχώς», ψελλίζει προς τον θηριώδη άνδρα κι αρχίζει να ζώνεται με φόβο για την απόκριση: «Μρε συ, μρε. Δεν γράφει εκειά τα φαρμακχεία;». «Ναι, τα γράφει», επιβεβαιώνει ο νεαρός, αφού βεβαιώνεται ο ίδιος γυρίζοντας τον κορμό του ξανά προς την πρόσοψη της εισόδου του φαρμακείου. «Εδώ είναι το χαρτί που κόλλησαν», συμπληρώνει και κατευθύνει το δάχτυλό του κυκλώνοντας νοητά ένα συγκεκριμένο σημείο του τζαμιού πίσω από τους σκουριασμένους ρόμβους που συνθέτουν το σιδερένιο στόρι. «Διάβασέ μου, μρε, ποιο εφημερεύει», λέει ο μεσήλικας πέτσακας με διατακτικό ύφος, τώρα πια συνοφρυωμένος. «Δεν ξέρω ποιο ακριβώς μπορεί να σας εξυπηρετεί», λέει, τώρα κάθιδρος, ο νεαρός, που αδυνατεί να χωνέψει τον διάλογο όπως αυτός διαμορφώνεται. «Ούρρρα», λέει ο πέτσακας, φανερώνοντας έτσι την καταγωγή από χωριό της πάνω ρίζας του Ψηλορείτη, όπου το λάμδα προφέρεται ως ένα μακρόσυρτο ρο. «Είναι πολλά, θα προσπαθήσω να βρω το κοντινότερο», βεβαιώνει με καλά κρυμμένη αβεβαιότητα ο νεαρός, αφού δεν έχει μάθει απέξω κι ανακατωτά την πόλη, όντας ξωμερίτης φοιτητής μόλις στα πρώτα εξάμηνα. Μ' ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στα χείλη, που δεν οφείλεται στο ρίγος από το υδαρκοκτέιλ ιδρώτα κι ατμοσφαιρικής υγρασίας, η οποία στην Κρήτη σε διαπερνά σαν ομαδικός τυφεκισμός με διατρητικές σφαίρες, και με κίνδυνο να αποκαλυφθεί η άγνοια σαφών οδηγιών προς την ακριβή τοποθεσία, ο νεαρός τού λέει μία οδό κι έναν αριθμό από ένα τυχαίο εφημερεύον φαρμακείο περίπου στο μέσον της επίμαχης λίστας. Χωρίς «ευχαριστώ», χωρίς καν ένα νεύμα επιδοκιμασίας, ο γιγαντόσωμος Κρητικός έσιαξε μηχανικά με τα ακροδάχτυλα τη δεξιά πλευρά του δερμάτινου, γύρισε την πλάτη, επέστρεψε με το ίδιο κακόθυμο, βασανιστικά μάτσο, βάδισμα στο μπάκετ κάθισμα του οδηγού της πανάκριβης Mercedes και με μια απότομη επιτάχυνση κατηφόρισε την Κνωσού, αποδεσμεύοντας την κυκλοφορία. Με την ποθητή έκβαση, ο λαχταρισμένος φοιτητής εξέπνευσε έναν ηχηρό αναστεναγμό κι έμεινε ν' αναστοχάζεται τον διάλογο που είχε μόλις τελειώσει. Τον βασάνιζαν, όμως, για αρκετή ώρα τα ερωτήματα που είχαν αναδυθεί από τη σύντομη στιχομυθία. Γιατί δεν πήγε μόνος του στη βιτρίνα του φαρμακείου να δει στο αναρτημένο χαρτί τις εφημερίες; Γιατί ζητούσε επιτακτικά να το κάνει άλλος για λογαριασμό του; Γιατί δεν ήρθε κοντά, γιατί δεν ανέβηκε καν στο πεζοδρόμιο, παρά έμεινε σε μία ακατανόητη απόσταση ασφαλείας, μπροστά από το αυτοκίνητό του, σα να μην ήθελε να εκτεθεί σε κάποιον αόρατο κίνδυνο; Και τότε, μετά από διαδοχικά ριπλέι της μοιραίας συνάντησης στο μυαλό του, του ήρθε, σαν σε έναν σύγχρονο Αρχιμήδη, η επιφοίτηση: δεν ήξερε να διαβάζει. Αλλά αυτό γέννησε το πιο κρίσιμο ερώτημα, έναν αυτοματοποιημένο προβληματισμό: πώς γίνεται να 'χεις και να διαφημίζεις τέτοιον πλούτο, δίχως να γνωρίζεις καν ανάγνωση;

Σασμός με την ανομία
Τα παραπάνω βιώματα είναι ανυπόληπτα σταγονίδια στον πάτο του ωκεανού των συμβάντων που μπορεί να διηγηθεί κάποιος που έζησε αυτήν την Κρήτη σε κάποιον που δεν έζησε αυτήν την Κρήτη και γνωρίζει μόνον την Κρήτη της παραθέρισης, της ρέμβης, της φιλοξενίας και του εβίβα, του «κάτσε να πιούμε κούπες, να σε φιλέψω μια ολιά ρακή, ντάκους κι ολίγ' απάκι». Αλλά είναι ενδεικτικά για να σπονδυλοδέσεις έναν βασικό άξονα συζήτησης για τη ζοφερή πλευρά του υπέροχου νησιού: το φονικό νταηλίκι, τον ασύμβατο πλούτο, την παράδοση της παρανομίας, την αμορφωσιά και την ακοινωνησία, την αρρωστημένη πλευρά της αρρενωπότητας, την τοξική διάσταση της μαγκιάς και την οπλισμένη, με κουμπούρι το ασυνάρτητο μίσος, λεβεντοσύνη. Μίας σκοτεινής πλευράς που δεν περιορίζεται, όπως κακώς πιστεύεται, στον Μυλοπόταμο, στα χωριά του Ψηλορείτη και των Λευκών Ορέων, κατηφορίζοντας τα σαββατόβραδα από κει για τα μεγάλα κέντρα.
Υπάρχει και η εκσυγχρονισμένη, η καγκούρικη εκδοχή των πετσαράδων, που... δραστηριοποιείται στις πόλεις. Οι λεγόμενοι σβούροι, οι αγέλες που βγαίνουν παγανιά με τα φτιαγμένα και θορυβώδη μηχανάκια-σκοτώστρες. Σ' αυτούς έχει... μεταλαμπαδευτεί κάποιο μικρό μόνο κεφάλαιο από τη σκουριασμένη δανειστική βιβλιοθήκη της ορεσίβιας τοξικής παράδοσης, που επιτάσσει ένα κακοφορισμένο update για το πώς πρέπει να είναι το σύγχρονο κοπέλι -ο Μανωλιός κι ο Σηφαλιός του 21ου αιώνα. Έχουν κι αυτοί εμποτιστεί με ένα δηλητηριώδες παράγωγο της αντροσύνης κι άμα τύχει και τους κοιτάξεις (χωρίς καν το στραβό- ως πρώτο συνθετικό) ή, απλώς, δεν γεμίζεις το μάτι τους ή, τέλος πάντων, τους πετύχεις σε κακή μέρα, μπορούν να σε στείλουν σε ΜΕΘ· όπως έναν φοιτητή πριν από χρόνια στο Ηράκλειο που τόλμησε να ρωτήσει «γιατί ρε παιδιά» όταν αμέριμνος σε κεντρική πλατεία δέχθηκε ένα πατημένο αλουμινένιο κουτάκι αναψυκτικού στο σώμα.

Πολιτισμένα σκάγια
Βορίζια, Ζωνιανά, Λιβάδια, Ανώγεια, Σφακιά, Ζαρός κι άλλα πόσα χωριά και κεφαλοχώρια, στάνες εκτροφής μίας ξεψυχισμένης λεβεντοσύνης, που, υπό τον μανδύα ενός εθιμικού δικαίου και με τη διαστροφή της φοβικής σιγής της ομερτά, στιγματίζουν και διασύρουν ένα ολόκληρο νησί και την ήμερη, φιλόξενη και φιλόδοξη, πολιτισμένη και καλοκαρδισμένη, δουλευταράδικη και δοτική, ευγενή κι ευγενική, συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού του. Πώς μπορεί αυτός ο τόπος που τράνεψε πολιτισμούς και γέννησε τον Θεοτοκόπουλο, τον Κορνάρο, τον Καζαντζάκη, τον Ξυλούρη, τον Ψαραντώνη κι άλλους πλείστους, που έχει ανοίξει, επιδεικνύει και μοιράζεται κάθε καλοκαίρι το σεντούκι με τους θησαυρούς του μ' όλους τους πολίτες του κόσμου, να εγκλωβίζεται στην αυτοκτονική εσωστρέφεια μία παράδοσης που οφείλει ή διατάσσεται να χύνει αίμα, όχι μόνον αλλωνών, αλλά εμμέσως και συγγενών;

Δολοφονικό παιγνίδι
«Οικογενειακά» (έτσι προτιμούν να αποκαλούν εκεί τις βεντέτες), ζωοκλοπές, ληστείες, απαγωγές, κόκα, χασισοφυτείες, εμπόριο όπλων, βόμβες, τυφλή βία. Ρατσιστικές (σε τουρίστες) κι ομοφοβικές (σε φοιτητές) επιθέσεις, σκοποβολή σε πινακίδες ήδη μπαλοτοκοπημένες γυρνώντας από πιώμα και κωλόμπαρα, αμούστακα 13χρονα εκτός τάξης και πίσω από τιμόνια θηριωδών αγροτικών με φιμέ τζάμια, μαχαίρια -ακόμα και πιστόλια- στα σχολεία, αχρείαστες κι ανώφελες μπαλοθιές που ματώνουν γλέντια. Όταν πυροβολούν με σφαίρες εκεί το λένε «τις παίζω», αυτόν που σκοπεύει καλά με ένα όπλο τον λένε «παιγνιστή». Η ετυμολογική ρίζα είναι το παιγνίδι. Έτσι μεγαλώνουν, θεωρώντας ότι είναι ένα παιγνίδι. Μέχρι να «ανοίξουν οικογενειακά», οπότε τότε το παιγνίδι σοβαρεύει.

Μήτρα θανάτου
«Θα σταματήσετε εδώ αυτόν τον παράλογο κύκλο του αίματος;», ρωτά στο τηλέφωνο η δημοσιογράφος μία γυναίκα συγγενή θύματος της φονικής συμπλοκής στα Βορίζια. «Όι» (δηλ. Όχι, στην κρητική διάλεκτο), ακούγεται αυτόματα από το βάθος, στην άλλη γραμμή, μια μπάσα ανδρική φωνή. Σπεύδει η συντευξιαζόμενη να διορθώσει: «Ναι!», και ταυτόχρονα της ξεφεύγει ένα επιφώνημα νουθεσίας προς την ανδρική φωνή που ενστικτωδώς απάντησε -«όι εδά». Έξω από την κηδεία του ενός θύματος, στο προαύλιο της εκκλησίας όπου μόλις τελέστηκε η ακολουθία, η σύζυγος, μεταξύ οδυρμών, γόων και κοπετών, καταριέται και βρίζει: «Σκυλιά, κρύφτε τα κοπέλια σας, σκυλιά, γ... τον Χριστό σας». Έξω από την εκκλησία όπου μόλις διάβασαν τον νεκρό της σύζυγο, μία μάνα πέντε παιδιών· όλα αγόρια. Κι όμως. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτές οι κοινωνίες, σε αντίθεση με εκείνες της υπόλοιπης επαρχιακής Ελλάδας, δεν είναι πατριαρχικές, είναι μητριαρχικές. Στη μάνα κάθονται σούζα οι γιοι, αυτή αποφασίζει, αναλαμβάνοντας τυραννικά το καπετανιλίκι, αν θα τους ποτίσει με το μίσος της εκδίκησης, αν και πότε θα «τις παίξουν», αν θα «συνεχιστούν τα οικογενειακά» ή αν, σπανιότερα, θα επιδιωχθεί σασμός, δηλαδή αν θα διαμεσολαβήσουν οι μεσίτες -οι ειρηνοποιοί που επιχειρούν για την καταλλαγή-, ή, ακόμα σπανιότερα, μισεμός, δηλαδή αν θα αναχωρήσουν από το χωριό για κάποια πόλη προκειμένου να κοπάσει η καταιγίδα.
Μαγκιά ή αγκαλιά
Μαγκιά δεν είναι να πιάνεις τη μπερέτα για να συνεχίσεις τη βεντέτα. Μαγκιά δεν είναι να εμβολίζεις αυτοκίνητο με τουρίστες για μία προσπέραση. Μαγκιά δεν είναι να σφάζεις έναν φοιτητή επειδή του έπεσε κατά λάθος η γυρόπιτα πάνω σου. Μαγκιά δεν είναι να κάνεις σώνει και ντε φυλακή για να καυχιέσαι ότι πήρες το βάπτισμα του κατάδικου. Μαγκιά δεν είναι να κλέβεις τη γίδα του ανίσχυρου σογιού. Μαγκιά δεν είναι να στέλνεις στη ΜΕΘ έναν ομοφυλόφιλο που δεν σε προκάλεσε. Μαγκιά δεν είναι αφήνεις ανάπηρο κάποιον χτυπώντας τον ομαδικά με κατσούνες. Μαγκιά δεν είναι να σκοτώνεις φίλαθλο του Εθνικού σε αδιάφορο αγώνα Γ' εθνκής κατηγορίας. Μαγκιά δεν είναι παίρνεις επιδότηση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ για βοσκοτόπια στη λίμνη Κάρλα ή για να σπέρνεις χασίσι. Μαγκιά δεν είναι να στήνεις ενέδρα για να τις παίζεις στους μπάτσους. Μαγκιά δεν είναι να κρύβεις αντιαρματικό και να πουλάς όπλα. Μαγκιά δεν είναι προσβάλλεις, να τραμπουκίζεις και να κακοποιείς γυναίκες. Μαγκιά δεν είναι να σκαρφίζεσαι αιμοσταγείς μαντινάδες. Μαγκιά δεν είναι να κορνιζάρεις στους τοίχους του σπιτιού σου το ένταλμα σύλληψης ή το αποφυλακιστήριο. Μαγκιά δεν είναι να ζεις καταφρονεμένος στον νόμο της σιωπής, στην απομόνωση, οπισθοδρομημένος, αλλοπαρμένος στην κομπορρημοσύνη του κουμπουριού, εγκλωβισμένος σ' ένα εγωπαθές σύνδρομο και μια εγωτική αυταρέσκεια, εθελοντικά σιδηροδέσμιος σ' έναν δυσκατάληπτο, παρωχημένο αξιακό κώδικα που κείτεται νεκρός, λαβωμένος απ' τις ίδιες του τις σφαίρες.

Μαγκιά δεν είναι να 'σαι πέτσακας, σβούρος και Κρητίκαρος, άτιμος κακέκτυπος του Κρητικού.
Μαγκιά είναι να 'σαι άνθρωπος· αυτός του Καζαντζάκη, «ένας άνθρωπος ζεστός» και «λέφτερος» από την αγκύλωση στην παραδοσιοκρατία, κι αυτός του Σολωμού, ένας άνθρωπος που «χαμογελά γλυκά στον πόνο της ψυχής», που δεν τον φαρμακώνει ο καημός και το κασαβέτι, αλλά τα αγκαλιάζει, τα κάνει χτήμα του.
«Οι κουζουλοί που την κάνουν αθάνατη». Αυτή είναι η μαγκιά τση Κρήτης.
Μπιστόλι κάνε την ψυχή και την αγάπη σφαίρα,
στον κρόταφό σου παίξτηνα και θάψε τη μαχαίρα