Skip to main content

Οι μικροαστοί, ο κυρ-Παντελής και γιατί τα πολιτικά κόμματα υπερασπίζονται τη φοροδιαφυγή

Γιατί είναι καθοριστικής σημασίας για την Ελλάδα η καταπολέμηση της πάσης φύσεως και βαθμού φοροδιαφυγής, φοροκλοπής και φοροαποφυγής

«Κολλήγα γιος του παππού μου ο παππούς /
κολλήγα γιος του παππού μου ο πατέρας /
κι ο παππούς μου κολλήγας κι αυτός. /
Και μονάχα εγώ, του πατέρα μου γιος /
έναν κλήρο είχα, λίγα στρέμματα βιός. /
Η δουλειά στα χωράφια σκληρή. /
Ντελικάτος εγώ, μα ξυπνός /
τα χωράφια χτυπάω στο σφυρί /
και στην πόλη ό,τι βγει, είμαι αστός. /
Τα λεφτά απ’ τα χωράφια μια αρχή /
ένας γάμος ως προίκα καλός /
μια χαρά πήγε το μαγαζί /
είμαι πια ένας αστός σεβαστός. /
Κολλήγα γιος του παππού μου ο παππούς /
κολλήγα γιος του παππού μου ο πατέρας /
κι ο παππούς μου κολλήγας κι αυτός. /
Και μονάχα εγώ, του πατέρα μου γιος /
είμαι πια ένας αστός /
είμαι πια καθεστώς».

Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μισό αιώνα πριν, οι συζητήσεις των προοδευτικών νέων της εποχής έφταναν συχνά να πρέπει να απαντήσουν στο δίλημμα «Ποιος συνιστά μεγαλύτερο πρόβλημα για την κοινωνία οι πλουτοκράτες ή οι μικροαστοί;». Αν και φυσιολογικά υπήρχαν διιστάμενες απόψεις, το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι την κοινωνική πρόοδο βλάπτουν περισσότερο οι μικροαστοί. Επειδή είναι πολλοί. Επειδή δύσκολα αποκαλύπτονται οι προθέσεις τους. Επειδή η νοοτροπία τους παρέμενε κατά βάσιν η ακραία ιδιώτευση, με την έννοια του προσωπικού και οικογενειακού συμφέροντος. Καθόλου τυχαία το 1973 ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Γιάννης Νεγρεπόντης γράφουν τα «Μικροαστικά», που τόσο ως δίσκος με τραγούδια όσο και ως θεατρική παράσταση γνωρίζουν μεγάλη αποδοχή. Επίσης, το 1975 ο Πάνος Τζαβέλας, που τραγουδούσε από το «Αντάρτικο λημέρι του» κάπου στην Πλάκα, έγραψε το θρυλικό τραγούδι «Ο κυρ Παντελής», που έμελλε να γίνει το πιο γνωστό του, αφού η χάρη του έφτασε μέχρι την Κίνα, μεταφρασμένο στα κινέζικα εννοείται. Τόσο οι Κηλαηδόνης – Νεγρεπόντης όσο και ο Τζαβέλας αναφέρονται στον μικροαστό. Τον «νοικοκυραίο» που προσαρμόζεται σε κάθε πραγματικότητα. Τον βολεμένο που ονειρεύεται μεγαλεία. Τον «παρτάκια» που είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα προκειμένου να μη θιχτούν τα όποια κεκτημένα του. Αυτόν για τον οποίο το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» είναι απαράβατο αξίωμα.  

Τα χρόνια πέρασαν, η νεότερη ελληνική δημοκρατία ωρίμασε και ο μικροαστός έγινε άλλοτε ως μικρομεσαίος και άλλοτε ως μικροεπαγγελματίας βασικός παράγων του κοινωνικού βίου και πρωταγωνιστής των πολιτικών εξελίξεων. Τα δεξιάς και κεντροδεξιάς αποχρώσεως κόμματα φρόντισαν να μην τον πειράξουν και τα αριστερού και κεντροαριστερού προσανατολισμού βασίστηκαν επάνω του -για την ακρίβεια του υποσχέθηκαν κάτι περισσότερο και κάτι παραπάνω- για να πάρουν και να ασκήσουν την εξουσία. Μια εικόνα που δεν είναι πουθενά πιο ξεκάθαρη από το πεδίο της φοροδιαφυγής. Μια αντικοινωνική οικονομική συμπεριφορά που μονίμως χρεώνεται αποκλειστικά στους μεγάλους ομίλους, στις πολυεθνικές εταιρείες, στους βιομηχάνους, στους εφοπλιστές και στους εν γένει πλουτοκράτες. Κάτι που δεν είναι ακριβές αφού ως γνωστόν τα 17.000 περίπτερα που υπήρχαν κάποτε στη χώρα φοροδιέφευγαν πολύ περισσότερο από πολλές βιομηχανίες, ενώ οι εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθεροι (sic) επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σήμερα στην ελληνική αγορά κλέβουν από την εφορία πολλαπλάσια απ’ ότι όλα τα σούπερ μάρκετ μαζί και ταυτοχρόνως.

Τις τελευταίες ημέρες η πασίγνωστη ιδιοτυπία της Ελλάδας εμφανίζεται στο πολιτικό σκηνικό με φόντο τη φοροδιαφυγή και την καταπολέμησή της. Παραδόξως. Διότι από τη μια έχουμε μία κεντροδεξιά κυβέρνηση που αποφασίζει να ακουμπήσει -έστω λιγάκι, έστω οριακά- το θέμα της αυταπόδεικτης εκτεταμένης και διευρυμένης φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών και από την άλλη την κεντροαριστερή και αριστερή αντιπολίτευση να μιλάει για «φοροεπιδρομή», «κεφαλικό φόρο», «στοχοποίηση», φοροπαγίδα». Παραδόξως. Επειδή (υποτίθεται ότι) η κοινωνική δικαιοσύνη αποτελεί πρώτιστο μέλημα των κομμάτων της κεντροαριστεράς και της αριστεράς, ενώ (επίσης υποτίθεται ότι) τα δεξιόστροφα κόμματα ενδιαφέρονται κυρίως για τη λειτουργία της αγοράς. Παραδόξως, αφού είναι σαφές ότι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι εξ’ ορισμού κάτι κοινωνικά δίκαιο, ενώ αντίθετα η ελεύθερη αγορά μια χαρά βολεύεται με φόντο τη… γκρίζα οικονομία. Εννοείται ότι τα 10.920 ευρώ κατώτερο ετήσιο εισόδημα που θεσπίζει ο νόμος Χατζηδάκη για τους ελεύθερους επαγγελματίες δεν λύνει το πρόβλημα της φοροδιαφυγής. Είναι, πάντως, ένα βήμα, έστω μισό. Σε κάθε περίπτωση κάτι καλύτερο από το τίποτα.

Το συμπέρασμα είναι ότι πέρα από ιδεολογίες και θεωρίες τα ελληνικά πολιτικά κόμματα εμφορούνται από μικροαστικές νοοτροπίες του τύπου «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ιδιαίτερα όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση και ανεξάρτητα από το πόσο λιγότερο ή περισσότερο αριστερά αισθάνονται. Διότι το μεν ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1990 είχε αναγνωρίσει το πρόβλημα της φοροδιαφυγής των μικρομεσαίων και είχε καθιερώσει για κάποια χρόνια τα λεγόμενα αντικειμενικά κριτήρια, που με σημερινούς όρους ήταν περίπου στο πλαίσιο του νομοσχεδίου Χατζηδάκη, που απαιτεί από τους ελεύθερους επαγγελματίες να δηλώνουν εισοδήματα ίσα με τον κατώτατο μισθό. Επίσης, στα πέντε χρόνια που κυβέρνησε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε καν σκέφτηκε να αγγίξει τα τεκμήρια διαβίωσης, που κινούνται ακριβώς στην ίδια λογική. Αντίθετα τα στελέχη του συντηρώντας τη… μυθολογία των μικρομεσαίων «εξήγησαν» τη συντριπτική τους ήττα στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου στην -πέρα για πέρα άστοχη και ατυχή, αλλά πάντως όχι καθοριστική- δήλωση Κατρούγκαλου, ότι με Τσίπρα στην εξουσία πιθανόν θα σήμαινε την επαναφορά υψηλών φορολογικών συντελεστών για τους ελεύθερους επαγγελματίες!!! Όσο για το ΚΚΕ είναι εμφανές και προφανές ότι εναγκαλίζεται τους μικροαστούς που κάποτε «έκραζε» ως γρανάζια του κατεστημένου συστήματος, ώστε να τσιμπήσει το κατιτίς του στις εθνικές εκλογές, κάτι που πέτυχε, αλλά και στις αυτοδιοικητικές εκλογές, κάτι που επίσης πέτυχε.   
   
Η ουσία του θέματος είναι ότι η καταπολέμηση της πάσης φύσεως και βαθμού φοροδιαφυγής, φοροκλοπής και φοροαποφυγή έχει για την Ελλάδα καθοριστική σημασία. Όχι μόνο επειδή η χώρα παραμένει -ας μην ξεχνιόμαστε- η πιο χρεωμένη της Ευρώπης και μία από τις πιο χρεωμένες του κόσμου. Ούτε μόνο επειδή το ελληνικό δημόσιο είναι εξαιρετικά εκτεταμένο, ενώ το κοινωνικό κράτος συγκαταλέγεται στα πιο γαλαντόμα του κόσμου. Ούτε μόνο επειδή η Ελλάδα παραμένει μια φτωχή χώρα με πλούσιους -σε σχέση με την ίδια- κατοίκους. Αλλά διότι η οικονομία της χώρας είναι κρατικοδίαιτη, αφού περίπου το ένα στα δύο ευρώ που κυκλοφορεί στην αγορά -λίγο πάνω, λίγο κάτω, μικρή σημασία έχει- προέρχεται από τον δημόσιο τομέα. Πιο απλά: το ένα στα δύο ευρώ που μπαίνει στα ταμεία ιδιωτικών επιχειρήσεων -από μια μεγάλη βιομηχανία, μέχρι το σούπερ μάρκετ και μέχρι το καθαριστήριο, το καφέ, το κομμωτήριο, το εστιατόριο και τη μπουτίκ, έχει παραχθεί από τη δραστηριότητα του κράτους, που πληρώνει εργαζομένους, συμβούλους, συνεργάτες, προμηθευτές, ενοίκια, τόκους σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια κ.λπ. κ.λπ.

Με αυτά τα δεδομένα είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως είναι δυνατόν πολιτικά κόμματα -αλλά και συνδικαλιστικές συλλογικότητες, παρά την αυτονόητη υπεράσπιση των μελών τους- να μην αναγνωρίζουν το πρόβλημα που δημιουργείται σε μια οικονομία -και σε μια κοινωνία ευρύτερα- όταν ένας κουρέας ή κομμωτής εμφανίζεται, ψευδώς, να ζει με 233 ευρώ τον μήνα, ένας ιδιοκτήτης ταξί με 286 ευρώ, ένας ιδιοκτήτης συνεργεία αυτοκινήτων με 500 ευρώ, ένας υδραυλικός με 634 ευρώ, ένας ελαιοχρωματιστής με 652 ευρώ, ένας ξυλουργός με 666 ευρώ και πάει λέγοντας. Επίσης, πώς είναι δυνατόν κομμάτια του πολιτικού και συνδικαλιστικού συστήματος να υποστηρίζουν ως κάτι φυσιολογικό ότι τουλάχιστον 200.000 ελεύθεροι επαγγελματίες -επί συνόλου περίπου 750.000- θα πρέπει να αναγνωρίζονται ως επιχειρηματίες ή επαγγελματίες της ανάγκης, οι οποίοι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μισθωτοί, δηλαδή με αφορολόγητο εισόδημα 9.000 ευρώ ετησίως!

«Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή /
έχεις κατάστημα κάπου στη γη. /
Πουλάς εμπόρευμα, βγάζεις λεφτά /
πολλά λεφτά, πολλά λεφτά. /
Τις Κυριακές πρωί στην εκκλησιά /
σταυροκοπιέσαι στην Παναγιά. /
Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή /
έχεις και σύζυγο, κόρη, παιδί /
μοντέρνα έπιπλα, έγχρωμη TV /
τρως τροφή πνευματική… /
Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή /
έντρομε, άβουλε, συ φασουλή /
βρώμισες τ’ όνειρο και την ψυχή /
άδειο πετσί χωρίς πνοή».