Skip to main content

Οι πολιτικοί σχεδιασμοί πίσω από μία εκλογή που δεν επηρεάζει σε τίποτα τη χώρα

Η επιλογή Τασούλα από τον πρωθυπουργό αποκαλύπτει κατά κάποιο τρόπο και τον πρακτικό τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και ενεργεί πολιτικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Τελικά ο αιφνιδιασμός του Κυριάκου Μητσοτάκης ως προς την πρότασή του για την Προεδρία της Δημοκρατίας ήταν μόνο ως προς τον χρόνο. Έκανε την ανακοίνωση από χθες -νωρίτερα κατά μερικές ώρες, ίσως μία ή δύο ημέρες-, ενώ μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου ο νέος ΠτΔ θα έχει εκλεγεί. Ο πρωθυπουργός αυτή τη φορά, σε αντίθεση με το 2020, προτείνει πολιτικό πρόσωπο, κάτι που ενδεχομένως να συμμερίζονται πολλοί στην Ελλάδα. Οι δύο περιπτώσεις Προέδρων της Δημοκρατίας μη πολιτικών προσώπων στη Μεταπολίτευση δεν πήγαν και τόσο καλά. Ούτε ο Χρήστος Σαρτζετάκης στη δεκαετία του 1980 ούτε η Κατερίνα Σακελλαροπούλου θα λείψουν σε πολλούς. Διότι δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από αυτά που ήξεραν ως μέλη του δικαστικού σώματος. Τήρησαν τη δεοντολογία με μία σαφώς τυπική και γραφειοκρατική διάθεση, κάτι που δεν λείπει από κανέναν στη χώρα μας.

Πολιτική, λοιπόν, επιλογή ο Κωνσταντίνος Τασούλας, αλλά ταυτόχρονα και ασφαλής επιλογή για τον πρωθυπουργό, καθώς ο σημερινός πρόεδρος της Βουλής έχει αποδείξει ότι είναι προσηλωμένος στη θεσμικότητα. Διότι οποιονδήποτε από τους υπόλοιπους που είχαν ακουστεί -ή αν θέλετε δικαιωματικά βρίσκονταν στη σχετική λίστα- κι αν επέλεγε ο κ. Μητσοτάκης, θα είχε προβλήματα πολιτικού χαρακτήρα. Και το γνώριζε. Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί της κυβερνητικής παράταξης, οι κύριοι Σαμαράς και Καραμανλής, παρεμβαίνουν συχνά χωρίς καν να έχουν κάποια θεσμική ιδιότητα, ενώ και οι δύο έχουν αποδείξει ότι η πολιτική Μητσοτάκη σε ορισμένους τομείς δεν είναι της… αρεσκείας τους. Είναι δυνατόν ένας πρωθυπουργός να επιλέξει έναν πρόεδρο που συχνά θα αισθάνεται ως πολιτικός αντίπαλος και πιθανόν να το δείχνει -για παράδειγμα- στα εθνικά θέματα;

Τα ίδια πάνω κάτω ισχύουν και για τον Ευάγγελο Βενιζέλο, το ταμπεραμέντο του οποίου είναι έντονο. Μάλλον δεν υπάρχει κανείς σε αυτή τη χώρα που να μη θεωρεί σίγουρο ότι ο κ. Βενιζέλος εάν γινόταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα μιλούσε πολύ, θα μιλούσε δυνατά και δεν θα δίσταζε να αντιταχθεί σε κυβερνητικές επιλογές. Ως συνταγματολόγος, ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης θα έβρισκε τον τρόπο. Ποιος, λοιπόν, πρωθυπουργός θα ήθελε μια τέτοια κατάσταση; Με το ίδιο πάνω κάτω σκεπτικό ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε το 1985 και τις αρμοδιότητες του ΠτΔ να περιορίσει στο ελάχιστο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να παραμερίσει.

Η συγκατοίκηση δύο ισχυρών πολιτικών προσωπικοτήτων στην κορυφή της ιεραρχίας της χώρας έχει πιθανόν ενδιαφέρον για τους πολίτες και για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Διότι χωρίς αμφιβολία με αυτήν τη διάταξη το πολιτικό παιχνίδι θα έχει εναλλαγές και κορυφώσεις, άρα θα είναι γοητευτικό να το παρακολουθεί κανείς. Για τον πρωθυπουργό, όμως -τον σημερινό ή κάποιον άλλο-, που μόνο να χάσει θα έχει σε μια τέτοια περίπτωση, πρόκειται για απευκταίο σενάριο. Το οποίο ο Κ. Μητσοτάκης το απέφυγε, επειδή λόγω της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με 151 ψήφους μπορούσε να το αποφύγει.

Η επιλογή Τασούλα από τον σημερινό πρωθυπουργό αποκαλύπτει κατά κάποιον τρόπο και τον πρακτικό τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και ενεργεί πολιτικά ο Κ. Μητσοτάκης. Ο βουλευτής Ηπείρου και σημερινός πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος ξεκίνησε την πολιτική του πορεία δίπλα στον Ευάγγελο Αβέρωφ, δεν ανήκει στο λεγόμενο Μητσοτακικό στρατόπεδο της Νέας Δημοκρατίας, δεν είναι αυτό που θα λέγαμε νεοφιλελεύθερος, ούτε κατά διάνοια. Ο Κ. Μητσοτάκης, λοιπόν, που ηγείται ενός πολυσυλλεκτικού κόμματος, τμήματα του οποίου αρνούνται να του αναγνωρίσουν ακόμη και ότι το διατηρεί στην εξουσία επί έξι χρόνια, γνωρίζει ότι στην Ελλάδα -και πολύ περισσότερο στην πολιτική- δεν ισχύει το αμερικάνικο ρητό «ο νικητής τα παίρνει όλα». Γι’ αυτό και όσο αντέχει μοιράζει παιχνίδι στις εσωκομματικές τάσεις. Κυρίως ανώδυνα αξιώματα κύρους, ώστε στα κρίσιμα θέματα της διακυβέρνησης της χώρας οι επιλογές να είναι δικές του. Από αυτές, άλλωστε, τις επιλογές και τα αποτελέσματά τους, πιστεύει ότι θα κριθούν οι επόμενες εκλογές. Όχι από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ούτε από τον Πρόεδρο της Βουλής, θέση την οποία αναμένεται να καταλάβει προς αντικατάσταση του Κ. Τασούλα ο Νικήτας Κακλαμάνης, που είναι φίλος -και παλαιότερα συνοδοιπόρος- του Αντώνη Σαμαρά.   

Οι πολιτικοί αναλυτές, οι οποίοι υποτίθεται ότι καταλαβαίνουν περισσότερα από τους απλούς πολίτες, συμφωνούν σε γενικές γραμμές ότι τόσο η πολύμηνη φιλολογία για την Προεδρία της Δημοκρατίας όσο και η επιλογή Τασούλα δεν λειτούργησαν καλά σε επικοινωνιακό επίπεδο για τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Ο μεγάλος ηττημένος, όμως, όσων συνέβησαν τις τελευταίες εβδομάδες είναι αναμφίβολα το ΠΑΣΟΚ, που μέχρι τελευταία στιγμή πίστευε ότι θα προταθεί από την κυβέρνηση ο Ευάγγελος Βενιζέλος ή κάποιο άλλο πρόσωπο της κεντροαριστεράς, ώστε να το ψηφίσει με άνεση (αν υποθέσουμε, βέβαια, ότι ο κ. Νίκος Ανδρουλάκης ήθελε στα σοβαρά τον Ευάγγελο Βενιζέλο σε μια υψηλού κύρους θέση στη χώρα!). Κάτι που δεν έγινε και τώρα το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης είναι υποχρεωμένο να ονοματίσει υποψήφιο, ο οποίος εκ των πραγμάτων στις ψηφοφορίες της Βουλής θα τεθεί απέναντι στην πρώην δική του υπουργό Λούκα Κατσέλη, την οποία προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Κάτι που σημαίνει πως εάν στην πρόταση Φάμελλου συμφωνήσει η Νέα Αριστερά του κ. Χαρίτση, ο οποίος χαρακτήρισε την επιλογή «αξιοπρεπή», η κ. Κατσέλη θα πάρει περισσότερους ψήφους από το πρόσωπο που θα υποδείξει ο κ. Ανδρουλάκης, με ό,τι σημαίνει αυτό σε συμβολικό επίπεδο. Πάντως, ειδικά για την Προεδρία της Δημοκρατίας, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί εύκολα να γκρινιάζει για την επιλογή οποιουδήποτε προσώπου, καθώς με δική του πρωτοβουλία το 1985, όταν και είχε με το μέρος του τη δύναμη των αριθμών για να αλλάξει συνταγματικές ρυθμίσεις, αφαιρέθηκαν όλες οι ουσιαστικές αρμοδιότητες από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και κατοχυρώθηκαν στον εκάστοτε πρωθυπουργό, που τότε ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου και σήμερα είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.