Skip to main content

Οι τρεις δήμοι και τα πολλά γρανάζια της γραφειοκρατίας για τον φορέα διαχείρισης του Σέιχ Σου

Η ελληνική γραφειοκρατία είναι ανίκητη ή περίπου και εξυπηρετεί δύο ευδιάκριτους στόχους

Τρεις δήμοι του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός δήμος, ο δήμος Πυλαίας Χορτιάτη και ο δήμος Νεαπόλεως Συκεών, αποφάσισαν να συστήσουν φορέα διαχείρισης του περιαστικού δάσους της Θεσσαλονίκης, δηλαδή του Σέιχ Σου, το οποίο βρίσκεται στα διοικητικά τους όρια. Μία δομή που θα φροντίζει για τα προβλήματα του δάσους, θα αναλάβει την περιφρούρησή του την καλοκαιρινή περίοδο για να προλάβει τις πυρκαγιές, αλλά κυρίως θα προσπαθήσει να το… ζωντανέψει, ώστε οι Θεσσαλονικείς, που το έχουν μάλλον ξεχάσει, να το ανακαλύψουν ξανά. Να το επισκέπτονται, να το χαίρονται, να μαθαίνουν από αυτό.

Κάπου εδώ τελειώνουν τα ωραία, διότι το παραμύθι, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα παραμύθια στην Ελλάδα, έχει… δράκο. Η υλοποίηση του εγχειρήματος περνάει από γραφειοκρατικές συμπληγάδες, που η περιγραφή τους και μόνο είναι ικανή να εξουθενώσει και τον πιο υπομονετικό άνθρωπο.

Κατ’ αρχάς η νομική μορφή –θα είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου- σημαίνει ότι όλες του οι κινήσεις θα υπακούν στους κανόνες του Δημοσίου. Από τις προσλήψεις προσωπικού και τις εργασιακές σχέσεις, μέχρι τις προμήθειες και τον προγραμματισμό των εργασιών. Με ό,τι σημαίνει το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, που όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει. Αλλά μάλλον βιαζόμαστε. Μέχρι να φτάσουμε να συζητάμε προβλήματα λειτουργίας ο δρόμος είναι μεγάλος και ανηφορικός.

Για να συσταθεί ο συγκεκριμένος φορέας απαιτούνται αρκετοί μήνες, που φυσικά γίνονται περισσότεροι για να φτάσουμε στην παραγωγή κάποιου έργου. Πρώτα πρέπει να πάρουν αποφάσεις τα δημοτικά συμβούλια, μετά να γίνει το καταστατικό, ύστερα να υποβληθεί για έγκριση –φανταζόμαστε στην αποκεντρωμένη Περιφέρεια, στην… κανονική Περιφέρεια, στο υπουργείο Εσωτερικών ή όπου αλλού τέλος πάντων- και κάποια στιγμή να υπάρξει δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αφού γίνουν αυτά ο νέος φορέας θα αρχίσει να οργανώνεται, ενδεχομένως αναλαμβάνοντας κάποια από τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που σήμερα είναι διάσπαρτα μεταξύ δασαρχείου, υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αλλά και των τριών δήμων, κάτι που θα απαιτήσει νέες αποφάσεις, νέες εγκρίσεις, νέες σφραγίδες, νέα χαρτούρα. Φανταστείτε ότι το θέμα αφορά τρεις δήμους της ευρύτερης Θεσσαλονίκης, που θέλουν να συνεργαστούν για να φροντίσουν το Σέιχ Σου. Συνεργασία δημοσίων φορέων μεταξύ τους. Τίποτε το πολύπλοκο. Κάτι που μάλλον θα έπρεπε να έχει γίνει πριν από χρόνια. Κι όμως χρειάζονται μήνες, σφραγίδες, υπογραφές, αποφάσεις, δημοσιεύσεις. Στο τέλος θα προκύψει μία στίβα από δημόσια έγγραφα, τα οποία θα καταχωνιαστούν –για να ξεχαστούν- σε έναν φάκελο, ένα συρτάρι, μία ντουλάπα, άντε και σ’ έναν ηλεκτρονικό φάκελο, σε κάποιο σκληρό δίσκο.

Όταν τρεις δήμοι θέλουν τόσες αποφάσεις, τόσες σφραγίδες, τόσες υπογραφές και τόσες δημοσιεύσεις για να συμπράξουν, ο καθένας φαντάζεται τι θα γίνει σε μια συνεργασία, στην οποία ενδεχομένως θα εμπλέκονται φορείς του δημοσίου τομέα και της αυτοδιοίκησης από τη μια και του ιδιωτικού τομέα –πρόσωπα και επιχειρήσεις- από την άλλη.    
   
Η ελληνική γραφειοκρατία είναι ανίκητη ή περίπου. Ό,τι και να λέει ο Κυριάκος Πιερακάκης, ο οποίος με σύμμαχο τον κορωνοϊό βοήθησε στην ψηφιοποίηση των διαδικασιών του δημοσίου, ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς. Επειδή το κυρίως ζητούμενο είναι η παρέμβαση στον πυρήνα των διαδικασιών και όχι μόνο στη διεκπεραίωσή τους. Αλλά κι επειδή πρόκειται για δύσκολο δρόμο με πολιτικά χαρακτηριστικά και νομικίστικους λαβύρινθους. Διότι άλλο είναι να ψηφιοποιείς τα δεδομένα και άλλο να απλουστεύεις επί της ουσίας τις διαδικασίες, ώστε να μη χρειάζεσαι τόσα δεδομένα. Να κόβεις βήματα, να αφαιρείς δικαιολογητικά, να ακυρώνεις υπογραφές. Διότι η γραφειοκρατία στην Ελλάδα εξυπηρετεί δύο ευδιάκριτους στόχους: Κατ’ αρχήν στον λαβύρινθό της χάνονται οι ευθύνες. Όσο περισσότεροι παράγοντες παρεμβαίνουν, τόσο οι διαδικασίες διαχέονται στην ομίχλη και μαζί τους εξαφανίζονται οι υπεύθυνοι. Επίσης, τις γραφειοκρατικές διαδικασίες δρομολογούν, υπηρετούν και εξυπηρετούν άνθρωποι, οι οποίοι αμείβονται. Βγάζουν το ψωμί τους. Ενίοτε το παντεσπάνι τους. Άρα ο περιορισμός των διαδικασιών σημαίνει λιγότερα μεροκάματα.

Όπως ο καθένας αντιλαμβάνεται πρόκειται για δύο πολιτικά θέματα, τα οποία όποιος αποφασίσει να διευθετήσει με στόχο τον εξορθολογισμό και την απλοποίησή τους, δηλαδή όποιος αρμόδιος αποφασίσει να… παλέψει με το τέρας μιας νοοτροπίας δεκαετιών, θα πρέπει να ξεχάσει την καριέρα του. Να το κάνει –αν τα καταφέρει- και να εξαφανιστεί από τον δημόσιο βίο. Πριν τον εξαφανίσουν άλλοι. Αρκεί να θυμηθούμε ότι τα τελευταία 30 χρόνια στην Ελλάδα υπήρξαν δύο κορυφαίες παρεμβάσεις για την πάταξη της γραφειοκρατίας, χωρίς οι πολιτικοί υπεύθυνοι γι’ αυτό να πάρουν κάποιο… βραβείο. Το 1994 ο Αναστάσιος Πεπονής ίδρυσε το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) για να διασφαλίσει διαφάνεια και αξιοκρατία στην πρόσληψη των δημοσίων υπαλλήλων –και το ρουσφέτι μέσα σε γραφειοκρατικό περιβάλλον ανθίζει. Το 2002 ο Σταύρος Μπένος δημιούργησε τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, προκειμένου οι πολίτες να εξυπηρετούνται από ένα σημείο για όλες τις συναλλαγές τους με το Δημόσιο. Καινοτόμες –στα όρια του επαναστατικού- και απόλυτα λογικές πρωτοβουλίες για μια χώρα και μια κοινωνία, που είχε μάθει διαφορετικά. Γι’ αυτό και για τα δύο υπήρξε σε πρώτη φάση λυσσαλέα συντεχνιακή αντίδραση, που ξεπεράστηκε εκ των πραγμάτων από την ίδια τη ζωή, επειδή αφορούσαν ώριμα –μάλλον παραωριμασμένα- αιτήματα της κοινωνίας. Και το ΑΣΕΠ και τα ΚΕΠ εξακολουθούν να υπάρχουν. Αλλά όπως μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας το μεν ΑΣΕΠ συχνά παρακάμπτεται, ίσως επειδή κάποιοι δεν φρόντισαν να εξελιχθεί ώστε, να επιταχυνθούν οι διαδικασίες του και να μη χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν, τα δε ΚΕΠ μαραζώνουν, αφού κανείς δεν φρόντισε για την εξέλιξή τους. Ίσως πάλι, επειδή τα ψηφιακά συστήματα που ο καθένας χειρίζεται από το σπίτι ή από το κινητό του κάνουν ευκολότερη τη δουλειά.

Οι κύκλοι όπως ανοίγουν, έτσι φυσιολογικά κάπως κλείνουν. Το μόνο που επιβιώνει είναι η γραφειοκρατία, που είτε με χαρτί και μολύβι –αλλά και… μπλάνκο όπως είδαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό Λάρισας-, είτε με ηλεκτρονικές εγγραφές και διαγραφές παραμένει κραταιά, περιμένοντας τον επόμενο… Μονομάχο. Εάν και όποτε εμφανιστεί…

Διότι το ψηφιακό κράτος για το οποίο είναι υπερήφανος ο Κυριάκος Πιερακάκης –κατανοητό από μέρους του- ψηφιοποίησε τα έγγραφα, αλλά η παρέμβασή του στον πυρήνα των διαδικασιών είναι μικρή, περιορισμένη.