Το βασικό διακύβευμα των διπλών εκλογών της περιόδου Μαΐου - Ιουνίου, που ανέδειξαν κυρίαρχο της πολιτικής σκηνής τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ήταν η σταθερότητα ή η μπαχαλοποίηση της χώρας, μέσω του πολυκερματισμού του πολιτικού συστήματος. Μόλις δύο μήνες μετά -και μάλιστα δύο καλοκαιρινούς μήνες- η αγωνία της κοινωνίας έχει μετεξελιχθεί. Μέσα από τις στάχτες στη Ρόδο, στην Αττική, στον Έβρο και τις πλημμύρες στη Μαγνησία και την υπόλοιπη Θεσσαλία, αναδύεται μια Ελλάδα τραυματισμένη, μπαταρισμένη, αδύναμη να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Ανεπαρκής να συντονιστεί με τις εξελίξεις. Διότι πώς θα προστατεύσει το περιβάλλον και πώς θα περάσει το κατώφλι της ψηφιακής εποχής μία χώρα, που αποδεδειγμένα δεν διαθέτει τις κατάλληλες υποδομές για να ανταποκριθεί στη φυσική της επιβίωση;
Όπως ακριβώς ένας πεινασμένος άνθρωπος που αναζητά ένα κομμάτι ψωμί για να εξακολουθεί να στέκεται στα πόδια του και κάθε κουβέντα για κλασική μουσική του είναι αδιάφορη πολυτέλεια, έτσι και μια Ελλάδα που σε διάστημα λίγων ημερών πρώτα καίγεται, μετά πνίγεται και στο τέλος την παίρνει και τη σηκώνει ο Βαρδάρης και οι άλλοι ορμητικοί άνεμοι, είναι δύσκολο να ενδιαφερθεί στα σοβαρά με την οικονομική, κοινωνική και τεχνολογική της ανάπτυξη.
Μετά τη φωτιά στον Έβρο, τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, και τις πλημμύρες στον Βόλο, την Καρδίτσα και την υπόλοιπη Θεσσαλία, τις εκτενέστερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και δεκαετίες, είναι σαφές ότι οι προτεραιότητες αλλάζουν. Τουλάχιστον έτσι πρέπει να γίνει, ακόμη κι αν για κάποιους -ή για πολλούς- αυτή η αλλαγή σηματοδοτεί οπισθοδρόμηση. Η χώρα οφείλει να… επανιδρυθεί και να αποκτήσει έναν λειτουργικό και οργανωμένο δημόσιο τομέα. Κάτι που πιθανότατα δεν θα συμβεί ποτέ διότι τα πολλά τελευταία χρόνια στην Ελλάδα κανείς δεν… σπάει αβγά και η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι όλοι λίγο πολύ σπρώχνουν τα πράγματα παρακάτω για να περάσει ο καιρός. Είτε πρόκειται για πολιτικό, είτε για φυσικό χρόνο.
Οι τρεις βεβαιότητες
Επί του πρακτέου οι μόνες βεβαιότητες που αναδύονται στην επιφάνεια είναι οι ακόλουθες τρεις:
Πρώτον, η Ελλάδα χρειάζεται κατά προτεραιότητα ένα ευρύ σχέδιο επέκτασης και εκσυγχρονισμού των βασικών της υποδομών. Κι αν μετά από 35 χρόνια κοινοτικών χρηματοδοτήσεων ο κύκλος μεγάλων των αυτοκινητοδρόμων -με τελευταίο τον βόρειο άξονα της Κρήτης- έχει κλείσει, υπάρχουν οι τομείς της ύδρευσης, της αποχέτευσης, των αγροτικών αρδεύσεων, του ηλεκτρικού ρεύματος και του περιφερειακού οδικού δικτύου, στους οποίους η κατάσταση σε πολλά σημεία της χώρας είναι οριακή. Βασική αιτία γι’ αυτό είναι η έλλειψη συστηματικής επίβλεψης και συντήρησης, στοιχεία που αν προστεθούν στις αποδεδειγμένες κακοτεχνίες το μείγμα γίνεται εκρηκτικό. Γι’ αυτό άλλωστε στη χώρα μας δεν χρειάζεται να γίνει κατακλυσμός για να υπάρξουν πλημμύρες, όπως συχνά συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη, ούτε καύσωνας διαρκείας για να έχουμε διακοπή ρεύματος και υδροδότησης, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια στις τουριστικές περιοχές. Μόνο που η ταλαιπωρία επιχειρήσεων, επαγγελματιών και απλών ανθρώπων από πολλές μικροδιακοπές στο ρεύμα και στο νερό περνάει στα ψιλά. Θεωρείται περίπου καθημερινότητα. Όπως άλλωστε και η σύντομη περιπέτεια ενός ανθρώπου που κινείται στη δυτική Θεσσαλονίκη και ζει έναν εφιάλτη κάθε φορά που βρέχει. Αντίθετα, τα μεγάλα καταστροφικά γεγονότα, όπως του φετινού καλοκαιριού, σκεπάζουν το σύνολο της ειδησεογραφίας και λειτουργούν ως σοκ για ολόκληρη την κοινωνία.
Δεύτερον, στη χώρα υπάρχει βαρύ διοικητικό έλλειμμα. Το πρόβλημα στον ανασχεδιασμό της ανασυγκρότησης των βασικών της υποδομών άπτεται άμεσα της διοικητικής ικανότητας, που μάλλον στην Ελλάδα αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία. Κατ’ αρχάς απαιτείται πολιτική βούληση, διότι πρόκειται για δράσεις που μπορούν να αναπτυχθούν σε βάθος πολλών ετών, άρα δεν εξαργυρώνονται πολιτικά στη διάρκεια μια κυβερνητικής ή αυτοδιοικητικής θητείας. Παράλληλα, με το υφιστάμενο οργανωτικό πλαίσιο της χώρας δεν είναι σαφές αυτή τη στιγμή ποιος ακριβώς φορέας θα σχεδιάσει ποιες παρεμβάσεις, ποιας κλίμακας και με βάση ποια ιεράρχηση. Διότι δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950, όταν ένας άνθρωπος στη χώρα μπορούσε να αποφασίσει για τα μείζονα και να τα υλοποιήσει κατά το δοκούν. Σήμερα απαιτείται θεσμική και ομαδική δουλειά, μόνο που η χώρα στερείται τόσο έγκυρων παραγωγικών θεσμών, όσο και ομαδικού πνεύματος.
Τρίτον, οι χρηματοδοτικές δυνατότητες. Εξίσου κομβικό ζήτημα στην αναβάθμιση των βασικών υποδομών της χώρας είναι το κόστος. Χρειάζονται πολλά λεφτά, τα οποία δεν υπάρχουν στα δημόσια ταμεία και είναι μάλλον απίθανο να υπάρξουν στο προβλεπτό μέλλον. Σε αυτή την περίπτωση ενδεχομένως οι συγχρηματοδοτήσεις του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα -η λογική των ΣΔΙΤ- θα μπορούσαν να δώσουν διέξοδο. Για παράδειγμα, μαθαίνουμε ότι από τους 230 βιολογικούς καθαρισμούς που υπάρχουν στη χώρα οι 180 λειτουργούν πλημμελώς ή υπολειτουργούν. Το έργο θα μπορούσε να ανατεθεί σε ιδιώτες, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που ο δημόσιος φορέας -συνήθως κάποια Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης- δεν τα καταφέρνει επειδή δεν έχει ούτε τα χρήματα που απαιτούνται, ούτε το εξειδικευμένο προσωπικό που απαιτείται. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί σε πολλά έργα και υπηρεσίες, αλλά στη σημερινή Ελλάδα, στην οποία η έννοια της πολιτικής και της δήθεν ιδεολογίας εξαντλείται σε συνθήματα και κατηγορίες του τύπου «ξεπούλημα», τα σενάρια αυτά μόνο περιορισμένα μπορούν να εφαρμοστούν. Διότι μπορεί -για παράδειγμα- τώρα που η Fraport διαχειρίζεται για αρκετά, πλέον, χρόνια το αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης κανείς να μην ασχολείται, αλλά επί δεκαετίες το «Μακεδονία» προβαλλόταν ως… ασημικό, που εποφθαλμιούσαν να… αρπάξουν κάποιοι ξένοι.
Η Πολιτική Προστασία
Στον 21ο αιώνα, ακόμη και σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, οι ανεπτυγμένες χώρες το ζήτημα των υποδομών και της προσαρμογής τους στις νέες συνθήκες το έχουν επιλύσει, διότι υπάρχει μια σχετικώς σταθερή βάση και μια νοοτροπία του μακροπρόθεσμου. Η Γερμανία δεν έχει απλώς καλούς δρόμους, τους προσέχει και τους συντηρεί. Όπως αποδείχθηκε με δραματικό τρόπο το φετινό καλοκαίρι στη χώρα μας ο κίνδυνος μιας φωτιάς στο βουνό ή το δάσος είναι υπαρκτός και η πολιτεία οφείλει να παρακολουθεί για να την εντοπίσει και να την αντιμετωπίσει έγκαιρα. Με drones, αεροπλάνα, ελικόπτερα, ακόμη και φυσική παρουσία ανθρώπων στη φύση. Κάποιος έλεγε προχθές σε μια παρέα ότι τα καλοκαίρια ο στρατός κάνει ασκήσεις διαβίωσης στο ύπαιθρο, τα περίφημα… σχοινάκια. Γιατί αυτές οι ενέργειες να μη γίνονται μέσα στα δάση ή πάνω στα βουνά, ώστε να λειτουργούν προληπτικά στις πυρκαγιές; Επίσης, όταν βρέχει στο Βόλο σε μία ημέρα, όσο σε δύο χρόνια στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, είναι σαφές ότι το νερό είναι πολύ και τα συστήματα δεν μπορούν να το σηκώσουν, άρα θα υπάρξουν πλημμύρες. Οφείλεις όμως να έχεις μία οργάνωση για την αντιμετώπιση των συνεπειών που επιφέρουν τα ακραία φυσικά φαινόμενα. Για παράδειγμα από μηχανήματα και παραγωγική ετοιμότητα του στρατού, μέχρι προμήθειες σε εμφιαλωμένα νερά, ώστε να μην πεθάνουν οι άνθρωποι από τη δίψα, αλλά και ζωοτροφές για τα παραγωγικά ζώα. Όλα αυτά εμπίπτουν με την ευρεία έννοια στην περίφημη και πολυδιαφημισμένη τα τελευταία χρόνια Πολιτική Προστασία, που μπορεί να απέκτησε το δικό της υπουργείο, αλλά δεν ανταποκρίνεται στο ρόλο της. Άλλη μια υποδομή λοιπόν, άυλη και οργανωτική, που πρέπει να γίνει αποτελεσματική και παραγωγική. Κάτι που με τα σημερινά δεδομένα, επίσης μάλλον αποκλείεται. Ο συντονισμός μεταξύ υπηρεσιών, αρμοδιοτήτων, πολιτικών υπευθύνων, κρατικών αξιωματούχων, τοπικών παραγόντων, ένστολων και εθελοντών δεν υπάρχει και το βραχυκύκλωμα είναι διαρκές και ανταγωνιστικό. Οπότε; Καλά που υπάρχει και το φιλότιμο, το οποίο, όμως, στην εποχή μας δεν επαρκεί.