Με την «γκρίζα» οικονομία τουλάχιστον στα 41 δισ. ευρώ, περίπου το 18% - 20% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος -αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην κατανάλωση και τα δηλωθέντα εισοδήματα του 2024, συνυπολογιζόμενης της αποταμίευσης- στην Ελλάδα όλοι μιλούν για την ανάγκη πάταξης της φοροδιαφυγής. Επίσης, όλοι αναγνωρίζουν ότι ως αποτελεσματικά τα βήματα που έχουν γίνει από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς τα τελευταία χρόνια με τη χρήση της ψηφιοποίησης και γενικότερα των νέων τεχνολογιών κινούνται στη σωστή κατεύθυνση για την αποκάλυψη των πραγματικών εισοδημάτων. Ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, είναι από χαρακτηριστικές έως… εξοργιστικές. Για παράδειγμα τα ταξί, που με την υποχρεωτικότητα αποδοχής χρεωστικών και πιστωτικών καρτών ο εμφανής τζίρος έχει δεκαπλασιαστεί. Τα ίδια πάνω κάτω ισχύουν και για την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, όπου ξαφνικά αυξήθηκαν συγκλονιστικά οι υπερωρίες και η υπεργασία.
Όλοι, λοιπόν -εργοδότες, εργαζόμενοι, επαγγελματίες, πολιτικοί και άλλοι παράγοντες-, επισήμως συμφωνούν ότι η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί και τα δημόσια ταμεία να γεμίζουν, ώστε να μειώνονται οι φορολογικοί συντελεστές και οι ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και να επέλθει στην αγορά μια κάποιου τύπου δικαιοσύνη. Διότι πέραν όλων των άλλων η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή, δημιουργούν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Οι νόμιμοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση όσους δεν τηρούν τη νομιμότητα. Ισχύει και το αντίστροφο: όσοι παρανομούν είναι άνετοι και κερδίζουν περισσότερα από τους τυπικούς, οι οποίοι ιδρώνουν περισσότερο και βγάζουν λιγότερα.
Οι…ιδιαιτερότητες της αγοράς
Όλα αυτά είναι κοινός τόπος με μία βασική προϋπόθεση. Να μην αφορούν τη… δική μας δουλειά, τον… δικό μας κλάδο. Τότε πρέπει να υπάρξει οπωσδήποτε εξαίρεση, διότι συντρέχουν «ιδιαιτερότητες στην αγορά» και «ελλοχεύει ο κίνδυνος να κλείσουν επιχειρήσεις»! Σχεδόν όλοι οι κλάδοι δηλαδή, τους οποίους ακουμπάει το… μακρύ χέρι της ψηφιακής λειτουργίας και του ψηφιακού ελέγχου αντιδρούν.
Τις τελευταίες ημέρες -το πιο πρόσφατο παράδειγμα- σημειώνονται κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες για την εφαρμογή υποχρεωτικού Ψηφιακού Πελατολογίου από τα συνεργεία αυτοκινήτων, ενώ ανακοινώσεις στήριξης εξέδωσαν το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, η Ενιαία Ομοσπονδία Βιοτεχνών Επισκευαστών Αυτοκινήτων Μηχανημάτων Μοτοσυκλετών (Ε.Ο.Β.Ε.Α.Μ.Μ.), η Ομοσπονδία Βιοτεχνών Επισκευαστών Αυτοκινήτων Μηχανημάτων & Μοτοποδηλάτων (Ο.Β.Ε.Α.Μ.Μ.Ε.). Επίσης Δελτίο Τύπου εξέδωσε και το Νέο Ινστιτούτο Καταναλωτών με τίτλο «Για την ανάγκη προστασίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην επισκευή αυτοκινήτων» και την ακόλουθη εισαγωγή: «Οι επαγγελματίες του επισκευαστικού κλάδου, διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην καθημερινότητα των καταναλωτών, καθώς αποτελούν πολύτιμους συμμάχους τους στην προσπάθεια διατήρησης της ασφάλειας και της λειτουργικότητας των οχημάτων τους, σε λογικό και προσιτό κόστος – γεγονός κρίσιμο μέσα σε μια παρατεταμένη περίοδο ακρίβειας και οικονομικής πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά».
Σε απλά ελληνικά: το κράτος να αφήσει ανεξέλεγκτα τα συνεργεία, ώστε μέσω της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της φοροκλοπής να κρατούν προσιτές τις τιμές για τους ιδιοκτήτες ΙΧ. Δηλαδή δια της κλοπής του δημοσίου, που το αποτελούμε όλοι μας μηδενός εξαιρουμένου, να πετυχαίνουμε καλύτερες τιμές. Να κλέβουμε, δηλαδή, τον εαυτό μας για να απολαμβάνουμε καλύτερες τιμές στην αγορά!
Η κρίση που δεν καταλάβαμε
Είναι μάλλον σίγουρο ότι από τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης και της ουσιαστικής χρεοκοπίας της χώρας οι Έλληνες διδάχτηκαν ελάχιστα. Πλήρωσαν πολλά, πλήρωσαν ακριβά, αλλά δεν έμαθαν σχεδόν τίποτα. Το πάθημα δεν έγινε μάθημα. Η ευθύνη είναι δική τους, των πολιτών, κατά 50%, αφού στα θέματα που τους ενδιαφέρουν προσωπικά ο καθένας ψάχνει μόνος του εξηγήσεις, απαντήσεις και λύσεις. Προφανώς τα δημόσια οικονομικά δεν ενδιαφέρουν τους Έλληνες, οι οποίοι σε σημαντικό ποσοστό δείχνουν να μην έχουν συνειδητοποιήσει ότι θέματα όπως η πορεία του δημοσίου ταμείου, η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, οι όροι του δημόσιου δανεισμού αφορούν απευθείας την τσέπη τους. Το άλλο 50% της ευθύνης αφορά τους λειτουργούς της πολιτείας, κυρίως τα πολιτικά πρόσωπα, τα πολιτικά κόμματα και τους συνδικαλιστές και εκπροσώπους. Κι αυτό επειδή σύμφωνα με την κατεστημένη νοοτροπία πλασάρονται ως προστάτες άγγελοι- ή μήπως ως πάτρωνες;- των πολιτών, έτοιμοι να ακούσουν κάθε πρόβλημα, κάτι που είναι κατανοητό. Αλλά και διατεθειμένοι να συμβάλλουν στην επίλυσή του, ακριβώς στην κατεύθυνση που επιθυμούν οι πολίτες ή μια επαγγελματική ή κοινωνική τάξη, κάτι που είναι ακατανόητο. Συνιστά ανεξήγητη συμπεριφορά, αφού είναι αδύνατον οι πάντες να έχουν δίκιο σε όλα. Ιδιαίτερα στο πεδίο της οικονομίας, στο μεγάλο γήπεδο όπου συνήθως κρίνεται η πολιτική μάχη για την εξουσία και την… παραεξουσία, η εικόνα μοιάζει συχνά παράλογη. Διότι με τα λεφτά -ιδιαίτερα στην εποχή του ευρώ- τα πράγματα είναι μετρήσιμα και συγκεκριμένα. Ή φτάνουν για να καλύψουν ανάγκες και υποχρεώσεις ή δεν φτάνουν, οπότε πρέπει να βρεθούν, εάν μπορούν να βρεθούν. Δεν υπάρχουν περισσότερα απ’ όσα είναι και όταν η «τρύπα» εμφανίζεται στα χαρτιά και στις καταστάσεις, όπως έγινε το 2010 με το ελληνικό κράτος, ο λογαριασμός έρχεται απευθείας στις τσέπες και τους τραπεζικούς λογαριασμούς των πολιτών.
Ο κλέψας του κλέψαντος
Στη χώρα του «ο κλέψας του κλέψαντος» οι περισσότεροι δεν κλέβουν απλώς κάποιους άλλους, αλλά και τον εαυτό τους. Η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή και η φοροκλοπή βρίσκονται στον πυρήνα του «όλοι μαζί τα φάγαμε». Μόνο που δεν φάγαμε όλοι τα ίδια, ούτε την ώρα του λογαριασμού κληθήκαμε να πληρώσουμε όλοι τα ίδια.
Η ουσία, πάντως, είναι ότι συχνά οι αποφάσεις μιας κυβέρνησης -για παράδειγμα του υπουργείου Οικονομικών για την φορολογία και το κυνήγι της… γκρίζας οικονομίας-, είναι σε πρώτο επίπεδο σωστές. Διότι οι υπουργοί, τουλάχιστον οι σοβαρότεροι από αυτούς, λαμβάνουν υπόψιν τους τη μεγάλη εικόνα, που στην οικονομία καταγράφεται σε αριθμούς και ποσοστά. Τα άσχημα -και τα δύσκολα για τους πολιτικούς- αρχίζουν μετά: όταν μέσω αιτημάτων αρχίζει -εάν και όταν αρχίσει- να ξηλώνεται το πουλόβερ μέσω των εξαιρέσεων. Εξίσου ουσιώδης παράμετρος, όμως, είναι η νοοτροπία και η συμπεριφορά των δήθεν εκπροσώπων εργαζομένων, επαγγελματιών, καταναλωτών, οι οποίοι εμφανώς και προφανώς λειτουργούν ως επαγγελματίες απέναντι σε πελάτες. Εργαλειοποιούν τις καταστάσεις με το αζημίωτο, αποφεύγοντας να μιλήσουν με τη γλώσσα της σκληρής αλήθειας. Στο κάτω κάτω ο… πελάτης έχει πάντα δίκιο. Και άλλωστε η έκδοση μιας ανακοίνωσης ή μιας διαμαρτυρίας, ακόμη κι ένα υπόμνημα ή μια επίσκεψη σε κάποιο υπουργείο δεν κοστίζει σχεδόν τίποτα. Ακόμη κι αν δεν αποφέρει τίποτα ουσιαστικό, επισφραγίζει τις καλές προθέσεις μιας προσπάθειας!