«Ήταν φοβερό αυτό που σας κάναμε. Και σε σας, και στους Αρμένιους», μου ανέφερε άξαφνα ένας φίλος, το όχι τόσο μακρινό 2016, δέκα μέρες πριν το πραξικόπημα-οπερέτα κατά του Ερντογάν. Αφορμή γι αυτή τη μικρή εξομολόγηση ήταν μια βόλτα μας στην Ιστικλάλ, όπου χαζεύαμε τα όσα ορατά απομεινάρια της άλλοτε κραταιάς ελληνικής παρουσίας στην Πόλη. Υπάρχουν αρκετοί γείτονες μας με ενοχές για τον ξεριζωμό των προγόνων μας από όλη τη σύγχρονη Τουρκία, αν και γενικά φροντίζουν να κρατούν αυτά τα συναισθήματά για τον εαυτό τους και για το στενό τους περιβαλλον. Γενικά προτιμούν να σιωπούν, και να ξεχνάνε. Μάλλον σκέφτονται πως ό,τι έγινε, έγινε.
Η ανάμνηση τούτη -μαζί με άλλες- μου ήρθε την Κυριακή, συμμετέχοντας στις ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης για το Oλοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονικης. Αναμφίβολα όλες οι τοποθετήσεις επισήμων τόνισαν εμφατικά το σύνθημα “Ποτέ Ξανά”, όμως για μένα τα λόγια τριών προσώπων ξεχώρισαν. Ο Απόστολος Τζιτζικώστας αναφέρθηκε με ιδιαίτερη ευθύτητα όχι μόνο στην ανάγκη μνήμης, μα και στην ανάγκη συνέπειας απέναντι στη διατήρηση της μνήμης, συνέπειας που δεν επιτρέπει ολιγωρίες εκ μέρους του κράτους και της κοινωνίας. Η Βούλα Πατουλίδου, φορτισμένη, θύμισε στους παριστάμενους ότι και οι Πόντιοι είχαν πέσει θύματα θηριωδίας, αναδεικνύοντας έτσι ότι όλοι μας πρέπει να στεκόμαστε ενωμένοι απέναντι στο Κακό. Και το βράδυ, στο Μέγαρο Μουσικής, ο Μαρκ Μαζάουερ με λίγα απλά λόγια έθεσε το ζήτημα της ανάμνησης και εξόντωσης του σαλονικιώτικου ιουδαϊσμού μέσα στο πραγματικό κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της περιόδου εκείνης, ξεκινώντας από τους Οθωμανούς και καταλήγοντας στην έναρξη των εκτοπισμών σχεδόν πριν 80 χρόνια, το Μάρτιο του ‘43.
Θυμήθηκα λοιπόν πολλά την Κυριακή. Θυμήθηκα όσα άκουγα από τους παππούδες μου για ισραηλίτες γείτονες τους, που άφηναν την οικοσκευή τους στα χέρια χριστιανών φίλων, πιστεύοντας οι άμοιροι πως αργότερα θα επέστρεφαν・από τον πατέρα μου, για τη ζωή στην προπολεμική Γιαννιτσών, για τους συμμαθητές στο 4ο που εξαφανίστηκαν μέσα σε μερικές μέρες, για τους ταγματασφαλίτες του Δάγκουλα που σκόρπιζαν τον τρόμο σε κάθε φιλήσυχο άνθρωπο, ασχέτως καταγωγής ή θρησκεύματος・από τη μητέρα μου, για τις μαρμάρινες ταφικές πλάκες με τα ακαταλαβίστικα για τα παιδιά γράμματα, που εμφανίζονταν παντού κατά την ανοικοδόμηση του κέντρου・από πάμπολλους συγγενείς και οικογενειακούς φίλους, που κουβαλούσαν παιδικές και εφηβικές εικόνες για την εβραϊκη παρουσία στην αγορά και στο λιμανι, για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε κοινότητας και γειτονιάς, για τις τραγικές στιγμές μπροστα στα τρένα, για τις αξιοπρεπείς προσπάθειες όσων ελάχιστων επέστρεψαν να ορθοποδήσουν και να ξαναπιάσουν το νήμα της ζωής. Άφθονη η μνήμη των παλιών Σαλονικιών, όμως παραδόξως κατακερματισμένη, ατομική, όχι συλλογική, και σκεπασμενη κάτω από ένα πέπλο σιωπής. Γιατί αυτή η σιωπή όμως; Υποθέτω πως μετα την Κατοχή και τον Εμφύλιο επικράτησε το σκεπτικό που συνάντησα στην Γείτονα: ό,τι έγινε, έγινε.
Έτσι τα γεγονότα ερμηνεύτηκαν βολικά από την στρουθοκαμηλίζουσα πλειοψηφία, από τον τοπικό χριστιανικό πληθυσμό, απενοχοποιητικά για όσα συνέβησαν στο ένα έκτο των συμπολιτών τους • οι πάντες είχαν πιστέψει τα γερμανικά ψέματα περί μιας ακόμη…απλής μετεγκατάστασης・εκτός ολίγων εξαιρέσεων κυρίως εκκλησιαστικών, οι κρατικές αρχές δε τόλμησαν να εναντιωθούν στους Γερμανούς επειδή ένιωθαν ανίσχυρες・οι μεσεγγυούχοι έσπευσαν να καρπωθούν τις κατασχεμένες περιουσίες επειδή κι οι ίδιοι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα・το εξαθλιωμένο προσφυγικό στοιχείο της πόλης είχε σκληρύνει, βιώνοντας ακόμη της συνέπειες των σφαγών στη Μικρά Ασία και της ανταλλαγής πληθυσμών・η μεταπολεμική σύγκρουση του αστικού καθεστώτος με τους κομμουνιστές έλαβε απόλυτη προτεραιότητα, ομολογουμένως προς όφελος πολλών υπευθύνων για τους διωγμούς και πλουτισάντων. Ακόμη και οι ίδιοι οι επιζήσαντες της φρίκης είχαν άλλες άμεσες προτεραιότητες, είχαν την ανθρώπινη ανάγκη να ξεπεράσουν τα τραύματα τους μα και να παραμείνουν ασφαλείς. “Ας μη τα πολυσκαλίζουμε. Δε ξεχνάμε, μα ό,τι έγινε, έγινε.” σκέφτονταν συχνά κι εκείνοι.
Η περίοδος της σιωπής έχει τελειώσει πια, καθώς έτσι επιβάλλεται. Όσοι θυμούνται έστω έμμεσα λιγοστεύουν καθημερινα, και πλέον επείγει οι ατομικές μνήμες να συνενωθούν σε μία συλλογική. Μαζί με την απελευθέρωσή της και την έλευση των προσφύγων, η ιστορική παρουσία και το Oλοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης (Σεφαραδιτών αλλά και Ασκενάζι) καθόρισαν τον τόπο μας, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας μας. Μέσα από το βασανισμένο παρελθόν μας, μέσα από το κοινό γονιδίωμά μας οι σημερινοί Θεσσαλονικείς έχουμε την ευλογία να γνωρίζουμε μέσα μας τί είναι ικανό να πράξει ένα αδίστακτο καθεστώς πατώντας πάνω σε γελοία ιδεολογήματα, διχάζοντας το σύνολο, διεγείροντας τα πιο ταπεινά ανθρώπινα ένστικτα, εκμεταλλευόμενο την παθητικότητα των πολλών. Ας αναγνωρίσουμε με θάρρος τα σφάλματα του παρελθόντος μας, ας παραμερίσουμε κάθε βλακώδη και τοξική θεωρία συνομωσίας, ας θυμόμαστε όσα έχουμε ακούσει από τους παλιούς, ας μιλάμε για το χθες, ας τιμάμε με ειλικρίνεια τους αδικοχαμένους, ας διαφυλάττουμε τις μνήμες, ας γίνουν οι μνήμες ιστορία, ας αγκαλιάσουμε ολάκερη την ιστορία μας, ας κρατήσουμε ζωντανή την αλήθεια. Εθνικόν είναι το αληθές δήλωσε κάποτε ένας θεωρούμενος απόγονος εκχριστιανισμένων Εβραίων, ο Διονύσιος Σολωμός, και μέχρι σήμερα δε τόλμησε κανείς να τον διαψεύσει.
*Ο Φάνης Ουγγρίνης είναι στέλεχος επιχειρήσεων, αντιπρόεδρος του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης