Skip to main content

To άγχος των πανελλαδικών πάνω από τη χώρα, παρά την πανδημία

Ούτε φέτος «τη χρονιά του κορωνοϊού» -που ελπίζουμε να είναι η πρώτη και η τελευταία- η ελληνική κοινωνία θα γλυτώσει το ψυχόδραμα των πανελλαδικών.

Αν δεν υπήρχαν οι θάνατοι –έστω λιγότεροι από άλλες χώρες ως ποσοστό, αλλά πάντως απώλειες ανθρώπων- και αν δεν υπήρχε η οικονομική καταστροφή –προφανώς μεγαλύτερη σε ποσοστό από άλλες χώρες λόγω της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό- το βασικό θέμα για την ελληνική κοινωνία και την κυβέρνηση εν μέσω πανδημίας κορωνοϊού θα ήταν οι πανελλαδικές εξετάσεις. Με αυτή την έννοια η χθεσινή ημέρα προσέφερε ανακούφιση στις οικογένειες των υποψηφίων. Ταυτόχρονα αποφόρτισε και την ίδια την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως, που βρήκε την ευκαιρία να απαλλαγεί από την πίεση διαβεβαιώνοντας επισήμως ότι οι εξετάσεις θα γίνουν τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου, σχεδόν όπως κάθε χρόνο. Έτσι κι αλλιώς την εξεταστέα ύλη την είχε οριοθετήσει εδώ και εβδομάδες το υπουργείο Παιδείας, σε ότι είχε διδαχθεί στους μαθητές πρακτικά μέχρι τον Μάρτιο.

Οι πανελλήνιες ή πανελλαδικές εξετάσεις, όπως κατά καιρούς -και αναλόγως του γούστου των κυβερνήσεων- ονομάζονται οι διαγωνισμοί που οδηγούν από το λύκειο στο πανεπιστήμιο, συνιστούν ένα από τα πιο σταθερά σημεία αναφοράς στα 17 – 18 πρώτα χρόνια της ζωής κάθε ελληνόπουλου. Όχι μόνο στις μέρες μας, αλλά από την στιγμή που καθιερώθηκαν πολλές δεκαετίες πριν. Στην αρχή του κόσμου των εισαγωγικών εξετάσεων οι υποψήφιοι διαγωνίζονταν κάθε Σεπτέμβριο στην ύλη των τριών τελευταίων τάξεων του εξαταξίου γυμνασίου.

Η ύλη ήταν χαώδης και τα βιβλία που μπορούσε να καταφύγει για μελέτη ο υποψήφιος ήταν πολλά και διάφορα, περίπου ελευθέρας επιλογής. Ήταν τότε που στα πανεπιστήμια της χώρας έμπαιναν ένας στους 10 – 15 υποψηφίους, συχνά με βαθμούς κοντά στη βάση, που έτσι κι αλλιώς ήταν μεγάλο κατόρθωμα. Αλλά και στη συνέχεια, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν το εξατάξιο γυμνάσιο χωρίστηκε σε τριτάξιο γυμνάσιο και τριτάξιο λύκειο και οι εξετάσεις δίνονταν στην ύλη των βασικών μαθημάτων της 3ης λυκείου, στα τέλη Ιουνίου, οι πανελλήνιες κυριαρχούσαν σε κάθε ελληνικό σπίτι που είχε παιδιά, εγγόνια, ανίψια. Πρακτικά σε όλα. Μια διαδικασία που σε ότι αφορά το χρόνο παραμένει σταθερή τα τελευταία 40 χρόνια, ώστε αφενός οι μαθητές να γράφουν όντας ακόμη ζεστοί από τα μαθητικά θρανία, ενώ αφετέρου να μην χάνουν ούτε οι ίδιοι, ούτε οι οικογένειες τους το καλοκαίρι. Εξαιρετικά βολική διευθέτηση σε σχέση με το παρελθόν.

Όπως άλλωστε εξαιρετική εξέλιξη είναι ότι σήμερα στα ελληνικά πανεπιστήμια –από τα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ και μετά με την εν μία νυκτί και με μία υπογραφή αναβαθμίστηκαν τα ΤΕΙ στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση υπάρχουν μόνο πανεπιστήμια- εισέρχεται το 70% των υποψηφίων. Ίσως και μεγαλύτερο ποσοστό. Ανεξαρτήτου σχολής. Πολλοί εγγράφονται όπου τους τύχει –σχολή και πόλη-, αλλά αυτές οι λεπτομέρειες συχνά τακτοποιούνται στη συνέχεια είτε με κάποια μεταγραφή, είτε με κάποιες κατατακτήριες εξετάσεις. Τα τελευταία χρόνια, παρά το ότι για αρκετούς νέους η είσοδος σε κάποιο ελληνικό τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα δεν αποτελεί παρά ένα σκαλοπάτι για περεταίρω σπουδές και δουλειά στο εξωτερικό, η σημασία των πανελλαδικών παραμένει πρωταρχική σε ψυχολογικό επίπεδο για την ελληνική οικογένεια. Δεν έχει σημασία το κοινωνικό ή οικονομικό επίπεδο των γονιών, η αγωνία παραμένει. Τα παιδιά πρέπει να σπουδάσουν. Θα καταφέρουν να πάρουν το χαρτί; Οτιδήποτε λιγότερο είναι αποτυχία. Για την οποία συνήθως ευθύνεται το σύστημα, το οποίο –για παράδειγμα- δεν ενσωματώνει το 100% των αποφοίτων λυκείου στα πανεπιστήμια «και ας γίνει εκεί το ξεσκαρτάρισμα».

Ούτε φέτος, λοιπόν, «τη χρονιά του κορωνοϊού» -που ελπίζουμε να είναι η πρώτη και η τελευταία- η ελληνική κοινωνία θα γλυτώσει το ψυχόδραμα των πανελλαδικών. Χιλιάδες ελληνικές οικογένειες θα ζήσουν εκτός από την πίεση της πανδημίας και όσων παρενεργειών της το άγχος και το στρες των εξετάσεων. Διότι τα παιδιά -κάθε παιδί ξεχωριστά- πρέπει να βρουν το δρόμο τους. Να πάνε μπροστά, να προκόψουν, να κερδίσουν τη ζωή τους, να πλουτίσουν, να διακριθούν, να…., να…., να… Όλοι είμαστε μαζί τους. Προς το παρόν, πάντως, και για λόγους ισορροπίας σε μία άκρως ανισόρροπη εποχή, ας θυμηθούμε τον αξέχαστο Λουκιανό Κηλαηδόνη. Ένα καλλιτέχνη για τον οποίο το 1980, ο ολίγων μηνών πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, είπε από το βήμα της Βουλής ότι με τη μουσική και τα τραγούδια του κάνει κακό στη νεολαία. Λίγο πριν, το 1979, ο Λουκιανός είχε γράψει το παρακάτω τραγούδι με τίτλο «Επαγγελματικός προσανατολισμός». Δεδομένου ότι είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1960 ήξερε από πρώτο χέρι για τι μιλούσε. Σημειώστε:

«Αν τέλειωσες γυμνάσιο και θες να μορφωθείς /
πριν πάρεις μιαν απόφαση καλά να το σκεφτείς /
κι αυτά που λένε γύρω σου να μην τ’ ακούς ποτέ /
μονάχος σου να ψάξεις να δεις τι γίνεται /
καλές οι επιστήμες και τα διπλώματα /
το θέμα όμως είναι τι γίνεται μετά /

Λοιπόν που λες το πρόβλημα δεν είναι το να μπεις /
είναι που σου την έχουνε στημένη μόλις βγεις /
και όπως δεν υπάρχει και προγραμματισμός /
αρχίζουνε τα κόλπα κι ο ανταγωνισμός /
καλό είναι ένα δίπλωμα απ’ ανώτατη σχολή /
μα οι θέσεις είναι λίγες κι απόφοιτοι πολλοί /

Γι’ αυτό σου λέω σκέψου το και πρόσεξε πολύ /
γιατί πριν από σένανε την πάθανε πολλοί /
που πήραν το πτυχίο τους και με βαθμό καλό /
κι αφού δουλειά δε βρήκαν το κάνανε ρολό /
ρολό λοιπόν το κάναν κι όπως ήταν φυσικό /
κι αφού το καμαρώσαν το βάλανε στο…»