Skip to main content

Πιανόλα: Μια μουσική γοητεία 100 χρόνων που σφραγίζει η φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή

Μια μεγάλη έκπληξη από το παρελθόν στην έκδοση «Τραγούδια της πιανόλας», που επιμελήθηκε ο Νίκος Διονυσόπουλος, ο οποίος μιλάει στη Voria.gr
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Το παρελθόν της μουσικής είναι γεμάτο εκπλήξεις! Αυτή η γενική αρχή, την οποία γνωρίζουν πολύ καλά και ενστερνίζονται οι μουσικόφιλοι που δεν «καλύπτονται» από την τρέχουσα σε κάθε περίοδο παραγωγή, αλλά επιμένουν να γυρίζουν το χρόνο πίσω και να ψάχνουν, επιβεβαιώνεται πλήρως στην περίπτωση της πιανόλας. Πρόκειται για ένα «μηχανικό πιάνο», που εμφανίστηκε στην Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα και προέκυψε από το συνδυασμό ενός κανονικού πιάνου με την παράλληλη δυνατότητα μηχανικής αναπαραγωγής ενός ευρύτατου πιανιστικού ρεπερτορίου, χάρη στη βοήθεια ενός ενσωματωμένου μηχανισμού. Αυτός ο μηχανισμός μπορούσε να διαβάσει ειδικά εναλλάξιμα διάτρητα χάρτινα ρολά (piano – rolls), πάνω στα οποία είχαν αποτυπωθεί διάφορα μουσικά πιανιστικά κομμάτια, χωρίς, πλέον, αριθμητικούς και χρονικούς περιορισμούς. Η πιανόλα, την οποία χειρίζεται ο πιανολίστ, όπως λέγεται ο παίκτης, χειριστής και ερμηνευτής του οργάνου, γνώρισε αμέσως τεράστια επιτυχία. Οι πιανόλες κατασκευάστηκαν κατά χιλιάδες και έφτασαν στο απόγειο της εμπορικής τους απήχησης τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αν και στην Ευρώπη η παρουσία της πιανόλας ήταν πιο περιορισμένη απ’ ότι στην Αμερική, έχει αποτυπωθεί σε piano rolls σημαντικός αριθμός εθνικών μουσικών, με πρώτο στόχο την ικανοποίηση του κοινού των επιμέρους εθνοτήτων των μεταναστών της Αμερικής, ανάμεσά τους και κομμάτια ελληνικού ρεπερτορίου.

Σήμερα, έναν αιώνα μετά την γενική αποδοχή της πιανόλας, ο Νίκος Διονυσόπουλος την επαναφέρει στο προσκήνιο, στην ελληνική της εκδοχή, χάρη στην έκδοση «Τραγούδια της πιανόλας», των πολύ σημαντικών Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης. Μια έκδοση που εκτός από πληροφορίες και φωτογραφικό υλικό, στο κύριο μενού της περιλαμβάνει ένα cd με 19 ελληνικά τραγούδια, κυρίως από οπερέτες των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, -ανάμεσα τους «Οι Απάχηδες των Αθηνών», «Ερωτικά γυμνάσια», «Τα διαβολόπαιδα», «Η μοντέρνα καμαριέρα»- παιγμένα σε πιανόλα, τα οποία ερμηνεύουν ο γνωστός… Χειμερινός Κολυμβητής, Αργύρης Μπακιρτζής και η Τότα Ευλαβή.

Image

 

Μιλώντας στη Voria.gr o Νίκος Διονυσόπουλος αποδίδει την ενασχόλησή του με την πιανόλα σε ένα τυχαίο γεγονός. «Στις αρχές του 2010 βρέθηκαν κάποια piano rolls στο πλυσταριό ενός παλιού σπιτιού στο κέντρο της Αθήνας, κατά τη διαδικασία ανακαίνισης και αυτό αποτέλεσε την αφορμή», λέει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος είναι, πλέον, κάτοχος μιας πιανόλας την οποία έχει επιδιορθώσει. «Πρόκειται για μουσική αρχαιολογία, αφού ποτέ στην Ελλάδα δεν είχε γίνει λόγος για την πιανόλα» σημειώνει, διευκρινίζοντας ότι το βάρος του οργάνου που είναι 700 κιλά δυσκολεύει τη μεταφορά και γενικότερα τη διαχείρισή του. Όσο για την απήχηση που είχε στην εποχή της η πιανόλα ο κ. Διονυσόπουλος την αποδίδει «στην ατμόσφαιρα που διαμορφώνει, καθώς δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχουν στο μουσικό γεγονός και οι μη ειδικοί και ερασιτέχνες μουσικόφιλοι, δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση χαλαρότητας και γλεντιού, κάτι σχετικά κοντά στο σημερινό καραόκε». 

Image

Η εξαφάνιση της πιανόλας

Η παρακμή μέχρι εξαφανίσεως της πιανόλας μετά το 1930 οφείλεται αφενός στην οικονομική κρίση στην Αμερική που ακολούθησε το χρηματιστηριακό κραχ του 1929, αλλά και στην τεχνολογική πρόοδο που ακολούθησε, αφού η πιανόλα παραγκωνίστηκε και υποκαταστάθηκε από την ανερχόμενη και ταχέως εξελισσόμενη δισκογραφία και τα γραμμόφωνα, με τα απείρως περισσότερα πρακτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα στη μηχανική αναπαραγωγή της μουσικής.   

Από την πλευρά του ο Αργύρης Μπακιρτζής, ο οποίος στις ηχογραφήσεις κάνει την έκπληξη αναδεικνύοντας το λαϊκό μπελκάντο που γνωρίζουμε και από τα δικά του τραγούδια, στο σημείωμά του που συνοδεύει την έκδοση δηλώνει γοητευμένος από τα συγκεκριμένα τραγούδια. Παράλληλα εξομολογείται ότι στην απενοχοποίησή του απέναντι στο ελαφρό ρεπερτόριο, το οποίο του άρεσε να τραγουδάει από μικρός παρά το ότι αισθητικά και ιδεολογικά έγερνε προς το ρεμπέτικο, συνέβαλαν δύο δεδομένα: Η συνύπαρξή του επί σκηνής το 1988 με τον πιο διάσημο «ρεμπέτη» της Αμερικής, τον Γιώργο Κατσαρό, ο οποίος τραγουδούσε και ελαφρά τραγούδια, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι και άλλοι μεγάλοι και γνωστοί ερμηνευτές του ρεμπέτικου, όπως η Παπαγκίκα και ο Κωστής είχαν στο ρεπερτόριο τους και κομμάτια των συνθετών του ελαφρού τραγουδιού. Ο Μπακιρτζής αποκαλύπτει, επίσης, ότι ο ίδιος επέμεινε να τραγουδήσει και τα 19 τραγούδια -ανάμεσα τους το θρυλικό «O sole mio», το μόνο μη ελληνικό τραγούδι του δίσκου. Ο Μπακιρτζής, λοιπόν, ανέτρεψε το αρχικό σχέδιο του Διονυσόπουλου να συμμετάσχουν στις ηχογραφήσεις της πιανόλας περισσότεροι ερμηνευτές με δύο – τρία τραγούδια ο καθένας.

Ως αποτέλεσμα το άκουσμα των 19 τραγουδιών είναι από αισθητική άποψη εξαιρετικό. «Είναι φρέσκο και όχι σαν φορεμένο σακάκι», όπως χαρακτηριστικά λέει ο Νίκος Διονυσόπουλος, ο οποίος αν και θα ήθελε τα τραγούδια να ακουστούν ζωντανά ενώπιον κοινού -κάτι που δεν αποκλείεται να συμβεί- αναγνωρίζει τη δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Image