Το αποτέλεσμα των χθεσινών εκλογών θα κριθεί τα επόμενα χρόνια. Κυρίως στα όσα θα κάνει η κυβέρνηση, αφού η εκλογική διαδικασία γίνεται πρωτίστως για να προκύψει κυβερνητική πλειοψηφία. Αλλά και στον τρόπο που θα πολιτευτεί η αντιπολίτευση, η οποία συχνά με τη στάση της επηρεάζει τα όσα συμβαίνουν περισσότερο απ’ όσο ίσως να φαίνεται σε πρώτο επίπεδο. Διότι μπορεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης να μην αποφασίζουν με την ψήφο τους στη Βουλή, αλλά συμβάλλουν αποφασιστικά στο κλίμα που δημιουργείται στην κοινωνία. Αποτελούν παράγοντες του δημόσιου βίου και με τις απόψεις και τις θέσεις τους επηρεάζουν τη νοοτροπία των πολιτών -ή μέρους των πολιτών-, άρα διαμορφώνουν την ατμόσφαιρα στην κοινωνία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήρε την αυτοδυναμία που ζητούσε, αλλά απέχει από το να θεωρείται παντοδύναμος πρωθυπουργός. Προφανώς είναι καλύτερα να έχει ένας πρωθυπουργός μια πλειοψηφία 158 βουλευτών, παρά 152 – 153, αλλά είναι εξίσου προφανές ότι για τον ίδιο τον πρωθυπουργό θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα εάν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ήταν 165 βουλευτές. Η διαφορά αφορά κυρίως το εσωτερικό του κόμματός του, αφού κάποιες ψύχραιμες -κι επομένως δυνητικά εύστοχες- αναλύσεις έλεγαν από χθες το βράδυ ότι ο Κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί, πλέον, να αγνοήσει τις τάσεις που υπάρχουν στο κόμμα του. Ίσως να μην μπορούσε να τις αγνοήσει ακόμη και με περισσότερες έδρες, αλλά οπωσδήποτε θα είχε μεγαλύτερη άνεση για να κάνει τα εξωκοινοβουλευτικά ανοίγματα τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες σχεδιάζει προς την πλευρά του κέντρου και της κεντροαριστεράς. Σε κάθε περίπτωση το χθεσινό αποτέλεσμα συνηγορεί περισσότερο προς τη συνέχεια και τη μετεξέλιξη της διακυβέρνησης της πρώτης τετραετίας, παρά σε μια σαρωτική αλλαγή πολιτικής. Προς δικαίωση κάποιων που πιστεύουν ότι για την Ελλάδα η εποχή των… επαναστάσεων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί -αν ήρθε ποτέ- και ότι εκείνο που χρειάζεται περισσότερο η χώρα είναι μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία, βήμα – βήμα, νίκη – νίκη, χωρίς άλματα στο… κενό.
Για την αντιπολίτευση στο σύνολό της τα δύσκολα αρχίζουν τώρα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ ο εφιάλτης της συρρίκνωσης στα όρια ενός μικρού κόμματος συνιστά ένα εξόχως πιθανό σενάριο. Για να αντιστραφεί αυτή η πορεία απαιτούνται ξεκάθαρη πολιτική, έξυπνες κινήσεις και ηγετική φυσιογνωμία, κάτι που εκ των πραγμάτων ανοίγει το κεφάλαιο Αλέξης Τσίπρας. Το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ δύσκολο για την οδό Κουμουνδούρου. Το ΠΑΣΟΚ πιστοποίησε και επιβεβαίωσε την άνοδο της 21ης Μαΐου, κάτι που αν και φαινόταν αυτονόητο δεν ήταν. Από εδώ και πέρα αναζητείται η επόμενη υπέρβαση, ώστε στις επόμενες εκλογές -κυρίως στις ευρωεκλογές του 2024 και λιγότερο στις αυτοδιοικητικές εκλογές του προσεχούς φθινοπώρου- να αποδείξει ότι η ανάδειξη του αρχικά σε δεύτερη πολιτική δύναμη της χώρας και στη συνέχεια σε κόμμα εξουσίας είναι εφικτή. Το ΚΚΕ είναι προφανώς ευχαριστημένο, αφού όπως οι προκάτοχοί του έτσι και ο Δ. Κουτσούμπας δεν ονειρεύτηκε και δεν στόχευσε ποτέ σε κάτι περισσότερο από την κλασική αριστερή αντιπολίτευση. Για τους υπόλοιπους τέσσερις της νέας Βουλής -Ελληνική Λύση, Σπαρτιάτες, Νίκη, Πλεύση Ελευθερίας- η επιτυχία είναι δεδομένη. Μικρά «οικογενειακά» κόμματα εισπράττουν ακόμη την ατμόσφαιρα της μη κανονικότητας που κληρονόμησε στην Ελλάδα η εποχή των μνημονίων, που μπορεί να παρέρχεται δίνοντας τη θέση της στην κανονικότητα, αλλά ακόμη δεν έχει πλήρως ξεπεραστεί, τουλάχιστον ψυχολογικά, αλλά και στο επίπεδο της νοοτροπίας σημαντικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Ένα από τα ερωτηματικά που μένει να απαντηθεί το επόμενο διάστημα είναι εάν με τη νέα σύνθεση του Κοινοβουλίου το κανάλι της Βουλής θα αυξήσει αισθητά την τηλεθέασή του.