του Γιάννη Κωνσταντίνου*
1. Διετέλεσα, πριν την ενοποίησή της με την HELEXPO, πρόεδρος του ΔΣ της ΔΕΘ για ένα έτος. Στα δεκατέσσερα χρόνια που πέρασαν από τότε, τήρησα τη δεοντολογία: δεν άσκησα κριτική στις διοικήσεις του οργανισμού γιατί πιστεύω ότι όσοι διορίζονται σε δημόσιες θέσεις οφείλουν να μιλούν με το έργο της θητείας τους και όχι επικαλούμενοι ό,τι -καλώς ή κακώς- δεν πρόλαβαν να υλοποιήσουν.
Στη βραχύχρονη θητεία μου σεβάστηκα απολύτως τους εκλεγμένους εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης όσο κι αν μου ήταν πολιτικά και αισθητικά απεχθείς (μιλάμε για Ψωμιάδη και Παπαγεωργόπουλο), ακόμη κι όταν δέχτηκα αδιανόητες επιθέσεις χωρίς κανένα έρεισμα. Ο λόγος είναι αυτονόητος: οι διορισμένοι δεν διαθέτουν καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση και, αν η πολιτική, που καλούνται να εφαρμόσουν, έρχεται σε αντίθεση με τις απόψεις εκλεγμένων οργάνων, τη σύγκρουση οφείλει να τη διαχειριστεί η διορίζουσα κυβέρνηση. Επίσης -κι αυτό αυτονόητο- θεωρούσα ότι η ΔΕΘ «ανήκει» στην πόλη: ούτε στις διοικήσεις και τα σωματεία των εργαζομένων της ούτε στους προνομιακά συνεργαζόμενους με αυτήν εργολάβους.
2. Με λύπη διαπιστώνω ότι η τωρινή διοίκηση της ΔΕΘ δεν αντιλαμβάνεται τον ρόλο της. Όχι μόνο επιτίθεται σε όποια φωνή της κοινωνίας των πολιτών και της τοπικής αυτοδιοίκησης δηλώνει την αντίθεσή της στα σχέδια της ανάπλασης, αλλά, επιπλέον, συκοφαντεί την ιδέα οι πολίτες της Θεσσαλονίκης να αποφασίσουν με δημοψήφισμα το μέλλον της Έκθεσης. Σαν να είναι αυτό «το ευχαριστώ» της μακροβιότερης διοίκησης, που, έχοντας εξασφαλίσει το διακομματικό απυρόβλητο, δεν πιέστηκε ποτέ να εξηγήσει την επιχειρηματική στασιμότητα της Εταιρείας και την εικόνα εγκατάλειψης των υποδομών της. Με άλλα λόγια, έχουμε μια διοίκηση, η οποία συστηματικά απαξίωσε το επιχειρείν της εταιρείας, έτσι ώστε ένα επισφαλές και φαραωνικό σχέδιο real estate να εμφανίζεται ως μονόδρομος. Η προσβολή είναι μεγάλη και της αξίζει απάντηση.
3. Επί της ουσίας: Η Έκθεση μπορεί και πρέπει να αναπλαστεί με τη δημιουργία ενός βιώσιμου μητροπολιτικού πάρκου, όπως επιτάσσει η θωράκιση της πόλης στην κλιματική αλλαγή. Αυτό εξασφαλίζεται με την ισορροπημένη πρόταση να διατηρηθούν και να αναστηλωθούν εντός του πάρκου όσα κτήρια εντάσσονται στην εμβληματική μοντερνική αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, που συναποτελείται από το ΑΠΘ, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, το δημαρχείο και τη Νέα Παραλία. Σε τέτοια κτήρια μπορεί να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί η εκθεσιακή δραστηριότητα στους ήπιους τομείς του πολιτισμού και των υπηρεσιών. Εννοείται ότι δεν μπορεί να φιλοξενηθεί η κλινικά νεκρή, κρατικοδίαιτη, γενική «έκθεση» του Σεπτεμβρίου. Από την άλλη, μεγάλα και επιβαρυντικά για το κέντρο της πόλης εκθεσιακά γεγονότα, όπως η Agrotica και όσα την ακολουθήσουν, μπορούν να μεταφερθούν στο αγρόκτημα του Διεθνούς Πανεπιστημίου στη Σίνδο, όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί ήδη πριν από το 2000 με τη διεκδίκηση της EXPO. Κάτι τέτοιο, βέβαια, απαιτεί την ισότιμη προγραμματική συνεργασία της ακαδημαϊκής κοινότητας και των Δήμων της περιοχής, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει στις «μπαγιάτικες» ελίτ του κέντρου.
4. Όσα προηγήθηκαν είναι η μία -και κατά τη γνώμη μου, πειστική- άποψη. Η άλλη των τεράστιων περιπτέρων, του ξενοδοχείου και του εμπορικού κέντρου, παρότι επί δέκα χρόνια μονοπωλεί τη συζήτηση, δείχνει φοβική στον διάλογο και αρνείται την κρίση των πολιτών. Ίσως γιατί όλο και πιο πολύ μοιάζει με πρότζεκτ μιας αυτονομημένης τάχα μου δήθεν μου τεχνοκρατίας, η οποία θα είναι η μόνη ηττημένη από τη ματαίωση των σχεδίων της. Όπως, κάποτε, ο γυμνός βασιλιάς του παραμυθιού.
*Ο Γιάννης Κωνσταντίνου είναι Δικηγόρος, Πρώην Πρόεδρος της ΔΕΘ
