Skip to main content

Η ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου και η… αποσοβιετοποίηση της ΔΕΘ – Helexpo

Η κυβέρνηση και το Υπερταμείο δίνουν μία ακόμη ευκαιρία ανάπτυξης στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης

Η αλλαγή της δομής, του μεγέθους και της σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΘ – Helexpo, την οποία πριν από 20 ημέρες προανήγγειλε ο Κ. Μητσοτάκης και πλέον υλοποιούν, αφενός η κυβέρνηση δια της νομοθετικής οδού τις επόμενες ημέρες και αφετέρου το Υπερταμείο δια της επιλογής των νέων μελών το προσεχές διάστημα, συνιστά θετική εξέλιξη για την εταιρεία. Στο βαθμό -μάλιστα- που η λειτουργία της συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη όχι μόνο σε εθιμικό, αλλά και σε πραγματικό επίπεδο, εξίσου θετική μπορεί να αποδειχθεί η συγκεκριμένη εξέλιξη και για την ίδια την πόλη. Οι αντιδράσεις που καταγράφονται από τους εκπροσώπους ορισμένων πολιτικών και παραγωγικών φορέων της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπούνταν δια νόμου στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΘ – Helexpo και τώρα περιορίζονται σε ένα άμισθο συμβουλευτικό όργανο, έχουν έντονο άρωμα τοπικισμού, και επομένως επί της ουσίας είναι ήσσονος σημασίας. Σε μία εποχή κατά την οποία η αγορά και οι επιχειρήσεις μετρούν τις δυνάμεις τους εκ του αποτελέσματος στην παγκόσμια αρένα, η περιχαράκωση σε εσωτερικά σύνορα -πολύ περισσότερο σε (έσω)εσωτερικά σύνορα-, θυμίζει άλλες εποχές που η ζωή και -κυρίως- η οικονομία έχουν ξεπεράσει προ πολλού.

Ορθολογική και θεσμική

Πέρα, όμως, από τις γραφικότητες που βάζει στην άκρη, η επιλογή της κυβέρνησης να αναθέσει τη λειτουργία της ΔΕΘ – Helexpo στον μέτοχο της, δηλαδή στο Υπερταμείο, είναι ορθολογική και θεσμική. Ενδέχεται, μάλιστα, να αποτελέσει μία ακόμη ευκαιρία στην ίδια την εταιρεία να δείξει όσο δυναμισμό διαθέτει και να αποδείξει εάν όντως μπορεί να λειτουργήσει στην ιδιωτική οικονομία και τον ανταγωνισμό ή -αντίθετα- θα παραμείνει για πάντα εγκλωβισμένη στο δημόσιο, που την δημιούργησε και τη συντηρεί. Χωρίς ουσιαστικές αναπτυξιακές δυνατότητες και επικαλούμενη μονίμως έναν δήθεν κοινωνικό σε σχέση με τις επιχειρήσεις ρόλο που επιτελεί ως εκτελεστικός βραχίονας του κράτους, το οποίο -επίσης δήθεν- οφείλει να στηρίζει και δι’ αυτής της μεθόδου την επιχειρηματικότητα. Προφανώς η συγκεκριμένη συλλογιστική φέρει στην ούγια την ημερομηνία αρκετά παλαιότερων δεκαετιών, κάτι που σημαίνει ότι οι εξελίξεις στο πεδίο της σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου και ότι (πρέπει να) σηματοδοτεί κάτι τέτοιο για την ίδια την εταιρική λειτουργία της ΔΕΘ - Helexpo, έχει άρωμα… αποσοβιετοποίησης. 

Το… αγκάθι της ανάπλασης 

Πέρα από αυτό η απόφαση για αλλαγές στη διοίκηση της ΔΕΘ – Helexpo είναι απολύτως συμβατή με την κυβερνητική απόφαση για μεταβολή του πλάνου σε ό,τι αφορά την ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου, με τη δημιουργία αφενός σύγχρονων εκθεσιακών και συνεδριακών χώρων και αφετέρου μητροπολιτικού πάρκου. Διότι η απόρριψη του… φαραωνικού σχεδίου των 300 εκατ. ευρώ οφείλει να έχει… πατέρα, που δεν είναι άλλος από το Δ.Σ. της εταιρείας, που δούλευε και αποφάσιζε για το πρότζεκτ επί 12 συναπτά έτη.  Όταν κάτι δεν κρίνεται επιτυχημένο  -για να το πούμε κομψά- δεν υπάρχουν συνέπειες για κανέναν; 

Επί της ουσίας τώρα, το ερώτημα είναι ποιον ή ποιους εξυπηρετούσε η επί δεκαετίες υβριδική εταιρική λειτουργία της ΔΕΘ – Helexpo; Ενός δημοσίου οργανισμού, που στη μεταπολίτευση έγινε η πρώτη δημόσια Ανώνυμη Εταιρεία, πιστοποιώντας την ημερομηνία γέννησης των ΔΕΚΟ στη χώρα μας, αλλά 50 χρόνια μετά παραμένει εγκλωβισμένη στη δεκαετία του 1970. Η ίδια πάντως η εταιρική οντότητα ΔΕΘ – Helexpo δεν βγήκε κερδισμένη. Εδώ και 30 χρόνια ο άλλοτε μονοπωλιακός -και γι’ αυτό κραταιός- εθνικός εκθεσιακός φορέας, αφού για καθαρά πολιτικούς λόγους απέτυχε να… ιδιωτικοποιηθεί στη δεκαετία του 1990, απλώς φυλλοροεί. Χάνει μερίδια στην εσωτερική αγορά, δεν τον διακρίνει κανενός είδους εξωστρέφεια, ενώ έχει πάψει προ πολλού να βάζει τους κανόνες στην εκθεσιακή πιάτσα. Την τελευταία 15ετία, μάλιστα, η επίκληση της οικονομικής κρίση από τη μια και το οξύ στεγαστικό πρόβλημα με τις απαξιωμένες εκθεσιακές εγκαταστάσεις, που θα το έλυνε ως εκ θαύματος η ανάπλαση, επέβαλαν μια λογική απλής συντήρησης των εκθεσιακών δραστηριοτήτων της ΔΕΘ – Helexpo, οι οποίες συρρικνώθηκαν. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι στους κόλπους της σημερινής διοίκησης συζητείται στα σοβαρά ότι το 2010 η ΔΕΘ – Helexpo κινδύνευε να απαξιωθεί μέχρι αφανισμού, οπότε η βασική προτεραιότητα ήταν η… επιβίωση, μέχρι να έρθουν καλύτερες ημέρες, κάτι που -όπως οι ίδιοι οι άνθρωποι της ΔΕΘ – Helexpo λένε- επετεύχθη. 

Η… όλη Θεσσαλονίκη

Όλα αυτά συνέβησαν και συμβαίνουν με μια διοίκηση που περιείχε την… όλη Θεσσαλονίκη, γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά για την καταλληλότητα των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων, τα οποία εδώ και αρκετά χρόνια λειτούργησαν καλοπροαίρετα μεν, στο όνομα ενός… τοτέμ της πόλης -της ΔΕΘ – Helexpo-, δε. Ενός τοτέμ, όμως, που είναι περισσότερο ολόγραμμα παρά πραγματικότητα. Λειτούργησαν, δηλαδή, συναισθηματικά, ενώ ο κάθε σύμβουλος προσωπικά γνωρίζει εκ της επιχειρηματικής του ιδιότητας, ότι το συναίσθημα συνήθως λειτουργεί αρνητικά στις δουλειές και εις βάρος του αποτελέσματος. Αλλά, δυστυχώς, στη Θεσσαλονίκη -όπως υποστηρίζει εδώ και χρόνια ένας πρώην πρόεδρος της εταιρείας μεταφράζοντας την εμπειρία του- «τη ΔΕΘ κανείς δεν την βλέπει ως εταιρεία, που δραστηριοποιείται στην ελεύθερη αγορά, αλλά ως δημόσιο οργανισμό, από τον οποίο οι πάντες -διοίκηση, στελέχη, εργαζόμενοι, πελάτες, ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον- κάτι ζητάνε να πάρουν, μικρότερο ή μεγαλύτερο».      

Η διαφορετική ημέρα

Το μόνο βέβαιο σήμερα είναι ότι πιθανότατα η επόμενη ημέρα της ΔΕΘ – Helexpo θα είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Η ποιότητα και η καταλληλότητα των διοικητικών επιλογών του Υπερταμείου θα είναι καθοριστικός παράγοντας για το μέλλον. Όπως, επίσης, ρόλο θα παίξει και η πορεία της οικονομίας και των κλάδων που καλύπτει εκθεσιακά η ΔΕΘ – Helexpo, αφού όλοι όσοι ασχολούνται με την εκθεσιακή αγορά γνωρίζουν ότι η επιτυχία των εμπορικών κλαδικών εκθέσεων συντονίζεται εν πολλοίς με την πορεία του κάθε κλάδου στη συγκεκριμένη φάση. Από την άλλη για τη Θεσσαλονίκη οι εξελίξεις στην ΔΕΘ – Helexpo μπορεί να αποτελέσουν λίγα ακόμη βήματα προς τον απογαλακτισμό από μια νοοτροπία… ποσόστωσης και άρα υπανάπτυξης, που λειτουργεί σαφώς αρνητικά. Το… κόμπλεξ της Θεσσαλονίκης, όπως χαρακτήρισε την Έκθεση υπουργός του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1990, αμέσως μετά την άνευ λόγου και αιτίας απόσυρση του σχεδίου εμπλοκής ιδιωτών στις εκθεσιακές δραστηριότητας, έχει παρατραβήξει. Και ως δράμα -δήθεν η ΔΕΘ (μπορεί να) αποτελεί την ατμομηχανή της ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης- και ως ανέκδοτο -οι κακοί Αθηναίοι που ζηλεύουν και θέλουν να καταστρέψουν τη ΔΕΘ.  

ΥΓ1: Όταν πριν από οκτώ χρόνια η ΔΕΘ – Helexpo εντάχθηκε στο Υπερταμείο αρχικά υπήρξε αντίδραση, που τροφοδοτήθηκε από τα σπλάχνα της εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο - στο οποίο εκπροσωπούνταν οι παραγωγικοί φορείς της Θεσσαλονίκης- και τους εργαζομένους. Η -προφανέστατα προσχηματική- δικαιολογία της αντίδρασης ήταν η τύχη του ακινήτου των 180 στρεμμάτων στο κέντρο της πόλης. Στην πραγματικότητα μάλλον άλλες αλλαγές -σαν κι αυτήν που επίκειται τώρα- φόβιζαν. Στη συνέχεια τα πνεύματα ηρέμησαν, αφού επί χρόνια κανείς δεν ασχολήθηκε ούτε με το ακίνητο, ούτε με τη διοίκηση, ούτε με οποιοδήποτε άλλο φανερό ή… μυστικό θέμα της εταιρείας. Το αντίθετο. Η διοίκηση για τις κινήσεις της επικαλούνταν τον μέτοχο, ενώ κατάφερε -μέσω Υπερταμείου- κάτι που ούτε οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες του Δημοσίου δεν έχουν πετύχει αν και πολύ θα το ήθελαν. Να αποσυνδέσουν τις προσλήψεις της ΔΕΘ – Helexpo από το ΑΣΕΠ, ενώ και στο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων η εταιρεία να ακολουθεί μια πιο χαλαρή διαδικασία απ’ ότι ο στενός δημόσιος τομέας.   

ΥΓ2. Σύντροφοι των φορέων και της αυτοδιοίκησης ψυχραιμία: Η Μακεδονία είναι ελληνική! Ή -αν προτιμάτε- η Μακεδονία είναι Ελλάδα. Δεν θα τα χαλάσουμε εκεί. Τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε!