Skip to main content

Πόλεμος στην Ουκρανία: Όταν η επανάληψη της ιστορίας δεν είναι φάρσα

Άρθρο του καθηγητή του ΑΠΘ, Ιωάννη Πήτα, στη Voria.gr, για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν.

του Ιωάννη Πήτα*

Όταν η Γερμανία και οι σύμμαχοί της ηττήθηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το Nοέμβριο του 1918, οι νικηφόροι Σύμμαχοι υποχρέωσαν τη Γερμανία να υπογράψει τον Ιούνιο του 1919 τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, η οποία περιείχε πολλούς επαχθείς και ταπεινωτικούς όρους, όπως βαριές πολεμικές επανορθώσεις. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η νέα Δημοκρατία της Βαϊμάρης (Γερμανία) αποσταθεροποιήθηκε ευθύς εξ αρχής. Η ταπείνωση και η εξαθλίωση του Γερμανικού λαού έστρωσαν τον δρόμο στον Χίτλερ και οδήγησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά την ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας, οι νικηφόροι Σύμμαχοι (ιδιαίτερα οι πλούσιες ΗΠΑ) δεν επανέλαβαν το ίδιο λάθος. Με το σχέδιο Marshall, το 1948 βοήθησαν με 15 δισ. δολάρια (ποσό τρομακτικό για την εποχή) την Γερμανία και την κατεστραμμένη Δυτική Ευρώπη να ανοικοδομηθούν και να ευημερήσουν. Η Σοβιετική Ένωση, κατεστραμμένη η ίδια, δεν έδωσε ουσιαστική βοήθεια στις μετέπειτα σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (και μάλλον δεν μπορούσε να το κάνει). Αντίθετα απομύζησε κυρίως βιομηχανικούς πόρους από την Ανατολική Γερμανία, με την μορφή πολεμικών επανορθώσεων.

Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Για πολλούς λόγους, πέρα από την καλή αρχή, η Δύση (και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ) βγήκαν νικητές στον Ψυχρό Πόλεμο, ενώ η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε στις συνιστώσες Δημοκρατίες της, που έγιναν ανεξάρτητα κράτη το 1991, με προεξάρχουσα την σημερινή Ρωσία. Δυστυχώς οι νικητές (Δύση και κυρίως οι ΗΠΑ) δεν είχαν την ευθυκρισία να ακολουθήσουν το παράδειγμα του σχεδίου Marshall και να υποστηρίξουν τους ηττημένους. Αρκέστηκαν σε μια ψευδο-δημοκρατική Ρωσία με επικεφαλής έναν μάλλον ανίκανο Πρόεδρο (κο Μπ. Γιέλτσιν) που κυβέρνησε την χώρα το 1991-1999. Ανέχθηκαν την λεηλάτηση του κρατικού πλούτου από Ρώσους ολιγάρχες, με την ελπίδα ότι ο άγριος εκ-καπιταλισμός (θεραπεία σοκ) θα τα έλυνε όλα. Είδαν να καταστρέφεται η τεχνολογική υποδομή της Ρωσίας, εκτός ίσως από την πολεμική βιομηχανία και τις υπηρεσίες του Διαστήματος που κάπως επιβίωσαν. Ευχαρίστως δέχτηκαν τους Ρώσους επιστήμονες στην Δύση. Θυμάμαι ότι ο φίλος μου καθηγητής Λ. Γιαροσλαβσκι προτίμησε, σε μάλλον προχωρημένη ηλικία, να αφήσει την προνομιακή του θέση του Διευθυντή Ινστιτούτου Μετάδοσης Πληροφοριών της ΕΣΣΔ και να αναζητήσει νέα καριέρα στο Ισραήλ. Οι νικητές δεν βοήθησαν οικονομικά την παραπαίουσα Ρωσία να ευημερήσει, παρότι η περίοδος 1994-2008 ήταν μια περίοδος παχιών αγελάδων για την Δύση, με ετήσια αύξηση του ΑΕΠ περίπου 4%,, όπως φαίνεται στο Σχήμα 1. Απλώς είδαν την Ρωσία σαν μια μεγάλη αγορά, πλούσια σε φυσικούς πόρους. Δεν θέλησαν (μάλλον διότι φοβούνταν), ή δεν κατάφεραν να την ενσωματώσουν ούτε σε ένα διεθνές σύστημα ασφάλειας (πχ σε μια σχέση με ένα νέο NATO), ούτε σε μια διεθνή οικονομική συμμαχία (πχ. Ευρωπαϊκή Ένωση). Σημειωτέον, ότι δεν υπήρχε κανένας πολιτικός λόγος για μια τέτοια αποτυχία, διότι ο σοσιαλισμός είχε ήδη καταρρεύσει.

Αντίθετα, η Δύση ήταν πρόθυμη να ενσωματώσει τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στο NATO (κυρίως την περίοδο 2004-2007) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (κυρίως την περίοδο 2004-2007), ώστε να αυξήσει την οικονομική και στρατιωτική ισχύ της. Η πολιτική αυτή και, ιδιαίτερα, τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ωφέλησαν και σταθεροποίησαν τις χώρες αυτές και πολιτικά και οικονομικά. Βέβαια, παρατράγουδα αυταρχισμού υπάρχουν, κυρίως στην Ουγγαρία, αλλά και στην Πολωνία.

Το αποτέλεσμα της (έλλειψης) πολιτικής της Δύσης προς την Ρωσία ήταν μια τεράστια υποχώρηση του ρωσικού ΑΕΠ, με ρυθμούς που έφθασαν το -15% (1992) και που παρατηρούνται μόνον μετά από πολέμους. Η συρρίκνωση συνεχίστηκε επί μία πενταετία τουλάχιστον (1990-1996), όπως φαίνεται στο Σχήμα 1. Την περίοδο αυτή υπήρξε μια απίστευτη εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η οικονομία αναπτύχθηκε γρήγορα μετά το 1996 (ακόμα επί Γιέλτσιν), αλλά σε εντελώς διαφορετική βάση: η Ρωσία έγινε απλή προμηθεύτρια πρώτων υλών (κυρίως υδρογονανθράκων), δηλαδή κάτι σαν τις τεχνολογικά υστερούσες Αραβικές χώρες.

Και βέβαια ήρθε η ετεροχρονισμένη ρωσική αντίδραση, στην εποχή Πούτιν (πρακτικά από το 1999 μέχρι σήμερα). Μια δυναμική οικονομική ανάπτυξη, κυρίως στην περίοδο 1999-2013 (εκτός του 2009) μπόρεσε να χρηματοδοτήσει τουλάχιστον την πολεμική βιομηχανία και τους εξοπλισμούς, αλλά και να ανεβάσει το γενικό βιοτικό επίπεδο. Η αυταρχική διακυβέρνηση συνδυάστηκε με έναν ιδιότυπο εθνικισμό, που ποτέ δεν ξέχασε την καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης και την μετέπειτα οικονομική καταστροφή. Ο εθνικισμός καλλιέργησε και τράφηκε από την εσωτερική αίσθηση ότι η Ρωσία πολιορκείται από την Δύση, πράγμα που τεχνηέντως αξιοποίησε ο Πούτιν, όπως φαίνεται και από την αποδοχή των πολέμων στην Ουκρανία (2014, 2022) από μεγάλα τμήματα του ρωσικού πληθυσμού (πάνω από 50%). Η αλήθεια, που κρύβεται από τον Πούτιν, είναι ότι ο αυταρχισμός του ίδιου και των δορυφόρων του κινδυνεύει από τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες, όχι μια δημοκρατική Ρωσία. Για τον λόγο αυτό προσπάθησε να υπονομεύσει την Δύση μέσω της υποστήριξης ακροδεξιών και λαϊκίστικών κομμάτων (Λεπέν στην Γαλλία) και καθεστώτων, όπως της Ουγγαρίας και Τουρκίας και της αποδιδόμενης ανάμειξης σε εκλογές δυτικών χωρών (ΗΠΑ, Αγγλία).

Τα πρώτα δείγματα γραφής του ρωσικού εθνικισμού φάνηκαν ήδη το 1992 στην Υπερδνειστερία, αλλά κυρίως το 2008 στην Γεωργία και το 2014 στην Κριμαία. Η εισβολή στην Ουκρανία το 2022 είναι συνέχεια της ρωσικής εθνικιστικής πολιτικής, αλλά με πολύ μεγαλύτερες φιλοδοξίες μετωπικής αντιπαράθεσης με την Δύση.

Ένα άλλο μεγάλο λάθος της Δύσης (ιδιαίτερα των ΗΠΑ), δεν ήταν τόσο η ιδέα να μπει η Ουκρανία και η Γεωργία στο ΝΑΤΟ (2008), όπως πιστεύει ο κος J. Mearsheimer στο περιοδικό Economist της 19/3/2022, αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης (λόγω φόβου) ή επιμονής να μπει η ίδια η Ρωσία σε ένα νέο Μετα-ΝΑΤΟ (που τότε δεν είχε διεθνή αντίπαλο) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι αφέθηκε η Ρωσία στην αγκαλιά της ανερχόμενης Κίνας. H οικονομική και πληθυσμιακή υπεροχή της Κίνας είναι αναμφισβήτητη: ολόκληρη η Σιβηρία έχει μόνον 33 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ μόνον η πολύ μικρότερη Μαντζουρία (ΒΑ Κίνα) έχει 107 εκατομμύρια κατοίκους. Επομένως, η Κίνα με τις τεράστιες ανάγκες πρώτων υλών, ευχαρίστως θα καταπιεί την Ρωσία στο μέλλον, τουλάχιστον το Ασιατικό τμήμα της (Σιβηρία).

H στρατηγική συνεργασία Ρωσίας-Κίνας επιβεβαιώθηκε στο πρόσφατο μακροσκελές κοινό ανακοινωθέν τους στις 4/2/2022 (που δεν σχολιάστηκε ευρέως στην Δύση), επ’ ευκαιρία της επίσκεψης Πούτιν για την έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων του Πεκίνου. Ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει ότι οι διεθνείς σχέσεις μπαίνουν σε νέα εποχή (τα ίδια που ισχυρίζεται και ο κ. Ερντογάν), στην οποία οι δύο χώρες θα παίξουν κυρίαρχο ρόλο. Μιλούν για Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (Eurasian Economic Union) και μη περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ και αμφισβητούν την διεθνή τάξη που προέκυψε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να συμμετάσχουν πολιτικά στην τελετή έναρξης.

Από την στιγμή που παγιώθηκε η συμμαχία αυτή, οι ΗΠΑ ίσως συνειδητά επέλεξαν να αναμετρηθούν πρώτα με το πιο αδύναμο μέλος της συμμαχίας (την Ρωσία), και μετά να προχωρήσουν στην αντιμετώπιση της κύριας απειλής (Κίνα). Βέβαια, η Ρωσία έπεσε στην παγίδα και προχώρησε σε στρατιωτική αναμέτρηση με αποτέλεσμα την καταστροφή της Ουκρανίας, τεράστιο κόστος για την ίδια και παραπέρα εξάρτησή της από την Κίνα.

Είναι αλήθεια ότι και η Ρωσία του Πούτιν κάθε άλλο παρά έδειξε δείγματα να συμβιβαστεί με την μικρή οικονομική της δύναμη και να δεχθεί το ρόλο μιας συνεργαζόμενης παγκόσμιας δύναμης δεύτερης κατηγορίας, σε μια σχέση σαν των ΗΠΑ-Αγγλίας ή Γερμανίας-Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σημειωτέον ότι τέτοιοι ρόλοι δεν είναι κατ’ ανάγκην υποτιμητικοί. Το δείχνει το παράδειγμα της Γερμανίας που είναι σχεδόν πρώτης τάξης παγκόσμια οικονομική δύναμη. Αντίθετα, η Ρωσία προώθησε τις στρατιωτικές της δαπάνες, εξήγαγε ή προώθησε τον αυταρχισμό σε γειτονικά κράτη (κυρίως Λευκορωσία και χώρες της Κεντρικής Ασίας) και επανήλθε στην διεθνή σκηνή μέσω της επέμβασής της στην Συρία (αλλά αργότερα και στην Λιβύη και υποσαχάρια Αφρική), εκμεταλλευόμενη την αναχωρητική πολιτική του κου Τραμπ. Σίγουρα υπερεκτίμησε τις δυνάμεις της και ξέχασε ότι η Σοβιετική Ένωση δεν νικήθηκε στρατιωτικά αλλά οικονομικά. Επομένως και η Δύση και η Ρωσία δεν φαίνεται να διδάχθηκαν από την ιστορία, η οποία επαναλαμβάνεται, δυστυχώς σαν πόλεμος, όχι σαν φάρσα.

Τα παραπάνω μπορεί να εξηγούν την ιστορία, αλλά σε ΚΑΜΜΙΑ περίπτωση δεν δικαιολογούν τον ρωσικό εθνικισμό και τους πολέμους για τους οποίους ευθύνεται (και τους οποίους προσωπικά καταδικάζω απερίφραστα). Ίσως βοηθήσουν να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη στο μέλλον. Κατά την γνώμη μου, το μέλλον της Δύσης δεν είναι η ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αλλά η δημιουργία συνθηκών για εισδοχή μιας δημοκρατικής Ρωσίας στην Δύση. Μπορεί να φαντάζει ουτοπία, αλλά τίποτε δεν είναι αδύνατο στην πολιτική.

*Ο Ιωάννης Πήτας είναι καθηγητής ΑΠΘ 

Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: REUTERS/Stringer