Skip to main content

Πώς η ποσοτική ανάπτυξη του τουρισμού στη Θεσσαλονίκη θα βελτιώσει το κοινωνικό της προφίλ

Η καθιέρωση ενός προορισμού ως κλασικού μπορεί, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να περάσει από ένα μπαράζ γεγονότων

Στις αρχές της χρονιάς, λίγες εβδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης, μιλώντας σε εκδήλωση για τον τουρισμό στη Θεσσαλονίκη είπε ότι στόχος του είναι να διεξάγεται κάθε μήνα στην πόλη μία ξεχωριστή -και κατά το δυνατόν με διεθνές ενδιαφέρον- εκδήλωση, ώστε να υπάρχουν αφορμές για τόνωση της επισκεψιμότητας.

Κάτι που αν επιτευχθεί μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά παραγωγικό, αφού οι λαμπερές εκδηλώσεις είναι ένας τρόπος προσέλκυσης κόσμου σε περιοχές, όπου ίσως διαφορετικά αυτός ο κόσμος δεν θα επέλεγε να πάει, τουλάχιστον κατά προτεραιότητα, επειδή δεν έχουν πείσει για τα μόνιμα χαρακτηριστικά τους. Και η Θεσσαλονίκη χρειάζεται αυτή την προσέγγιση, ως ενδιάμεσο βήμα, ως… γέφυρα, από την τουριστική απαξίωση που υπήρχε 10 – 15 χρόνια πριν, μέχρι την πλήρη καταξίωση ως τουριστικού προορισμού γι’ αυτό που είναι ως πόλη και για όσα μπορεί να προσφέρει, που ενδέχεται να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια. Διότι όπως η ποιοτική αναβάθμιση του τουρισμού περνάει μέσα από τη δημιουργική διαχείριση της ποσοτικής ανάπτυξης που προηγείται, έτσι και η καθιέρωση ενός προορισμού ως κλασικού μπορεί με τους κατάλληλους χειρισμούς να περάσει από ένα μπαράζ γεγονότων, τα οποία να λειτουργήσουν ως κίνητρο για παλαιότερους ή νέους επισκέπτες, οι οποίοι θα έρθουν σε επαφή με την περιοχή και θα την καταχωρήσουν ανεξίτηλα στο μυαλό και την καρδιά τους.

Με μια βασική προϋπόθεση: ότι αυτά τα γεγονότα-κράχτες, που μπορεί να είναι κοινωνικά, καλλιτεχνικά, αθλητικά, εμπορικά και πολλών άλλων ειδών και αποχρώσεων, θα είναι συνεχή για ικανό χρονικό διάστημα και η πόλη θα επιδεικνύει συνέπεια ως προς την διεξαγωγή τους. Σε αυτό το πλαίσιο το EuroPride, που ξεκίνησε χθες στη Θεσσαλονίκη και θα διαρκέσει όλη την επόμενη εβδομάδα, επιτελεί τον ρόλο του… κράχτη για την πόλη. Διότι το βέβαιο είναι ότι οι επισκέπτες με αφορμή αυτό το ιδιαίτερο γεγονός θα είναι χιλιάδες -οι εκτιμήσεις λένε για 40.000, αλλά ίσως να είναι λιγότεροι ή περισσότεροι. Σε κάθε περίπτωση οι επισκέπτες θα είναι χιλιάδες και αυτό είναι που μετράει σε αυτή τη φάση. Διότι σε έναν καυτό και υγρό Ιούνιο, όταν το να κυκλοφορεί κάποιος στη Θεσσαλονίκη από αργά το πρωί μέχρι νωρίς το βράδυ είναι μαρτύριο και κατόρθωμα μαζί, η παρουσία κάποιου ξένου επισκέπτη στην πόλη συνδέεται με κάτι συγκεκριμένο και όχι με την απλή επιθυμία να βρεθεί στην παραλία, στα Λαδάδικα, στα μνημεία, στην αγορά, στα καφέ και στα εστιατόρια.

Το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να δημιουργεί η Θεσσαλονίκη θελκτικά διεθνώς γεγονότα με αξιοσημείωτη πυκνότητα είναι ένα ερώτημα που θα απαντήσει η ζωή. Σε σημαντικό βαθμό κάτι τέτοιο -αναμφίβολα φιλόδοξο- θα εξαρτηθεί και από τον βαθμό συνεργασίας των φορέων της πόλης, αφού ο δήμος από μόνος του μάλλον δεν μπορεί να καταφέρει έναν τέτοιο άθλο. Ούτε είναι η δουλειά του άλλωστε να οργανώνει σώνει και καλά μεγάλα μηνιαία event. Αντίθετα η δουλειά του σε αυτό το επίπεδο είναι να συσπειρώνει δυνάμεις και να συμβάλλει στον συντονισμό δραστηριοτήτων, οι οποίες λίγο πολύ «περνούν» υποχρεωτικά από την πόρτα και τα γραφεία του δημαρχείου. Και μόνο το γεγονός ότι οι βασικοί κοινόχρηστοι χώροι της πόλης -δρόμοι, πεζόδρομοι, πλατείες, πάρκα, πεζοδρόμια, Νέα και Παλαιά Παραλία, Α΄ προβλήτας του λιμανιού- λειτουργούν υπό την διαχειριστική του φροντίδα και επίβλεψη, σημαίνει πως οτιδήποτε μεγάλο κι αν συμβεί στη Θεσσαλονίκη χρειάζεται την άδεια του Δήμου. Επίσης τη συνδρομή και τη συμπαράστασή του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αύξηση της επισκεψιμότητας της Θεσσαλονίκης -είτε at hoc και με κάποια αφορμή, είτε μόνιμα σε κάποιο επόμενο στάδιο και εφόσον όλα εξελιχθούν κατ’ ευχήν- μπορεί να βελτιώσει επί της ουσίας το προφίλ της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, αφού αναμένεται να την επηρεάσει σε δύο επίπεδα:

Πρώτον, στην οικονομική ανάπτυξη, τη δημιουργία κοινωνικού πλούτου και την απασχόληση, επειδή οι επισκέπτες διακινούν «εισαγόμενο» χρήμα, το οποίο παράλληλα διαχέεται οριζόντια, όπως συμβαίνει με τις τουριστικές δραστηριότητες, και πολλαπλασιάζεται μέσω της διαδικασίας της μόχλευσης.        
Δεύτερον, στην κοινωνική ανάπτυξη, αφού η παρουσία πολλών ξένων σε μια περιοχή, επηρεάζει τη νοοτροπία των ανθρώπων και τονώνει τον κοσμοπολιτισμό, ο οποίος αποτελεί καθοριστικό κοινωνικό χαρακτηριστικό. Η Θεσσαλονίκη στη μεγαλύτερη διάρκεια των 23 αιώνων της ιστορίας της ήταν εμπορικό, πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό κέντρο, πραγματικό σταυροδρόμι. Από αυτή την κατάσταση, που εκ των πραγμάτων ατόνισε και προοπτικά χάθηκε αρχικά το 1912 με την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό κι εν συνεχεία το 1943 με το ξεκλήρισμα του εβραϊκού στοιχείου της πόλης από τους Ναζί, αντλούσε τη δύναμη και την επιρροή της ως δεύτερη πόλη σε δύο αυτοκρατορίες, στη Βυζαντινή και την Οθωμανική. Ενώ ήταν σημαντικό αστικό κέντρο και στην προηγούμενη αυτών των δύο, τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Με βάση, λοιπόν, αυτά τα δύο δεδομένα η μεγαλύτερη διεθνοποίηση της Θεσσαλονίκης είναι φυσικό και επόμενο να δημιουργήσει ευρύτερες ωφέλειες στην τοπική κοινωνία. Η οικονομική ανάπτυξη και η βελτίωση της νοοτροπίας  ενδέχεται να την αναβαθμίσουν και πάλι σε μεγαλούπολη -από μικρομέγαλο μέρος που είναι σήμερα, στο οποίο κάνουν… πάρτι διάφορες πολιτικές, θρησκευτικές και κοινωνικές δοξασίες. Εάν κατοχυρώσει αυτή την αναβάθμιση η Θεσσαλονίκη θα εξυπηρετεί τους ίδιους τους κατοίκους της διαφορετικά από σήμερα, που απλώς συνιστά ένα συμπαθές -ακόμη και όμορφο- αστικό περιβάλλον. Θα τους προσφέρει ορίζοντες, που πάντα περνάνε είτε από την οικονομική ανάπτυξη, είτε από τις δημιουργικές διεξόδους, που σήμερα είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Όπως έχει πει κι ένας… σοφός «σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι πόλη γι’ ανθρώπους με έτοιμα και όχι για ανθρώπους με αίτημα». Κάτι που εξ’ ορισμού αφορά τις νεότερες γενιές, αφού οι παλιότεροι συνήθισαν, κουράστηκαν, βρήκαν τις άκρες τους έστω και με εκπτώσεις, και, πλέον, δεν ενδιαφέρονται να την αποχωριστούν.