Τα ταμπού κάποτε πέφτουν. Όπως και τα κόμπλεξ κάποτε (πρέπει να) ξεπερνιούνται. Για τη Θεσσαλονίκη κάθε συζήτηση για κατάργηση της Διεθνούς Εκθέσεως του Σεπτεμβρίου -μία από τις πολύ λίγες στον κόσμο με Γενικό χαρακτήρα- είναι ταμπού. Ενώ, όπως είπε 25 χρόνια πριν υπουργός της τότε κυβέρνησης Σημίτη που ήταν εμπλεκόμενος στην αποτυχημένη ιδιωτικοποίηση του εθνικού εκθεσιακού φορέα, «για τη Θεσσαλονίκη η Έκθεση είναι κόμπλεξ». Κάτι που αποδείχθηκε ξανά πριν από μερικά χρόνια, στην κορύφωση του 3ου Μνημονίου, όταν ακόμη και οι πλέον εμβληματικοί φορείς του ιδιωτικού τομέα στη Θεσσαλονίκη, όπως είναι τα Επιμελητήρια και οι Σύνδεσμοι Βιομηχανιών και Εξαγωγέων, προσπάθησαν να υψώσουν ανάχωμα στην ένταξη της ΔΕΘ – Helexpo AE στο Υπερταμείο, ώστε να παραμείνει στον στενό πυρήνα του Δημοσίου. Προσπάθεια που ναι μεν απέτυχε, αλλά κατέδειξε τον τρόπο που σκέφτονται οι παράγοντες της πόλης για τη ΔΕΘ – Helexpo. Μια εταιρεία που αφενός κινείται στην ελεύθερη αγορά και αφετέρου στο διοικητικό της συμβούλιο εκπροσωπούνται όλοι οι βασικοί φορείς του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας στην πόλη και την περιοχή.
Τα πράγματα ίσως -λέμε ίσως- να είναι πιο απλά, εάν τα αποφορτίσουμε από το άχρηστο βάρος της ιστορίας και της παράδοσης. Προσοχή! Όχι από το βάρος της ιστορίας και της παράδοσης γενικά κι αόριστα, αλλά από το άχρηστο βάρος. Αυτό σημαίνει ότι προφανώς η ΔΕΘ συνιστά εμβληματικό τοπόσημο για τη Θεσσαλονίκη. Ιδρύθηκε το 1926 από τον Νικόλαο Γερμανό και για περίπου έναν αιώνα συνέβαλε στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της πόλης. Με τις κατάλληλες προσαρμογές όμως. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι η Helexpo αποτέλεσε την πρώτη Ανώνυμη Εταιρεία του ελληνικού δημοσίου τη δεκαετία του 1970, σε μια περίοδο κατά την οποία η έννοια των ΔΕΚΟ ήταν παντελώς άγνωστη.
Ήταν ο εκδότης Ιωάννης Βελλίδης, ο οποίος ως πρόεδρος της ΔΕΘ στην μεταπολίτευση έπεισε τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, ότι ένας Οργανισμός που κινείται σχεδόν αποκλειστικά στο πεδίο της ιδιωτικής οικονομίας, θα πρέπει να απεμπλακεί από τις αγκυλώσεις του στενού δημόσιου τομέα και να «εξοπλιστεί» με την ευελιξία και τις δυνατότητες μιας ΑΕ, ώστε να ανταποκριθεί στον ρόλο του. Κάτι που -για παράδειγμα- στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης συνέβη δύο δεκαετίες μετά, μόνο και μόνο για να εισέλθει η ΟΛΘ ΑΕ στο Χρηματιστήριο Αθηνών και να αντλήσει κεφάλαια. Σήμερα για τη ΔΕΘ – Helexpo ίσως να μην υπάρχει θέμα αλλαγής θεσμικού πλαισίου ή ιδιοκτησίας, αλλά αυτό δεν (πρέπει να) σημαίνει ακινησία. Επίκαιρο παράδειγμα η Διεθνής Έκθεση του Σεπτεμβρίου, που «κολυμπάει» στην ακινησία. Διότι ενώ η έννοια των γενικών Εκθέσεων έχει εκλείψει από δεκαετίες παντού στην Ανατολή, τη Δύση, το Βορρά και το Νότο του πλανήτη, η ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου παραμένει «ζωντανή». Έστω και ως καρικατούρα του εαυτού της. Σε αντίθεση με τις κλαδικές εκθέσεις και τις συνεδριακές εκδηλώσεις, που αποδεικνύονται καθημερινά χρήσιμα εργαλεία για την επιχειρηματικότητα και την οικονομία γενικότερα, η Γενική Έκθεση εκπροσωπεί μία νεκρή παράδοση και μία εξαιρετικά αμφίβολη προοπτική. Όπως αποδείχθηκε φέτος λειτουργεί κατά βάσιν ως σκηνικό για κυβερνητικές ανακοινώσεις, πολιτικές κόντρες και κομματικούς διαξιφισμούς, το οποίο χρεώνονται όσοι συμμετέχουν στη διοργάνωση άμεσα ή έμμεσα. Πληρώνοντας οι ίδιοι ή επιδοτούμενοι.
Όπως αποδείχθηκε περίτρανα τα τελευταία χρόνια η Γενική Έκθεση του Σεπτεμβρίου είναι εξαιρετικά ευάλωτη στους εξωτερικούς παράγοντες. Και ίσως αυτή η κακοτυχία να είναι η ευκαιρία για την επανατοποθέτησή της στην πραγματικότητα. Το 2020 δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της πανδημίας. Το 2021 έγινε μόνο για εμβολιασμένους και με αυστηρά μέτρα. Πέρσι υπήρχε ακόμη μια συγκρατημένη κατάσταση, καθώς ο κορωνοϊός δεν είχε ξεπεραστεί εντελώς. Φέτος οι φυσικές καταστροφές -κυρίως στη Θεσσαλία- και οι πολιτικές απουσίες -εγκαίνια δεν έγιναν, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έχει αρχηγό και η παρουσία της ήταν υποτονική, ενώ ο πρωθυπουργός ανεβαίνει σήμερα- αποστέρησαν το όποιο ενδιαφέρον, κάτι που καταγράφεται τόσο στα εκδοτήρια της ΔΕΘ, όσο και στην εικόνα του Εκθεσιακού Κέντρου. Κι όμως παρά τα τέσσερα -ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε τρία- άτυχα χρόνια η ΔΕΘ δεν έλλειψε σε κανέναν. Σε αντίθεση -για παράδειγμα- με την κραταιά Agrotica, που δεν πραγματοποιήθηκε λόγω πανδημίας, αλλά όλοι όσοι συμμετείχαν και όσοι ενδιαφέρονταν να την επισκεφθούν έψαχναν μετά μανίας την καταλληλότερη νέα ημερομηνία, ώστε να μη χαθεί το ραντεβού της αγροτικής οικονομίας.
Με αυτά τα δεδομένα ίσως οι αρμόδιοι θα έπρεπε να σκεφτούν τρόπους, ώστε και το πολιτικό ενδιαφέρον να διατηρηθεί -κάτι που συμφέρει τη Θεσσαλονίκη- και να υπάρξει νέα δυναμική. Όλα τα υπόλοιπα βολεύονται. Για τα ειδικά σαλόνια της ΔΕΘ (ενέργεια, start ups, Επιμελητήρια κλπ.) υπάρχουν οι κλαδικές, για τους λιανοπωλητές λειτουργούν οι λαϊκές και άλλες υπαίθριες αγορές, για τις συναυλίες υπάρχουν το Θέατρο Δάσους, το Θέατρο Γης, η Μονή Λαζαριστών, το στρατόπεδο Κόδρα και άλλοι χώροι. Όσο για τις τοπικές παρουσίες, όπως είναι οι ομάδες της πόλης, οι φορείς της πόλης, τα μέσα ενημέρωσης της πόλης και άλλες ειδικές κατηγορίες, εάν σώνει και καλά πρέπει να συμμετέχουν σε κάποια έκθεση, ας είναι μια ειδική, κλαδική για τη Θεσσαλονίκη!
Παράγοντες που βρίσκονται κοντά στη διοίκηση της ΔΕΘ – Helexpo επιμένουν ότι ο λόγος που το θέμα της ταυτότητας της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου παραμένει «ιερό τοτέμ» και δεν έχει μπει πάνω στο τραπέζι είναι διπλός. Αφενός η προβολή της ίδιας της εταιρείας μέσω των πολιτικών διαδικασιών και γεγονότων και αφετέρου η έλλειψη δημιουργικών προτάσεων και ιδεών για ένα είδος έκθεσης που βρίσκεται σε αποδρομή διεθνώς.
Πάντως, επειδή όλη η Θεσσαλονίκη συμφωνεί ότι το πολιτικό πανηγύρι του Σεπτεμβρίου έχει και τα θετικά του για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή, ίσως η μόνη σοβαρή διέξοδος για τη ΔΕΘ είναι η μετατροπή της σε ένα πενθήμερο πολύ-γεγονός, συνέδριο και φόρουμ διαλόγου, με υψηλού επιπέδου συμμετοχές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, το οποίο είναι βέβαιον ότι θα λάβει την προβολή που του αξίζει. Ο πρωθυπουργός θα μπορεί να εξαγγέλλει την οικονομική πολιτική της επόμενης περιόδου, οι υπουργοί θα αναλύουν και θα διευκρινίζουν τα μέτρα και τις ρυθμίσεις, η αντιπολίτευση θα ασκεί κριτική, οι οικονομικοί παράγοντες θα τοποθετούνται. Ακόμη και ο θεσμός της τιμώμενης χώρας θα μπορούσε να διασωθεί, εάν η μοναδική εκθεσιακή δραστηριότητα αυτού του πενθημέρου θα ήταν οι επιχειρήσεις της τιμώμενης χώρας. Και για να μην ξεχνάμε και τον πολιτιστικό και κοινωνικό ρόλο που ιστορικά παίζει η ΔΕΘ – Helexpo για τη Θεσσαλονίκη, το πενθήμερο θα κλείνει -ή θα ανοίγει ή θα ανοίγει και θα κλείνει- με ένα ή δύο σημαντικά και μοναδικά πολιτιστικά γεγονότα, που θα προσελκύουν πανελλαδικό και ίσως ευρύτερο ενδιαφέρον. Και όχι όπως φέτος, που η συμπαθής και εξαιρετικά δημοφιλής αοιδός Ήβη Αδάμου, που θα ανέβει αύριο το βράδυ στην εξέδρα των λαϊκών συναυλιών της 87ης ΔΕΘ, σήμερα -βράδυ Σαββάτου- θα εμφανιστεί στη «Λευκή Νύχτα» που οργανώνει ο Εμπορικός Σύλλογος Ευόσμου, για να τονώσει την κίνηση των εμπορικών καταστημάτων της περιοχής.