Skip to main content

Πού οδηγεί τις εξελίξεις η «ομηρία» των πολιτικών από τις διαθέσεις της αγοράς

Το κύμα ακρίβειας γιγαντώνεται στην Ελλάδα και ο κίνδυνος να διαταράξει τις υπάρχουσες πολιτικές ισορροπίες είναι ορατός.

Η αδυναμία των πολιτικών να αντιμετωπίσουν τις διαθέσεις και τις διακυμάνσεις της αγοράς γίνεται ολοένα και πιο απειλητική για την κοινωνική συνοχή. Δεν χρειάζονται (και πλέον δύσκολα γίνονται) στις ευρωπαϊκές χώρες επαναστάσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι σε μεγάλο βαθμό η απαξίωση των πολιτικών από τους πολίτες είναι απότοκο αυτής της αδυναμίας τους.

Αντί όμως οι πολιτικοί να προσπαθούν να λύσουν αυτόν τον γρίφο, ασχολούνται κυρίως με τη διαχείριση και λειτουργούν με ορίζοντα τετραετούς θητείας. Αποτέλεσμα είναι αντί να κερδίζουν να φθείρονται στην κοινωνία και τελικά να αποδίδουν τη φθορά τους σε άλλα αίτια, κυρίως συγκυριακά.

Αυτό σημαίνει ότι εθελοτυφλούν ή αποδέχονται μοιρολατρικά την αδυναμία τους να ελέγξουν την αγορά, όπως αποδέχονται και την απαξίωση που έχουν προς αυτούς οι πολίτες, ασχέτως εάν κατορθώνουν με διάφορα τερτίπια να την κρύβουν κάτω από το χαλί, ακόμη και για πολλά χρόνια.

Ο απαξιωτικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι πολίτες στις ιδιωτικές (και πλέον με τα social media και στις δημόσιες) συζητήσεις τους τους πολιτικούς είναι ενδεικτικές. Πλέον έπαψε να είναι ένα φαινόμενο και κατέστη γενικευμένη νοοτροπία. Οι πολίτες αντιδρούν. Απλώς όχι με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά, με μαζικές κινητοποιήσεις ή άλλους κλασικούς τρόπους.

Τα αναφέρω όλα αυτά με αφορμή την εκτόξευση του πληθωρισμού, που πλήττει ανελέητα τα νοικοκυριά και φαίνεται ότι θα συνεχίσει να τα πλήττει για πολύ καιρό ακόμη, όσο εξελίσσεται η κρίση ακρίβειας και η ενεργειακή κρίση (συγκυριακά και ο πόλεμος στην Ουκρανία).

Στην Ελλάδα ο πολιτικός κόσμος είχε μια ευκαιρία (ιστορική θα τη χαρακτήριζα) να αλλάξει, να μάθει και να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορεί να παρεμβαίνει σε οικονομικές κρίσεις, ώστε να περιορίζει δραστικά τις επιπτώσεις τους. Η ευκαιρία ήταν τα μνημόνια, Υπό αυτή την έννοια αποκτά νόημα και το γνωστό τσιτάτο ότι «κάθε κρίση είναι και μια ευκαιρία».

Το πρόβλημα σαφώς δεν είναι ελληνικό, αλλά παγκόσμιο, όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελεί βάσιμο άλλοθι για να σηκώσουν οι εγχώριοι πολιτικοί τα χέρια ψηλά.

Η οικονομία είναι αυτή που θα φέρει και τις πολιτικές ανακατατάξεις τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα. Με το δημόσιο χρέος να είναι δραματικά υψηλό, με τα δημοσιονομικά να απαιτούν διαρκή προσοχή, με τα οικονομικά των νοικοκυριών να μην έχουν προλάβει να ανακάμψουν από την τελευταία υπερδεκαετή οικονομική κρίση, είναι προφανές ότι η πολιτική συμπεριφορά των πολιτών θα έχει ως κινητήριο μοχλό την τσέπη τους. Αυτό το «κύμα» κάποιοι πολιτικοί θα το καβαλήσουν και κάποιους θα τους «πνίξει». Και κάποια κόμματα επίσης...

Δεν είμαι σε θέση να προβλέψω πώς θα αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, ούτε καν αν θα αλλάξει το πολιτικό σκηνικό δραστικά εν όψει των μεθεπόμενων εκλογών (αν πιεστούν πολύ τα πράγματα ακόμη και στις επόμενες). Μπορώ όμως να ισχυριστώ (όπως και πολλοί άλλοι) από τώρα ότι η επόμενη μέρα στην εγχώρια πολιτική (μετά την οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή κρίση, την κρίση ακρίβειας και τον πόλεμο) δεν θα είναι ίδια με τη σημερινή ή με αυτή που συνηθίσαμε μέχρι σήμερα.

Η έκρηξη του κόσμου, εφόσον ούτε επαναστάσεις ευδοκιμούν ούτε και κινήματα τύπου «Αγανακτισμένων», μπορεί να γίνει με πιο «θεσμικό» και λιγότερο θορυβώδη τρόπο. Μέσα από τα κόμματα, παλιά και νέα, μέσα από τις εκλογές και την ψήφο των πολιτών. Τα μηνύματα άλλωστε που στέλνει ο πολίτης μέσω της κάλπης λαμβάνονται στα σίγουρα και είναι καθοριστικά.

Το κύμα ακρίβειας

Διαβάζοντας τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, προκύπτει ότι η έκρηξη του πληθωρισμού τον Μάρτιο, δηλαδή το κύμα των ανατιμήσεων, πλήττει ευθέως τα αγαθά πρώτης ανάγκης για τα νοικοκυριά. Τι καθορίζει κυρίως τον πληθωρισμό το αποτυπώνει η ΕΛΣΤΑΤ στα ποσοστά ανά τομέα.

Μπορεί να ζαλίζουν τα ποσοστά αυξήσεων στον ηλεκτρισμό κατά 79%, στο φυσικό αέριο κατά 68%, στο πετρέλαιο θέρμανσης κατά 58,5%, στα λάδια κατά 19,9% και στα λαχανικά κατά 13%, όμως στον πολίτη αυτά τα ποσοστά, τα νούμερα, δεν λένε τίποτα. Καταλαβαίνει τι γίνεται με την αδυναμία του να ανταποκριθεί ακόμη και στα περιορισμένα έξοδα κάθε μήνα.

Εκείνο που για μένα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία δεν είναι για παράδειγμα ότι το κύμα ανατιμήσεων πλήττει τις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων. Αλλά ότι πλήττει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που καθορίζουν την καθημερινότητα ενός νοικοκυριού. Δηλαδή τα έξοδα, που είναι ανελαστικά στις περισσότερες περιπτώσεις, και έχουν να κάνουν με τη διαβίωση και τις δαπάνες για είδη πρώτης ανάγκης. Αυτά είναι που καθορίζουν τελικά και το ύψος του πληθωρισμού, αλλά και τις επιπτώσεις στα οικονομικά των πολιτών.

Το κύμα ακρίβειας καθορίζεται από τις αυξήσεις στην ενέργεια, στις μεταφορές, στα τρόφιμα και στην ένδυση και υπόδηση. Η ΕΛΣΤΑΤ δίνει μια καθαρή εικόνα της συνολικής και μαζικής επιρροής που έχουν οι αυξήσεις σε αυτούς τους τομείς.

Την αύξηση δηλαδή του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά 8,9% τον Μάρτιο καθορίζουν σε ποσοστό:

-29,9% ο τομέας της Στέγασης (ενέργεια), λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε ενοίκια κατοικιών, είδη επισκευής και συντήρησης κατοικίας, ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο, πετρέλαιο θέρμανσης.

-15,4% ο τομέας των Μεταφορών (καύσιμα), λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε καινούργια αυτοκίνητα, μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, μοτοποδήλατα-μοτοσικλέτες, ελαστικά, καύσιμα και λιπαντικά, εισιτήρια μεταφοράς επιβατών με αεροπλάνο, εισιτήρια μεταφοράς επιβατών με πλοίο.

-8,1% ο τομέας της Διατροφής και των Μη Αλκοολούχων Ποτών (τρόφιμα), λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε ψωμί και δημητριακά, κρέατα (γενικά), ψάρια (γενικά), γαλακτοκομικά και αβγά, έλαια και λίπη, νωπά φρούτα, λαχανικά (γενικά), ζάχαρη-σοκολάτες-γλυκά-παγωτά, λοιπά τρόφιμα, καφέ, μεταλλικό νερό-αναψυκτικά-χυμούς φρούτων.

-6,5% ο τομέας Ένδυσης και Υπόδησης, λόγω αύξησης των τιμών στα συγκεκριμένα είδη.

Οι καθηλωμένοι μισθοί

Απάντηση σε αυτές τις αυξήσεις τα νοικοκυριά και ο καταναλωτής δεν έχει. Και δεν έχει επειδή τα έσοδά του παραμένουν επί χρόνια καθηλωμένα και παρότι η χώρα βγήκε από τα μνημόνια, ούτε κατά διάνοια έχουν επανέλθει στα επίπεδα του 2008.

Η μείωση της ανεργίας ήταν μια ανάσα συνολικά για την κοινωνία και για πολύ μεγάλο αριθμό νοικοκυριών. Η κατάρρευση όμως των μισθών δεν αποκαταστάθηκε. Ότι οι πολίτες και κυρίως οι νεότερες γενιές αποδέχτηκαν τη νέα συνθήκη με τις χαμηλότατες αμοιβές δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα λύθηκε. Οι κυβερνήσεις οφείλουν πλέον να ενισχύσουν τα εισοδήματα αποφασιστικά κι αυτό γίνεται μόνο με αύξηση των μισθών και των ημερομισθίων, κι όχι με βοηθήματα.

Η κυβέρνηση εγκαίρως κατάλαβε ότι εκεί είναι και το κλειδί για να μετριαστούν οι επιπτώσεις της κρίσης ακρίβειας και της ενεργειακής κρίσης, όμως είναι προφανές ότι ούτε η αύξηση που προτίθεται να δώσει τον κατώτατο μισθό τον Μάιο (η δεύτερη) απαντά επαρκώς στο πρόβλημα. Οφείλει να συνεχίσει σε αυτή τη λογική, κόβοντας από αλλού.

Ο ρόλος των πολιτικών

Και οι πολιτικοί οφείλουν να κατανοήσουν ότι πρέπει να βρουν τρόπους καλύτερου ελέγχου της αγοράς, καθώς οι φωτοβολίδες των ελέγχων για κερδοσκοπία και αισχροκέρδεια, οι «σκούπες» και οι «Ράμπο», αλλά και ο δήθεν πόλεμος με τα καρτέλ και τις εναρμονισμένες πρακτικές, δεν έχουν αποδώσει.

Οφείλουν να πάρουν το πάνω χέρι σε αυτή τη διαδικασία, οφείλουν να επεξεργαστούν εφαρμόσιμες πολιτικές άμεσης παρέμβασης στην αγορά και στις τιμές για τους καταναλωτές και οφείλουν να θωρακίσουν θεσμικά τη διαδικασία λειτουργίας της αγοράς. Θεσμικά και αποτελεσματικά κι όχι να κρύβονται πίσω από την... ελευθερία της αγοράς. Διλήμματα του τύπου «ή ελεύθερη αγορά ή κρατισμός και ψωμί με το δελτίο» ούτε φοβίζουν ούτε αγγίζουν κανέναν πια.

Μπορεί να το κάνει μια χώρα αυτό σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία; Εδώ θα αποδείξουν την αξία τους οι πολιτικοί όλων των κομμάτων. Στη δύσκολη άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής για τους πολίτες και για τα δημόσια οικονομικά κι όχι για τη διαχείριση.

Η μοιρολατρική αποδοχή ότι οι κυβερνήσεις είναι όμηροι των διαθέσεων της αγοράς ανέφερα προηγουμένως τι κινδύνους ελλοχεύει... Κι αυτούς τους κινδύνους στην Ελλάδα τούς έχουμε ήδη μπροστά μας.