του Νίκου Σδούγγου*
Η Ελλάδα υπήρξε ιστορικά μια χώρα παραγωγική. Από τη θάλασσα και τη γη της, οι άνθρωποι εξασφάλιζαν τον πλούτο τους με κόπο, μεράκι και διαγενεακή γνώση. Η αλιεία, η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτέλεσαν για αιώνες όχι μόνο μέσα επιβίωσης, αλλά και αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας. Σήμερα, όμως, μοιάζουμε να έχουμε χάσει την επαφή με αυτή τη ρίζα.
Η χώρα μας δεν διαθέτει πλέον μια συντεταγμένη στρατηγική για την επισιτιστική και διατροφική της αυτάρκεια. Εξαρτόμαστε όλο και περισσότερο από εισαγόμενα προϊόντα, την ίδια ώρα που οι δικοί μας παραγωγοί – οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι και οι αλιείς – παλεύουν για την επιβίωσή τους μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο κόστους, γραφειοκρατίας, και ανυπαρξίας πολιτικής βούλησης.
Η Ελλάδα, με τη μοναδική γεωμορφολογία, τη βιοποικιλότητα και τη θαλάσσια και αγροτική της κληρονομιά, αντιμετωπίζει κρίσιμες προκλήσεις στον πρωτογενή τομέα. Παρά την ιστορική σύνδεση με τη γη και τη θάλασσα, δεν καταφέρνουμε να μεταφράσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα σε στρατηγική επάρκειας και ανάπτυξης.
Τομέας Πρωτογενούς Παραγωγής: Πραγματικότητα και Αντιστάσεις
Ο αγροτικός τομέας απασχόλησε περισσότερους από 461.000 εργαζόμενους το 2023 – δηλαδή το 11% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα. Συνεισέφερε 7 δισ. ευρώ στο ελληνικό ΑΕΠ και το 3,6% της συνολικής Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας. Οι εξαγωγές τροφίμων, ποτών και ειδών καπνού έφτασαν τα 8,8 δισ. ευρώ, με περισσότερα από το 15% της αξίας των προϊόντων να κατευθύνεται στο εξωτερικό. Πρόκειται για έναν τομέα με τεράστιο αποτύπωμα – κοινωνικό, οικονομικό, αλλά και πολιτισμικό. Ωστόσο, ταυτόχρονα, βλέπουμε τα ελληνικά ράφια να γεμίζουν με εισαγόμενα τρόφιμα, ενώ τα εγχώρια προϊόντα – συχνά ποιοτικότερα – μένουν αναξιοποίητα ή υποτιμημένα.
Η Ελληνική Αλιεία σε Κρίση
Στον τομέα της αλιείας, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ανησυχητικά. Το 2023 καταγράφηκε μείωση 5,2% στα αλιεύματα σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η μέση ετήσια απασχόληση στη μέση και παράκτια αλιεία μειώθηκε κατά 2,1%, φτάνοντας στους 16.843 εργαζόμενους. Παράλληλα, οι εισαγωγές θαλασσινών προϊόντων ανήλθαν στα 552 εκατομμύρια δολάρια, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στην 14η θέση παγκοσμίως. Συγκεκριμένα, μόνο τα νωπά ή ψυγμένα φιλέτα ψαριών που εισήχθησαν άγγιξαν τα 49 εκατομμύρια δολάρια, με κυριότερες χώρες προέλευσης την Τουρκία, την Ισπανία και την Κύπρο.
Αυτό το παράδοξο – μια χώρα με τεράστια ακτογραμμή να εισάγει τόσο μαζικά θαλάσσια προϊόντα – υπογραμμίζει την ανάγκη για συνολική επανεκκίνηση της εθνικής αλιευτικής στρατηγικής. Ο ελληνικός αλιευτικός στόλος αποτελείται κυρίως από μικρής κλίμακας παράκτια σκάφη. Το 2023, αριθμούσε 12.120 σκάφη, εκ των οποίων το 96% ήταν κάτω των 12 μέτρων. Η μέση αλιεία εκπροσωπείται από 236 μηχανότρατες που στοχεύουν σε βενθικά είδη (μπαρμπούνι, κουτσομούρα, μπακαλιάρο) και 224 γρι-γρι για πελαγικά είδη (σαρδέλα, γαύρος). Αυτά τα σκάφη αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού στόλου, αλλά είναι αντιμέτωπα με αυξημένο κόστος καυσίμων, γήρανση του εξοπλισμού, έλλειψη λιμενικών υποδομών, γραφειοκρατία, και περιορισμένη πρόσβαση σε τεχνογνωσία και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Μια Μαρτυρία από το Πεδίο
Ως επαγγελματίας στον χώρο του εμπορίου νωπών αλιευμάτων, διαπιστώνω καθημερινά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αλιείς. Έρχομαι σε επαφή με ανθρώπους που φέρνουν το ψάρι από τη θάλασσα στο τραπέζι μας· ανθρώπους που αγωνιούν για το αν θα έχουν πετρέλαιο για να βγουν στη θάλασσα, για το αν θα καταφέρουν να πουλήσουν τα προϊόντα τους σε δίκαιη τιμή. Νέους που θέλουν να παραμείνουν στον τόπο τους αλλά δεν βλέπουν μέλλον. Εμπόρους που βλέπουν τον ανταγωνισμό να γιγαντώνεται λόγω των εισαγωγών, ενώ τα ελληνικά προϊόντα παραμένουν στην αφάνεια.
Αυτές οι προκλήσεις οδηγούν στην εγκατάλειψη του επαγγέλματος και αποθαρρύνουν τη νέα γενιά. Ολόκληρες περιοχές κινδυνεύουν να χάσουν την παραγωγική τους ταυτότητα.
Προϋποθέσεις για Επισιτιστική Αυτάρκεια
Η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις για να κατακτήσει την επισιτιστική της αυτάρκεια. Διαθέτει το κλίμα, τη γη, τις θάλασσες, τους ανθρώπους και τις παραδόσεις. Εκείνο που λείπει είναι η πολιτική βούληση και ο στρατηγικός σχεδιασμός. Χρειάζεται να δούμε τον πρωτογενή τομέα όχι ως τομέα «επιδομάτων», αλλά ως κεντρικό πυλώνα του εθνικού παραγωγικού μας μοντέλου.
Προτάσεις για Εθνική Ανασύνταξη
Για την ουσιαστική ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, απαιτείται μια συνεκτική και φιλόδοξη πολιτική. Συγκεκριμένα:
1. Η Σημασία της Αλιείας και της Υδατοκαλλιέργειας
Η αλιεία και η υδατοκαλλιέργεια αποτελούν κρίσιμους τομείς για την οικονομία και τη διαβίωση πολλών παράκτιων και νησιωτικών κοινοτήτων. Παρότι η συμμετοχή τους στο ΑΕΠ είναι περιορισμένη, η σημασία τους είναι πολλαπλή:
• Συμβάλλουν στην κοινωνική συνοχή και την οικονομική στήριξη των παράκτιων περιοχών.
• Παίζουν ρόλο στην επισιτιστική ασφάλεια της χώρας, καθώς καλύπτουν σημαντικό μέρος της εγχώριας ζήτησης.
• Ενισχύουν τη θαλάσσια επιτήρηση του εθνικού χώρου.
• Αποτελούν σημαντικό εξαγωγικό τομέα, ενισχύοντας την εθνική οικονομία και δημιουργώντας θέσεις εργασίας.
2. Στόχοι Εθνικής Αλιευτικής Πολιτικής
Η χάραξη και εφαρμογή μιας σύγχρονης και αποτελεσματικής Εθνικής Αλιευτικής Πολιτικής πρέπει να στοχεύει στα εξής:
• Βιώσιμη διαχείριση των αλιευτικών πόρων, ώστε να διασφαλιστεί η μακροχρόνια εκμετάλλευσή τους.
• Ενίσχυση της υδατοκαλλιέργειας, η οποία διαθέτει υψηλή εξαγωγική δυναμική και συμβάλλει στην επισιτιστική ασφάλεια.
• Βελτίωση των όρων διαβίωσης των επαγγελματιών αλιέων, ιδιαίτερα στη μικρή παράκτια αλιεία.
• Προώθηση της ποιότητας και της ιχνηλασιμότητας των αλιευτικών προϊόντων, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα στις διεθνείς αγορές.
• Ορθολογική διαχείριση του θαλάσσιου χώρου, μέσω θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και ρύθμισης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.
• Ενίσχυση της επιτήρησης και του ελέγχου στις αλιευτικές δραστηριότητες, ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή βιώσιμων πρακτικών.
3. Συλλεκτική Αλιεία
Για τη βιώσιμη ανάπτυξη της συλλεκτικής αλιείας απαιτούνται συγκεκριμένες δράσεις: • Εκσυγχρονισμός του αλιευτικού στόλου, ώστε να γίνει πιο αποδοτικός και περιβαλλοντικά φιλικός.
• Ανάπτυξη του αλιευτικού τουρισμού ως εναλλακτικής πηγής εισοδήματος για τους αλιείς.
• Θέσπιση κινήτρων για την είσοδο νέων αλιέων στο επάγγελμα, ώστε να διασφαλιστεί η ανανέωση του κλάδου.
• Προστασία των ιχθυαποθεμάτων μέσω επιστημονικά τεκμηριωμένων διαχειριστικών μέτρων.
• Θεσμική ρύθμιση της ερασιτεχνικής αλιείας, ώστε να διασφαλιστεί η βιώσιμη άσκησή της.
• Αποζημιώσεις αλιέων μέσω της ένταξης της αλιείας στον ΕΛΓΑ.
4. Περιβαλλοντικά Βιώσιμη Αλιεία & Υδατοκαλλιέργεια
Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος είναι κρίσιμη για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του κλάδου. Τα μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν περιλαμβάνουν:
• Προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας και έλεγχος της υπεραλίευσης.
• Αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης ξενικών ειδών.
• Ενίσχυση της βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, ώστε να μειωθεί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κλάδου.
• Βελτίωση των υποδομών αλιευτικών καταφυγίων και λιμένων εκφόρτωσης αλιευμάτων.
5. Προώθηση και Εμπορία Προϊόντων Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας
Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών αλιευτικών προϊόντων απαιτούνται:
• Προώθηση σημάτων ποιότητας (ΠΟΠ, ΠΓΕ), ώστε να ενισχυθεί η προστιθέμενη αξία των προϊόντων.
• Ανάπτυξη της σύνδεσης της αλιείας με τη γαστρονομία και τον τουρισμό, αξιοποιώντας τη μοναδικότητα των ελληνικών προϊόντων.
• Στήριξη της εξωστρέφειας των ελληνικών προϊόντων μέσω στοχευμένων δράσεων προώθησης στις διεθνείς αγορές.
• Βελτίωση των διαδικασιών μεταποίησης και εμπορίας, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα του κλάδου.
6. Οργάνωση και Έλεγχος του Κλάδου
Η αποτελεσματική διαχείριση και εποπτεία του τομέα απαιτεί θεσμικές παρεμβάσεις, όπως:
• Ίδρυση Ειδικής Γραμματείας Αλιείας – Υδατοκαλλιεργειών, για καλύτερο συντονισμό των πολιτικών του κλάδου.
• Εφαρμογή ηλεκτρονικού συστήματος ιχνηλασιμότητας αλιευμάτων, ώστε να διασφαλίζεται η νομιμότητα και η διαφάνεια στην αγορά.
• Καθορισμός ζωνών αλιείας και προστασίας, για τη βιώσιμη διαχείριση των ιχθυοαποθεμάτων.
• Αναβάθμιση της αλιευτικής διαχείρισης λιμνοθαλασσών και λιμνών, ώστε να αξιοποιηθεί ο υδάτινος πλούτος της χώρας.
7. Συμπέρασμα
Η εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης Εθνικής Αλιευτικής Πολιτικής μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας, στη διατήρηση των θαλάσσιων πόρων και στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των επαγγελματιών του κλάδου.
Οι βασικοί άξονες για τη βιώσιμη ανάπτυξη της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας περιλαμβάνουν:
• Την υιοθέτηση βιώσιμων διαχειριστικών πρακτικών.
• Την ενίσχυση των επενδύσεων και την ανάπτυξη της καινοτομίας στον κλάδο.
• Την προώθηση των ελληνικών αλιευτικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
• Την ενίσχυση της επιτήρησης και του ελέγχου των θαλάσσιων δραστηριοτήτων.
«Όχι» Στις Πολιτικές της Απαξίωσης – «Ναι» Στην Εθνική Αναγέννηση
Δεν μπορεί μια χώρα με τόσο πλούσια θάλασσα και τόσο εύφορη γη να μην έχει μακροπρόθεσμο σχέδιο για τον πρωτογενή της τομέα. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τα επαγγέλματα της παραγωγής να απαξιώνονται, τους συνεταιρισμούς να διαλύονται, και τις επενδυτικές πρωτοβουλίες να πνίγονται στα χαρτιά. Δεν γίνεται οι άνθρωποι του μόχθου να παρακαλούν για επιδοτήσεις αντί να μπορούν να χτίζουν το μέλλον τους με σιγουριά και αξιοπρέπεια.
Η Πολιτική Πρόκληση: Από τη Θεωρία στην Πράξη
Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μια νέα στρατηγική για τον πρωτογενή τομέα. Μια στρατηγική:
-Για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και της διατροφικής μας αυτάρκειας.
-Για την επαναξιολόγηση του ρόλου της αλιείας και της ιχθυοκαλλιέργειας στο εθνικό αναπτυξιακό μοντέλο.
-Για την εκπαίδευση και ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού.
-Για την εξωστρέφεια των ελληνικών προϊόντων και τη δημιουργία ισχυρής εθνικής ταυτότητας για ό,τι παράγουμε.
-Το ΠΑΣΟΚ Μπορεί Ξανά να Ηγηθεί
-Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής έχει ιστορικά στηρίξει τον πρωτογενή τομέα. Ήρθε η ώρα να τον επαναφέρει στο προσκήνιο ως βασικό άξονα του εθνικού παραγωγικού μετασχηματισμού. Όχι με αποσπασματικά μέτρα, αλλά με συγκροτημένο σχέδιο, διαβούλευση με τους ανθρώπους του πεδίου και πολιτική γενναιότητα.
Όχι με λόγια – αλλά με πράξεις. Με πολιτικές που σέβονται τους ανθρώπους της παραγωγής και δημιουργούν πραγματική προοπτική για τις επόμενες γενιές.
*O Νίκος Σδούγγος είναι πολιτικός επιστήμονας, μέλος της ΚΠΕ του ΠΑΣΟΚ- Κίνημα Αλλαγής και της γραμματείας του τομέα Αγροτικής Ανάπτυξης, είναι επίσης μέλος του ΔΣ του Σωματείου Ιχθυεμπόρων Ν. Θεσσαλονίκης