Skip to main content

Ρευματοκλοπή: Κοινωνικές διαστάσεις, τεχνικές προκλήσεις και νομικές συνέπειες

Η γνώση των δικαιωμάτων άμυνας, η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων και η έγκαιρη νομική υποστήριξη αποτελούν κρίσιμους παράγοντες αντιμετώπισης υποθέσεων ρευματοκλοπής - Γράφει ο δικηγόρος Αθανάσιος Μόλαρης, μέλος του «Ομίλου Νομικών Σωκράτη Προβατά και Μαριάννας Αθανασάκη» 

*Του Αθανασίου Μόλαρη

Τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά την ενεργειακή κρίση και τη ραγδαία αύξηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, το φαινόμενο της ρευματοκλοπής στην Ελλάδα παρουσιάζει έντονη έξαρση, όπως προκύπτει από τις καταγγελίες των πολιτών, αλλά και τα πινάκια των Δικαστηρίων. Στην πράξη, η ρευματοκλοπή υλοποιείται κυρίως μέσω τεχνικών παρεμβάσεων στον μετρητή ή στη μετρητική διάταξη, με σκοπό τη μη ορθή καταγραφή της κατανάλωσης. Συνηθέστερες μορφές είναι η παράκαμψη του μετρητή, η απευθείας σύνδεση με το δίκτυο χωρίς μετρητή, οι παράνομες συνδέσεις στο εναέριο δίκτυο και η αυθαίρετη επανασύνδεση παροχών, που έχουν νομίμως απενεργοποιηθεί. 

Σε νομικό επίπεδο, κάθε επέμβαση που αλλοιώνει ή μειώνει την καταγραφή της κατανάλωσης συνιστά κλοπή, καθώς η ηλεκτρική ενέργεια θεωρείται ρητά ως κινητό πράγμα με αποτέλεσμα να απειλείται ποινή φυλάκισης σε βάρος του εκάστοτε κατηγορούμενου, η οποία μπορεί να φτάνει και τα πέντε έτη σε περιπτώσεις ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ και οι πάροχοι δύνανται να αξιώσουν αποζημίωση για την καταναλωθείσα ενέργεια, τη διαφυγούσα ωφέλεια και κάθε πρόσθετη ζημία, ενώ συχνά επιβάλλονται και διοικητικά πρόστιμα βάσει εκτιμώμενων -συνήθως αυθαίρετων- υπολογισμών.

Τρόποι απόδειξης 

Κομβικό ζήτημα αποτελεί ο τρόπος απόδειξης της ρευματοκλοπής και, ιδίως, της ποσότητας της ενέργειας που φέρεται να έχει καταναλωθεί παράνομα. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από έντονες τεχνικές και αποδεικτικές δυσκολίες, καθώς οι επεμβάσεις στον μετρητή καθιστούν αδύνατη την ακριβή καταγραφή τόσο της πραγματικής κατανάλωσης, όσο και του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο φέρεται να ξεκίνησε η παράνομη χρήση με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις χρήστες να κατηγορούνται αδίκως για ρευματοκλοπή. Οι αρμόδιοι φορείς βασίζονται συνήθως σε εκτιμήσεις, λαμβάνοντας υπόψη την ισχύ των εγκατεστημένων συσκευών, το ιστορικό προηγούμενων καταναλώσεων ή συγκριτικά στοιχεία από παρόμοιες εγκαταστάσεις, μέθοδοι που ενέχουν υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και επισφάλειας.

Η απόδειξη της ρευματοκλοπής συνήθως στηρίζεται σε μέσα, όπως η έκθεση ελέγχου του μετρητή, φωτογραφίες, η διαπίστωση παραβιασμένων σφραγίδων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εργαστηριακός έλεγχος του μετρητή μετά την αφαίρεσή του. Δεν είναι σπάνιο να θεωρείται αδικαιολόγητα ότι υφίσταται ρευματοκλοπή απλώς και μόνο λόγω «ύποπτων» χαρακιών ή φθορών στο κάλυμμα του μετρητή, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στην παλαιότητά του, δεδομένου ότι πολλοί μετρητές λειτουργούν επί 20 ή και 30 έτη. Αυτός είναι ένας λόγος που πλέον επιχειρείται από τον ΔΕΔΔΗΕ η αντικατάσταση των παλαιότερων από νέους ψηφιακούς μετρητές.

Αναγωγή στο χρόνο

Ακόμη, προβληματικός θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η αναγωγή του χρόνου τέλεσης της φερόμενης παράνομης παρέμβασης, μιας και παρατηρείται το φαινόμενο ο ΔΕΔΔΗΕ να διενεργεί έλεγχο στον μετρητή με τους αρμόδιους υπαλλήλους του και, σε μεταγενέστερο χρόνο —π.χ. 4 μήνες αργότερα— να προβαίνει σε νέο έλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώνεται πιθανή παραβίαση. Στη συνέχεια, χωρίς ειδική και πειστική τεκμηρίωση, λογίζεται ως πιθανό χρονικό διάστημα τέλεσης της ρευματοκλοπής και το αμέσως προγενέστερο διάστημα, το οποίο όμως είχε ήδη ελεγχθεί. Σε αρκετές δε περιπτώσεις ως αφετηρία της «πιθανής» παράνομης κατανάλωσης λογίζεται ακόμη και ο αρχικός χρόνος σύνδεσης του καταναλωτή με το δίκτυο, ο οποίος όμως μπορεί να είχε λάβει χώρα πολλά έτη νωρίτερα. Η πρακτική αυτή οδηγεί στο να αποδίδονται αδικαιολόγητα ευθύνες για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ακόμη και μέχρι το ανώτατο όριο της πενταετίας της παραγραφής. 

Η ευθύνη του ιδιοκτήτη

Η ρευματοκλοπή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ευθύνη του ιδιοκτήτη του ακινήτου. Υπεύθυνος μπορεί να είναι ο χρήστης της παροχής (πχ. μισθωτής ή το πρόσωπο στο οποίο έχει παραχωρηθεί η χρήση του ακινήτου), ενώ από την άλλη η ευθύνη του ιδιοκτήτη στοιχειοθετείται μόνο εφόσον αποδειχθεί ότι γνώριζε ο ίδιος την παρέμβαση, ωφελήθηκε άμεσα ή την πραγματοποίησε ο ίδιος. Το βάρος απόδειξης φέρουν αποκλειστικά ο ΔΕΔΔΗΕ και ο πάροχος, οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν σωρευτικά την ύπαρξη παράνομης παρέμβασης, τον ακριβή χρόνο τέλεσης και τη σύνδεση της πράξης με συγκεκριμένο πρόσωπο που είχε χρήση και έλεγχο της παροχής. 

Για τον καταναλωτή, ο κίνδυνος να βρεθεί ακόμη και αδίκως κατηγορούμενος είναι υπαρκτός, με σοβαρές ποινικές και οικονομικές συνέπειες. Η γνώση των δικαιωμάτων άμυνας, η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων και η έγκαιρη νομική υποστήριξη αποτελούν κρίσιμους παράγοντες προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σύνθετες και τεχνικά πολύπλοκες υποθέσεις ρευματοκλοπής.

*Ο Αθανάσιος Μόλαρης (athanasiosmolaris94@gmail.com) είναι Δικηγόρος Παρ’ Εφέταις, μέλος του «Ομίλου Νομικών Σωκράτη Προβατά και Μαριάννας Αθανασάκη» 

 

Image