Skip to main content

Το Σαββατοκύριακο που επέστρεψε η μνήμη της Κύπρου

Πέρα από το νομικό και το πολιτικό επίπεδο, το Κυπριακό για τους Έλληνες έχει ιδιαίτερη ψυχολογική βαρύτητα - Είναι η σύγχρονη απόδειξη ότι στρατιωτική κατοχή μπορεί να υπάρξει και στις μέρες μας

Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήταν αφιερωμένο στην Κύπρο. Για την ακρίβεια, στην τραγωδία της Κύπρου, που 50 χρόνια τώρα -ακριβώς μισό αιώνα- παραμένει διαιρεμένη, με το 40% του εδάφους της να βρίσκεται υπό κατοχή από τον τούρκικο στρατό. Η συμβολική αυτή επέτειος τιμήθηκε δεόντως στην ελεύθερη Λευκωσία, με την παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού και των αρχηγών των μεγαλύτερων κομμάτων της αντιπολίτευσης, την ώρα που στα Κατεχόμενα της κυπριακής πρωτεύουσας η ηγεσία της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων πανηγύριζαν για την εισβολή του 1974 και την κατοχή των 50 ετών. Είναι σαφές από τις δηλώσεις του διημέρου, αλλά και από τις πληροφορίες, ότι ουδέποτε στο παρελθόν οι δύο πλευρές της Κύπρου δεν βρίσκονταν πιο μακριά η μία από την άλλη. Η Τουρκία επιμένει στην ύπαρξη δύο κρατών και επομένως η επίλυση του Κυπριακού με βάση τα ψηφίσματα του ΟΗΕ μοιάζει αδύνατη. Σε κάθε περίπτωση, όπως συμβαίνει με κάθε επέτειο, τουλάχιστον το περασμένο σαββατοκύριακο η μνήμη επέστρεψε -στην καλύτερη περίπτωση ενεργοποιήθηκε- σε πολλούς ανάμεσά μας.   

Πέρα από το νομικό και το πολιτικό επίπεδο το Κυπριακό για τους Έλληνες έχει ιδιαίτερη ψυχολογική βαρύτητα. Είναι η σύγχρονη απόδειξη ότι στρατιωτική κατοχή μπορεί να υπάρξει και στις μέρες μας. Η επαίσχυντη πράσινη γραμμή συνιστά απόδειξη ότι ο εξ Ανατολών κίνδυνος για την Ελλάδα και τον ελληνισμό είναι πραγματικός και όχι θεωρητικός.

Επίσης, η διαιρεμένη στα  δύο Λευκωσία αποτελεί πρόκληση για την πολιτισμένη ανθρωπότητα, που προφανώς δυσκολεύεται να αποδεχθεί μια πόλη κομμένη στα δύο με τον πιο βίαιο τρόπο που μπορεί κανείς να φανταστεί. 
Με αυτά τα δεδομένα η επίσκεψη κάθε Έλληνα -και γενικότερα κάθε ανθρώπου- στην πράσινη γραμμή με τα συρματοπλέγματα, τα φυλάκια, τους κυανόκρανους και τον τουρκικό στρατό απέναντι, συνιστά πραγματική εμπειρία. Δοκιμάζει την ευαισθησία και το στομάχι καθενός, που έχει ξεφύγει από την λίθινη εποχή και τη ζούγκλα. Συνιστά κανονική προσγείωση στον πλανήτη της… κυνικής πραγματικότητας των όπλων και των ωμών συμφερόντων, που δεν υπολογίζουν τίποτε άλλο πέρα από την επίδειξη ισχύος. Με αυτή την έννοια ενδεχομένως -λέμε ενδεχομένως- καλό και χρήσιμο θα ήταν το υπουργείο Παιδείας να προσανατόλιζε σχολικές εκδρομές προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, ώστε να υπάρχει επαφή των Νεοελλήνων με τη συγκεκριμένη κατάσταση επί του πεδίου.

Το εκτοπισμένο 33%
 
Ένα από τα λιγότερο φωτισμένα κομμάτια της κυπριακής τραγωδίας είναι το γεγονός ότι το 1974, πέρα από τα θύματα και τους αγνοούμενους- εκτοπίστηκε το 33%-35% των Ελληνοκυπρίων, που κατοικούσε στο 40% του νησιού, το οποίο βρίσκεται υπό κατοχή. Αυτοί οι άνθρωποι -υπολογίζονται από 165.000 έως 200.000- είχαν σπίτια, περιουσίες, μνήματα, σχολεία, εκκλησίες, όλα όσα σηματοδοτούν την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Και μπορεί 50 χρόνια μετά οι περισσότεροι από αυτούς να έχουν πεθάνει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι απόγονοί τους, όσοι ζουν ακόμη, αλλά και η ίδια η ιστορία δεν έχουν δικαίωμα στη μνήμη και στην ελπίδα. Το γεγονός, μάλιστα, ότι μετά το 1974 δεν ξεκίνησε στην Κύπρο κάποιο ένοπλο αντάρτικο, που ίσως να επιτάχυνε εξελίξεις, είναι μάλλον δείγμα ωριμότητας, παρά αδυναμίας των Κυπρίων.

Μετά τους δύο απάνθρωπους Παγκοσμίους Πολέμους του 20ού αιώνα, που διαδραματίστηκαν κατά βάσιν στην Ευρώπη κι είχαν ως αποτέλεσμα πολλά εκατομμύρια θυμάτων, ατελείωτες καταστροφές και ανείπωτη δυστυχία, η πολιτισμένη ανθρωπότητα υποτίθεται ότι έβαλε… μυαλό. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιουργήθηκε η Κοινωνία των Εθνών, μέσω της οποία επιχειρήθηκε μία διεθνής συνεννόηση για την ειρήνη, κάτι που έμεινε ημιτελές κι έτσι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο φτάσαμε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Έκτοτε το σύστημα δουλεύει και καμία αποτυχία λόγω της απειθαρχίας κάποιων χωρών και κάποιων ηγετών, δεν μπορεί να ακυρώσει ότι οι περισσότεροι το σέβονται. Ακόμη κι αν συμβαίνει μέχρι τις μέρες μας, η επίλυση διαφορών με στρατιωτικές εφόδους, νεκρούς, τραυματίες, καταλήψεις, κατοχές εδαφών, εκτοπίσεις πληθυσμών και κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή. Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η οποία πλήρωσε βαρύτατο τίμημα στα χρόνια του σκοτεινού 20ού αιώνα. 

Υ.Γ.: Από τα πρώτα μαθήματα της δημοσιογραφίας στην πράξη ήταν παλαιότερα ότι τα διεθνή θέματα στην Ελλάδα δεν πουλάνε. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για τα του οίκου του. Ούτε καν το Κυπριακό. Ίσως τα τελευταία χρόνια κάτι να έχει αλλάξει, λόγω των δραματικών πολεμικών εξελίξεων παλαιότερα στην πρώην Γιουγκοσλαβία και τώρα στην Ουκρανία και -φυσικά- στη Μέση Ανατολή. Αν κρίνουμε από την έκταση και την ένταση της κάλυψης των ελληνικών μέσων ενημέρωσης -γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου- αυτή τη φορά μάλλον το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης υπήρξε αυξημένο.