Όσοι εμπλέκονται στις συζητήσεις για επίλυση του Κυπριακού το πράττουν με την πεποίθηση ότι μπορεί να προκύψει κάποια λύση, ή άλλοι λόγοι το επιβάλλουν; Και τούτο επειδή ούτε οι συνομιλητές πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει συμφωνία που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές, ή τουλάχιστον να μη τις απογοητεύει σφόδρα.
Προσπαθώ να δω ποιον συμφέρει, πλην της Τουρκίας, η αλλαγή της σημερινής κατάστασης, αφού οι άλλοι παίκτες έχουν βολευτεί - πλην όσων έχουν οικονομικά συμφέροντα, που νομίζουν πως θα ικανοποιηθούν. Βρετανοί, Αμερικανοί και Ισραηλινοί εξυπηρετούνται πλήρως. Τι θα αλλάξει γι’ αυτούς αν επιτευχθεί συμφωνία; Για την Ελλάδα ούτε καν συζητώ, κατά την στιγμή πού έπαψε εδώ και χρόνια να αποτελεί σοβαρό κράτος, αφού δεν ενδιαφέρεται για το δικό της.
Και όλοι γνωρίζουν ότι ο διεξαγόμενος διάλογος μηδαμινές πιθανότητες επιτυχίας έχει -με την ελπίδα πάντα πως κατά την κρίσιμη στιγμή, δεν θα υπάρχουν πολιτικοί της αυτής ποιότητας μ’ εκείνους της κρίσης στα Ίμια και ενδώσουν- και θα αποτύχει και αυτός όπως και τις πολλές άλλες φορές που αποτολμήθηκε.
Εξυπηρετεί όμως τους Κυπρίους -Ε/κ και Τ/κ- μόνον εκ του γεγονότος ότι κανείς δεν επιθυμεί να θεωρηθεί υπαίτιος της άρνησης για συζήτηση, ενώ ταυτοχρόνως ικανοποιούνται και όσοι νομίζουν ότι κάτι καλό μπορεί να προκύψει. Κάποιος θα έλεγε πως πρόκειται για ταινία σε επανάληψη που συνεχίζουμε να την βλέπουμε πολλές φορές, όπως τις ταινίες της δεκαετίας του ’60.
Ακόμη και αν βρεθεί λύση σε ακανθώδη ζητήματα όπως το περιουσιακό, θεωρώ αδύνατο να βρεθεί σε ζητήματα όπως η ασφάλεια και η εμπιστοσύνη. Πώς μπορεί να υπάρξει σχέδιο λύσης που να μη προκαλεί στους Έλληνες ανασφάλεια, καθ’ ην στιγμή η Κύπρος θα βρίσκεται μονίμως υπό την στρατηγική κηδεμονία της Τουρκίας; Να υπενθυμίσω τι προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν επ’ αυτού, το οποίο ουσιαστικώς αποτελεί την βάση των νέων συζητήσεων.
Η Τουρκία είχε το δικαίωμα, να διατηρεί στρατεύματα στο νησί επ’ άπειρον. Επίσης μπορούσε να αποστέλλει τα πολεμικά της αεροσκάφη στον εναέριο χώρο της Κύπρου χωρίς τη προηγούμενη συγκατάθεση της κυβέρνησης, και στον τομέα της έρευνας και της διάσωσης, πάλι είχε το δικαίωμα αεροναυτικής παρουσίας στον Κυπριακό εναέριο και θαλάσσιο χώρο, χωρίς τη συγκατάθεση της κυβέρνησης. Αντιθέτως, χρειαζόταν συγκατάθεση της Τουρκίας για να διαθέσει η Κύπρος το έδαφός της για σκοπούς διεθνών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Και ενώ θα παρέμεναν τουρκικά στρατεύματα στο νησί, η Εθνική Φρουρά διαλυόταν χωρίς το νέο κράτος να είχε ένοπλες δυνάμεις και η ασφάλειά του να εξαρτάται από τις εγγυήτριες δυνάμεις. Η Τουρκία βεβαίως ούτε καν ακούσει θέλει το αίτημα για πλήρη απάλειψη του θεσμού των εγγυητριών δυνάμεων, αλλ’ ούτε και να ενεργούν από κοινού και ομοφώνως και όχι κάθε μια χωριστά. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε το γιατί.
Ως προς το θέμα της εμπιστοσύνης στην τήρηση των συμφωνηθέντων, ο κακή τη μοίρα κάποτε πρωθυπουργός της χώρας κ. Σημίτης, είχε πει το 2004 ότι η τήρηση της προτεινόμενης συμφωνίας θα εξαρτιόταν από τη καλή βούληση των πολιτών! Ακόμη και αν Ε/κ και Τ/κ είχαν την καλή θέληση να συμφωνήσουν, η Τουρκία θα το επέτρεπε; Πώς θα επιτευχθεί συγκερασμός αντιθέτων απόψεων, όταν αυτές αντί για πολιτικές θα είναι εθνοτικές;
Πώς θα λαμβάνονται οι αποφάσεις όταν κατά τις σημερινές συζητήσεις φαίνεται ότι καταλήγουν πως η τουρκοκυπριακή πλευρά μπορεί να ασκεί βέτο, αφού προβλέπεται «επαρκής» βαθμός συναίνεσης; Αν αυτό ήταν κατορθωτό, γιατί προβλέπονται επιτροπές επίλυσης διαφορών, μάλιστα δε με ξένο «δικαστή»;
Αλλ’ ακόμη και αν παραπλανηθούν οι Ελληνοκύπριοι και με δημοψήφισμα αποδεχθούν μια τέτοιου είδους συμφωνία, τι θα συμβεί μόλις αντιληφθούν ότι τα πράγματα δεν ήσαν όπως τους τα παρουσίασαν; Έχουμε στην Ελλάδα πρόσφατη εμπειρία με το περσινό δημοψήφισμα.
Και μόνο το γεγονός ότι η τουρκική πλευρά δεν υποχωρεί στο θέμα της εκ περιτροπής προεδρίας στο νησί, και απλώς συζητούν αν ο Ε/κ θα είναι για τρία χρόνια και ο Τ/κ/ για ένα, πόσοι έχουν εμπιστοσύνη ότι η τουρκική προεδρία δεν είναι κατευθυνόμενη από την Άγκυρα;