Στη Θεσσαλονίκη επί δεκαετίες έχουν όλοι αναγνωρίσει τη δραματική έλλειψη πρασίνου. Είναι προφανές ότι η πόλη καλύφθηκε από τσιμέντο στην πορεία των ετών, οι δημόσιοι ελεύθεροι χώροι δεν αξιοποιήθηκαν για το πράσινο, αλλά για την εξυπηρέτηση συμφερόντων, οικονομικών μέχρι και υποκειμενικής αισθητικής και το βλέμμα στον σχεδιασμό και στις αποφάσεις ήταν κυρίως στην οικονομική ανάπτυξη, παρά στην ποιότητα ζωής.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια να αυξηθεί το πράσινο στο στενό πολεοδομικό συγκρότημα. Ατυχή θα τη χαρακτήριζα επειδή έχουν δημιουργηθεί δυστυχώς τετελεσμένα και μη αναστρέψιμες καταστάσεις πρακτικά. Από το τίποτα κάτι είναι κι αυτό πάντως.
Ο πήχης των προσδοκιών για ένα πιο ανθρώπινο και βιώσιμο περιβάλλον έχει χαμηλώσει πάρα πολύ. Τόσο, ώστε πλέον να θεωρείται αιθεροβασία κάθε προσδοκία για μια πόλη με επαρκές ή έστω ανεκτό με βάση τα διεθνή στάνταρντ πράσινο.
Όταν όλη η τοπική κοινωνία αποθέωνε το κέρδος και το real estate, την επιχειρηματικότητα και τον τουρισμό, το πράσινο ήταν μόνο στην ατζέντα μιας μειοψηφίας που χαρακτηριζόταν γραφική. Τότε, που ακόμα μπορούσαμε να αλλάξουμε τα πράγματα και την πορεία της πόλης, οι περισσότεροι χασκογελούσαμε σε βάρος εκείνων που επέσειαν τον κίνδυνο να φτάσουμε σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις και σε ένα αβίωτο περιβάλλον.
Ακόμα δεν φτάσαμε εκεί. Αλλά οδεύουμε προς τα εκεί και σίγουρα θα φτάσουμε. Με την κλιματική κρίση σε εξέλιξη, η μάθηση δια του παραδείγματος αποδεικνύεται πολύ επώδυνη για μια κοινωνία, η οποία λειτουργεί κυρίως με βάση το ατομικό συμφέρον. Κι αφού καθένας βολέψει τα του οίκου του θυμάται και το περιβάλλον στο οποίο ζει και σε βάρος του οποίου και ο ίδιος έχει εγκληματίσει. Και έχει απαιτήσεις πια από τους άλλους, διότι αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει τις προσωπικές ευθύνες του και ακόμα χειρότερα αρνείται να ξεβολευτεί.
Με τέτοια λογική από την κοινωνία η Θεσσαλονίκη δεν έχει να περιμένει θεαματικές αλλαγές προς το καλύτερο στο μέλλον. Ας μείνουμε στην καραμέλα των ανίκανων αυτοδιοικητικών και πολιτικών και θα έχουμε να κουβεντιάζουμε πολλά και για πολλά χρόνια, διάστημα κατά το οποίο οι συνθήκες στην πόλη θα χειροτερεύουν και όλοι θα είναι υπερήφανοι στον καθρέφτη τους ότι «τα έλεγαν»...
Πιθανώς να μην είμαι και ιδιαίτερα καλός στις κοινωνιολογικές αναλύσεις και σίγουρα δεν είμαι αρεστός, όμως ας δούμε λίγο την πραγματικότητα με το πράσινο στον αστικό ιστό. Αυτό το λιγοστό που ήδη έχουμε και δεν μας φτάνει.
Το πράσινο απαιτεί διαρκή φροντίδα. Οι υφιστάμενοι χώροι πρασίνου, τα πάρκα, ακόμα και το πράσινο στα πεζοδρόμια είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων για κλάματα. Όση προσπάθεια και να καταβάλλουν οι δημοτικές αρχές δεν θα καταφέρουν να το διατηρήσουν σε καλή κατάσταση. Είναι δεδομένο. Όσο χρήμα και να πέσει, όσο προσωπικό και να ασχοληθεί, όσο μεράκι και να βάλουν οι αρμόδιοι, χωρίς τη συνεργασία της κοινωνίας, οι υφιστάμενοι χώροι πρασίνου θα είναι αποκρουστικοί ή προβληματικοί.
Πάμε τώρα στους νέους χώρους πρασίνου. Πρωτίστως πρέπει να σκεφτούμε τι χώρους πρασίνου θέλουμε. Πάρκα από περιοδικά ή φυσικούς χώρους πρασίνου; Έχει μεγάλη διαφορά. Θέλουμε το χώμα στην καθημερινότητα του αστικού ιστού ή προτιμούμε χώρους πρασίνου που να θυμίζουν το μπαλκόνι μας; Διότι όταν θέλεις να φέρεις τη φύση μέσα στο δομημένο περιβάλλον πρέπει να κάνεις και κάποιες «υποχωρήσεις». Καταλαβαίνουμε ότι η πόλη θα γεμίζει με φύλλα, κλαδιά, «μπάμπαλα», λάσπες, σκόνη, κουνούπια από έναν φυσιολογικό χώρο πρασίνου ή φανταζόμαστε κάτι πιο επιτηδευμένο (sic);
Η ευκαιρία των δήμων
Οι δήμοι το επόμενο διάστημα θα έχουν την ευκαιρία για νέες αναπλάσεις και για την αύξηση του ποσοστού πρασίνου σε κάθε περιοχή του πυκνοδομημένου αστικού ιστού. Θα δούμε τις επιλογές τους ως προς το πώς φαντάζονται το πράσινο. Θα δούμε και τις επιλογές τους στα είδη που φυτεύονται, διότι έχουμε ακόμα και σε αυτό το πεδίο μια διαρκή διαμάχη αν είναι καλές οι λεύκες, τα πλατάνια, οι γκορτζιές, τα αρκουδοπούρναρα, τα λίλαντ και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Ξαφνικά γίναμε όλοι γεωπόνοι και ειδικοί περί του κήπου και του πάρκου. Βλέπουμε φωτογραφίες από drone πάρκων σε πόλεις του εξωτερικού και νομίζουμε πια ότι περνάς μέσα από αυτούς τους χώρους και καθαρίζουν τα παπούτσια σου. Και που να δεις τι εικόνες μπορούν να βγάλουν τα drones από τα πάρκα της Θεσσαλονίκης... Έχει στο Βερολίνο ένα πάρκο, δάσος ολόκληρο. Τεράστιο. Σε πιάνει δέος να μπεις μέσα τη μέρα και δεν συζητώ τι σε πιάνει αν πας νύχτα. Tiergarten το λένε. Βλέπεις φωτογραφίες και είναι λες και θα βρεθείς σε έναν κήπο πολύχρωμο φανταστικό. Και έτσι είναι σε σημεία του. Το μεγαλύτερο μέρος όμως είναι ένα φυσικό δάσος, μια παρένθεση φύσης σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη. Άρα να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε. Διότι διαπιστώνω ότι άλλη γνώμη έχουν οι αρχιτέκτονες τοπίου για τους χώρους πρασίνου και τα πάρκα, άλλη οι μηχανικοί, άλλη οι δασολόγοι, άλλη οι γεωπόνοι, άλλη οι κηπουροί, άλλη οι οικολόγοι, άλλη οι φυσιολάτρες κι άλλη οι υπόλοιποι πολίτες.

Κι επειδή όλοι στη Θεσσαλονίκη αντιλαμβάνονται ότι έχουμε φτάσει στο μη περαιτέρω με το τσιμέντο και την πίσσα, βλέπουν ταυτόχρονα πως με τους μικρούς χώρους πρασίνου δεν πρόκειται σύντομα να αποκτήσουμε αξιοπρεπή ποσοστά πρασίνου στο πολεοδομικό συγκρότημα και πηγαίνουν σε άλλες προτάσεις τραβηγμένες από τα μαλλιά. Υπομονή αυτή η άγνωστη λέξη... Αποφεύγοντας να αναγνωρίσουν διαχρονικά λάθη στα όρια του εγκλήματος που έγιναν με τον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, τώρα όλοι θέλουν μητροπολιτικά πάρκα. Για όποιον χώρο μπορεί να απελευθερωθεί από τα πολυετή δεσμά του ιδιοκτήτη του (όποιος κι αν είναι αυτός, από το κράτος μέχρι τον ιδιώτη) το όραμα είναι να γίνει πάρκο. Του κολλάμε και την ταμπέλα του μητροπολιτικού για να του δώσουμε ένα μέγεθος, μια αίγλη, μια υπεραξία βρε αδελφέ και καλλιεργούμε φρούδες ελπίδες.
Τα Μητροπολιτικά Πάρκα...
Να τα μαζέψει και να φύγει η ΔΕΘ και να γίνει μητροπολιτικό πάρκο. Να φύγουν και οι εγκαταστάσεις του Γ' Σώματος Στρατού και να γίνει χώρος πρασίνου, άραγε γιατί όχι και η ΕΡΤ3 από τη Λεωφόρο Στρατού; Να γίνει και το Κόδρα μητροπολιτικό πάρκο και τέλος πάντων ό,τι προκύψει σε μεγάλο ελεύθερο χώρο να γίνει πράσινο μπας και σώσουμε ό,τι σώζεται.
Ψηφίζω υπέρ. Είμαι και ακόμα πιο φανατικός του πρασίνου. Είμαι υπέρ του γκρεμίσματος του απαρχαιωμένου και επικίνδυνου (κι ας μην το λέμε) δομημένου αποθέματος της πόλης για να πάρει τη θέση του το πράσινο. Να γκρεμίσουμε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, με οικοδομές που έχουν φάει πια τα ψωμιά τους, να δώσουμε κίνητρα στους ενοίκους να αποκτήσουν στέγη εκτός πολεοδομικού συγκροτήματος και να δεις εσύ το ποσοστό πρασίνου που θα αποκτήσει η Θεσσαλονίκη. Δεν είναι αστεϊσμός, ούτε ιδέα μου. Είναι πρόταση κανονικότατη (και κοστολογημένη), που έχει κατατεθεί προ πολλών ετών στον δημόσιο διάλογο, αλλά όπως κατατέθηκε έτσι την έθαψαν, για προφανείς λόγους...
Απορώ όμως εάν μπορέσουμε να αποκτήσουμε όλα αυτά τα μητροπολιτικά πάρκα, όλα τα πάρκα τσέπης και τους κήπους και τις φυτεύσεις, όλο το πράσινο που θέλουμε σε κάποια χρόνια από σήμερα, ποια θα είναι η κατάστασή τους; Πόσο υπερήφανοι θα είμαστε όχι για τις από αέρος φωτογραφίες των χώρων αυτών, όχι για τις μακέτες που κάναμε πράξη, αλλά για την κατάσταση, την αξία και τη νέα καθημερινότητά μας;
...και η πραγματικότητα
Δεν υπάρχει άνθρωπος στη Θεσσαλονίκη που να μη θέλει το πράσινο. Είναι δεδομένο, ειδικά για τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι το στερούνται δεκαετίες τώρα. Αλλά καλό είναι να σταματήσουν ορισμένοι να επενδύουν πολιτικά ή με άλλους τρόπους σε αυτή τη στέρηση, πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Να γίνουν χρήσιμοι. Πραγματικά χρήσιμοι. Αποτυπώνοντας την πραγματική κατάσταση των υφιστάμενων χώρων πρασίνου κάθε μεγέθους, σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα. Καταγράφοντας τα προβλήματα που εμφανίζουν και τις αδυναμίες όσων έχουν την ευθύνη για τη λειτουργία τους και την κατάστασή τους. Και πάνω σε αυτή την καταγραφή να φροντίσουν για τους συγκεκριμένους χώρους. Και στη συνέχεια να δουν τις ανάγκες σε πράσινο, να κάνουν τις επιλογές τους (μικρές ή μεγάλες δεν έχει σημασία εδώ που φτάσαμε) και να κάνουν τους σχεδιασμούς τους για την αύξηση του πρασίνου στον αστικό ιστό, αλλά με μια προϋπόθεση. Τη βιωσιμότητα αυτών των χώρων. Διότι είναι προφανές ότι η Θεσσαλονίκη γίνεται πιο βιώσιμη με περισσότερο πράσινο, αλλά δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι το πράσινο που θα αποκτήσει θα είναι βιώσιμο. Καλώς ή κακώς είναι θέμα χρημάτων. Και το πράσινο θέλει περιποίηση, συντήρηση, φροντίδα και χρήμα. Πολύ χρήμα. Άραγε οι δήμοι που διεκδικούν όλους αυτούς τους χώρους για να τους κάνουν πράσινους έχουν υπολογίσει πόσο θα τους κοστίσει ή μόνο πόσα θα πάρουν για να κάνουν τους συγκεκριμένους χώρους;
Διότι αν το υπολογίσουν θα πρέπει να μας πουν και πού θα βρίσκουν τα ποσά που απαιτούνται για τη διατήρηση των πράσινων χώρων της Θεσσαλονίκης εσαεί. Πόσο θα φορτώσει τα οικονομικά ενός δήμου ένα μητροπολιτικό πάρκο άραγε; Επειδή τα ξέρουν όμως και επειδή αδυνατούν να ανταποκριθούν σε ένα τέτοιο καθήκον, υπάρχει το παραθυράκι για να ξεφύγουν από τις ευθύνες των επιλογών τους. Κάποιος άλλος (όποιος άλλος) θα αναλάβει αυτή την ευθύνη και φυσικά το κόστος της... Οι άλλοι απλώς θα ασκούν κριτική και θα βγάζουν φωτογραφίες από γεμάτες με σκουπίδια δενδροδόχους, από ξεχειλισμένους κάδους και πάει λέγοντας. Σε αυτό είμαστε άσοι...
Δίνω ένα παράδειγμα για να καταλάβουν όλοι περί τίνος μιλάμε. Η ανάπλαση της ΔΕΘ, που έχει προκαλέσει πολλή συζήτηση, είναι ενδεικτική. Όλοι διεκδικούν όσο το δυνατόν περισσότερο πράσινο στη συγκεκριμένη έκταση. Κι αφού η διεκδίκηση ήταν επιτυχής κι έχουμε ένα τελικό σχέδιο που πάει προς υλοποίηση (δεν παίρνω και όρκο...) το πράσινο του συγκεκριμένου χώρου ποιος θα το συντηρεί; Η ΔΕΘ – Helexpo. Δεν είναι για γέλια. Είναι για προβληματισμό. Τώρα ποιος θα συντηρεί το πράσινο ενός μητροπολιτικού πάρκου, εφόσον γίνει δεκτή η πρόταση να ακυρωθεί το πρότζεκτ της ανάπλασης και να μετακινηθεί εκτός Θεσσαλονίκης το Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο, δεν έχει απαντηθεί. Κάποιον θα βρουν να του φορτώσουν και το κόστος και την ευθύνη... Θα έχουν πετύχει να αφήσουν έναν εμβληματικό χώρο πρασίνου στην πόλη. Δεν το λες και λίγο. Για την επόμενη μέρα έχει ο Θεός...