Αλλαγή έστω και την τελευταία στιγμή της απόφασης για απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης ζήτησαν επιστήμονες που συμμετείχαν σε διαδικτυακή εκδήλωση που οργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ένας από τους φορείς που είχαν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας για το θέμα.
Ομιλητές στην δεύτερη διαδικτυακή συζήτηση της εταιρείας με τίτλο «Αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου: Η ιστορία στη θέση της...και το μετρό σε λειτουργία» ήταν ο καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας στο Ιστορικό Τμήμα του Harvard, Dimiter Angelov, η καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης και Αρχαιολογίας, University of California στο Los Angeles, Sharon Gerstel, ο καθηγητής Γεωτεχνικής Μηχανικής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ, Χρήστος Αναγνωστόπουλος και ο δρ. Πολιτικός Μηχανικός του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, Κώστας Ζάμπας, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η συγκεκριμένη λύση θα είναι καταστροφική όχι μόνο για τα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και για την ίδια την πορεία του μετρό.
Οι δύο κορυφαίοι βυζαντινολόγοι αναφέρθηκαν εκτενώς στη μοναδικότητα των ευρημάτων, ενώ εξήγησαν γιατί η απόσπασή τους θα επηρεάσει την ακεραιότητά τους, κάτι που θα καταστήσει απαγορευτική την ένταξη του χώρου στην UNESCO. Ο κ. Angelov επισήμανε ότι η Θεσσαλονίκη είναι μοναδική πόλη στον κόσμο λόγω της αστικής συνέχειάς της επί δύο χιλιετίες, κάτι που αποδεικνύουν με εντυπωσιακό τρόπο τα ευρήματα του σταθμού Βενιζέλου. «Η ορθοδοξία και ο βυζαντινός πολιτισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το σταυροδρόμι», είπε και πρόσθεσε πως «και μόνο η ιδέα της διάλυσης είναι απαράδεκτη και ασύλληπτη για κάθε σοβαρό διεθνή οργανισμό».
Από την πλευρά της, η κ. Gerstel τόνισε πως δεν υπάρχει πουθενά ανάλογο βυζαντινό μνημείο, ούτε καν στην Κωνσταντινούπολη και πρόσθεσε πως πληροί όλα τα βασικά κριτήρια που θέτει η UNESCO για τον χαρακτηρισμό τους ως μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που είναι η αυθεντικότητας, η καλή διατήρηση και η εξαιρετική οικουμενική σπουδαιότητα.
Και οι δύο ιστορικοί τόνισαν ότι η διατήρηση των αρχαιοτήτων κατά χώραν θα οδηγήσει σε αύξηση της τουριστικής κίνησης. Μάλιστα, η κ. Gerstel ανέφερε το παράδειγμα της Πομπηίας και επισήμανε πως η κυβέρνηση έχει τονίσει την κλασική περίοδο, όμως «Ελλάδα όμως δεν είναι μόνο η Ακρόπολη» και τα ευρήματα της Βενιζέλου φέρνουν στο φως κι άλλες φάσεις του ελληνισμού, την περίοδο που η Αθήνα ήταν ένα χωριό.
Σε ό,τι αφορά τα τεχνικά ζητήματα ο κ. Αναγνωστόπουλος σημείωσε ότι υπάρχει στατική μελέτη για τη λύση της διατήρησης και πρόσθεσε πως η λύση της απόσπασης έχει τεράστια χρονική αβεβαιότητα και σαφώς πιο μακρύ το χρονοδιάγραμμα. Όσο για τον προϋπολογισμό του έργου, σημείωσε ότι οι πρώτες εκτιμήσεις, χωρίς μελέτη κάνουν λόγο για επιπλέον 30 εκ. για τη διατήρηση, για τα οποία, όπως είπε «δεν αξίζει να ξεπουλήσουμε την κληρονομιά μας».
Από την πλευρά του, ο κ. Ζάμπας τόνισε πως δεν υπάρχουν θέματα ασφάλειας για τους εργαζομένους και τις αρχαιότητες κατά τη διάρκεια κατασκευής του σταθμού και πως οι καθυστερήσεις μετρό σε καμία περίπτωση δεν οφείλονται στις αρχαιότητες, αλλά στις ατέρμονες συζητήσεις και στις άστοχες αποφάσεις. Ο ίδιος σημείωσε πως σήμερα η πολιτεία έχει να διαλέξει ανάμεσα σε μία λύση που είναι δοκιμασμένη, όχι μόνο το Μοναστηράκι αλλά και σε πολλές ιστορικές πόλεις ανά τον κόσμο, που δεν έχει τις αβεβαιότητες που έχει λύση της διάλυσης. Όπως είπε, εκτός από τη μείωση της αυθεντικότητας του μνημείου η απόσπαση ενέχει πολλούς κινδύνους φθοράς των αρχαιοτήτων, που εκτείνονται σε 1,5 στρέμμα κι έχουν με ποικιλία υλικών. Και πρόσθεσε πως η απόσπαση «ρίχνει το μετρό σε έναν λαβύρινθο χωρίς μίτο».
Στο ζήτημα της χρονικής καθυστέρησης υπερθεμάτισε και η κ. Gerstel, σημειώνοντας πως «δεν είναι εκσκαφή, είναι ανασκαφή». «Ήδη ξέρουμε ότι θα βρεθεί η ρωμαϊκή και ελληνική Θεσσαλονίκη από μία περίοδο έξι αιώνων» και εξέφρασε την εκτίμηση ότι η αρχαιολογική ανασκαφή αποκλείεται να τελειώσει νωρίτερα από δύο χρόνια.
Στην εισαγωγική της τοποθέτηση η πρόεδρος της εταιρείας, Λυδία Καρρά, υπογράμμισε πως η μόνη διεθνώς αποδεκτή λύση είναι η διατήρηση, σημειώνοντας πως η ιστορική Θεσσαλονίκη το αξίζει.