Μια λεπτομερή καταγραφή των ευρημάτων, τα οποία έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στους σταθμούς Βενιζέλου και Αγίας Σοφίας του Μετρό, που αναδεικνύουν την ιστορία 24 αιώνων της Θεσσαλονίκης, έκαναν αρχαιολόγοι της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, το βράδυ της Πέμπτης, κατά την πρώτη μέρα των εργασιών του συνεδρίου «Διαχείριση αρχαιοτήτων στο πλαίσιο μεγάλων τεχνικών έργων», στο Μέγαρο Μουσικής.
Διαβάστε ακόμη - Ταχιάος: Πάνω από 200 εκατ. ευρώ για την ανάδειξη των αρχαίων που έφερε στο φως το Μετρό Θεσσαλονίκης
Η Τάνια Πρωτοψάλτη και η Κρινώ Κωνσταντινίδου παρουσίασαν το αρχαιολογικό έργο στον σταθμό Βενιζέλου, όπου αποκαλύφθηκε η κεντρική οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης, η Decumanus Maximus των Ρωμαίων (η σημερινή Εγνατία) με τη διασταύρωσή της, το cardo που αντιστοιχεί στη Βενιζέλου.
Ένα από τα ξεχωριστά ευρήματα αποτελεί μια σειρά βάθρων που πιθανόν χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση αγαλμάτων στην είσοδο της πόλης από τη θάλασσα.
Επιπλέον, ένας αριθμός αμφορέων -που φτάνει τους 55, βρέθηκε σε διπλή σειρά και μέσα σε πυκνό στρώμα καταστροφής- αποτελεί ισχυρή ένδειξη πως εκεί υπήρχε η εμπορική αγορά της πόλης κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Εκτεταμένο στρώμα καύσης σχετίζεται με την πυρκαγιά του 169 π.Χ. όταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Περσέας, διέταξε να καούν τα νεώρια (εγκαταστάσεις κοντά στη θάλασσα) της Θεσσαλονίκης.
Ειδική αναφορά έγινε στο λουτρικό συγκρότημα, το οποίο βρέθηκε στον σταθμό Βενιζέλου και ήταν σε διαρκή χρήση από τον 1ο π.Χ. αιώνα μέχρι και τον 7ο αιώνα μ.Χ. και πιθανότατα είχε δημόσια χρήση. Σύμφωνα με τις αρχαιολόγους, τέτοιου τύπου λουτρικά συγκροτήματα ήταν σε άνθιση την εποχή εκείνη, ενώ κατά τη διάρκεια του 2ου μ.Χ. αιώνα και μέσα στον 3ο μ.Χ. αιώνα το συγκρότημα γίνεται πολυτελές. Το μαρτυρά και το ψηφιδωτό δάπεδο με τα γεωμετρικά σχήματα και τις ανθρώπινες παραστάσεις.

Ο πολεοδομικός ανασχηματισμός του 6ου μ.Χ. αιώνα οδήγησε στη δημιουργία του Τετράπυλου, ένα μνημειακό οικοδόμημα το οποίο τονίζει τη σημαντικότητα της διασταύρωσης. Το Τετράπυλο, έκτασης 390 τ.μ., αποτελούνταν από 16 πεσσούς, ύψους από 80 εκατοστά έως 3.20 μέτρα και έχει σημαίνουσα θέση στην αστική τοπιογραφία, καθώς συνέδεε τον βόρειο άξονα της πόλης με τον λιμένα του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Από την εποχή εκείνη και συγκεκριμένα από τον 7ο αιώνα προέρχεται και κρηναίο οικοδόμημα, σε σχήμα Π, από το οποίο ωστόσο διασώζονται ελάχιστα κομμάτια του, ενώ η αρχική του κατασκευή ανάγεται στον 4ο αιώνα και από εκείνη δεν βρέθηκαν παρά ελάχιστα λείψανα.
Τον 8ο αιώνα το Τετράπυλο κατέρρευσε πιθανότατα από σεισμό και εκατέρωθεν του δρόμου δημιουργήθηκαν 6 οικοδομικές νησίδες. Σε αυτές αναπτύχθηκαν καταστήματα, εργαστήρια, αποθήκες και τα κινητά ευρήματα, όπως μήτρες, δοχεία, μικροποσότητα υδραργύρου και πληθώρα κοσμημάτων, που τεκμηριώνουν τη βιοτεχνική παραγωγή και τη λειτουργία αγοράς αργυροχρυσοχοΐας.
Κατά την Οθωμανική Περίοδο, είπαν οι αρχαιολόγοι, δεν διαπιστώθηκαν ριζικές αλλαγές. Ο δρόμος στο ύψος της Βενιζέλου αποτελεί βασική οδική αρτηρία που ενώνει δύο σημαντικά μνημεία, το πρώτο τέμενος, το Αλκαζάρ στα βόρεια και την αγορά Μπεζεστένι στα νότια.
Η Στέλλα Βασιλειάδου και η Σταυρούλα Τζεβρένη παρουσίασαν τις αρχαιότητες στον σταθμό Αγίας Σοφίας, για τις οποίες είπαν πως αποτελούν την «ορατή ιστορία της βυζαντινής πόλης».
Εύρημα αναφοράς είναι και εδώ ο μαρμαρόστρωτος Decumanus Maximus, ο οποίος εντοπίστηκε σε βάθος περίπου 5 μέτρων από τη σημερινή οδό Εγνατία. Ήταν στρωμένος με μεγάλων διαστάσεων μαρμάρινες πλάκες και οι βαθιές αμαξοτροχιές δείχνουν ότι επρόκειτο για έναν πολυσύχναστο δρόμο.
Το πλήθος των νομισμάτων επιβεβαιώνει τη μακρά χρήση του που φτάνει έως τον 7ο μ.Χ. αιώνα.
Αναμφισβήτητα σπουδαίο εύρημα είναι το Νυμφαίο (Κρηναίο οικοδόμημα για την υδροδότηση της πόλης), με ένα πυκνό δίκτυο υδροδοτικών αγωγών, διαστάσεων 20Χ5 μέτρων, με θεατρική πρόσοψη, από τις πλέον μνημειακές δημιουργίες αυτού του τύπου. Σημειώνεται πως το μέγεθος του Νυμφαίου το καθιστούσε ορατό από παντού, καθώς αποτελεί το πιο μνημειακό της πόλης και ένα από τα πιο επιβλητικά του Ρωμαϊκού κόσμου. Ακολουθεί τα πρότυπα της Ρωμαϊκής Αρχαιότητας, όπως το πολυτελές Νυμφαίο της Μιλήτου, το Νυμφαίο του Τραϊανού στην Έφεσο ή το τριώροφο Νυμφαίο της Εσπέρου, που αποτελούν και τα πιο κοντινά παράλληλα με αυτό της Θεσσαλονίκης.
Και στην Αγίας Σοφίας μαρτυρείται ο πολεοδομικός ανασχεδιασμός τού 6ου μ.Χ. αιώνα, όταν αναγείρονται βόρεια και νότια του δρόμου μαρμαρόστρωτες πλατείες και φόρα, ενώ από τον 8ο αιώνα και εξής αναγείρονται κτίσματα της ακμάζουσας εμπορικής αγοράς, δίχωρα και μονόχωρα καταστήματα βόρεια του δρόμου, με υπαίθριους χώρους και αυλές.